Έχουν περάσει 100 χρόνια από τότε που ο Max Reinhardt, ο Hugo von Hofmannsthal και ο Richard Strauss αποφάσισαν να υλοποιήσουν την ιδέα τους και να ιδρύσουν ένα από τα πιο διάσημα φεστιβάλ μουσικής στον κόσμο, το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ. Η ιστορία του ξεκίνησε σε μια μικρή πόλη της Αυστρίας το 1920, μια πόλη φημισμένη μόνο για τα αλατωρυχεία της -εξ ου και το όνομά της- που στο πέρασμα των δεκαετιών, παρά τις εκάστοτε αντίξοες συνθήκες, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη δύσκολη μεταπολεμική περίοδο, κατάφερε να διακριθεί ανάμεσα στα πρώτα φεστιβάλ του είδους και να φτάσει να είναι στην κορυφή τους.

Το 2020 γιορτάζει την επέτειο των 100 χρόνων από την ίδρυσή του με περισσότερες από 200 παραστάσεις όπερας και συμφωνικών συναυλιών, σε διάστημα 44 ημερών ( 18 Ιουλίου-30 Αυγούστου). Στο πρόγραμμα του 2020 υπάρχουν από έργα του Μότσαρτ (αγαπημένου παιδιού του Σάλτσμπουργκ) και του Ρίχαρντ Στράους (ένας από τους ιδρυτές του φεστιβάλ) έως και των νεωτεριστών του 20ου αιώνα – Λουίτζι Νόνο και Μόρτον Φέλντμαν, οι οποίοι έχουν βραβευτεί από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του φεστιβάλ, Μάρκους Χίντερχαουζερ. Έτσι είχε ανακοινωθεί πριν την πανδημία του κορονοϊού που αναγκάζει το ιστορικό φεστιβάλ να συρρικνώσει το διάσημο στους μουσικόφιλους σε όλο τον κόσμο πρόγραμμά του και να ακυρώσει μια σειρά παραστάσεων.

Θεματοφύλακας της καλλιτεχνικής κληρονομιάς και των έργων των αυστριακών συνθετών, το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ τιμά κάθε χρόνο τη μνήμη του πιο διάσημου τέκνου της, του Wolfgang Amadeus Mozart. Έγινε πραγματικότητα μόλις στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και η πρεμιέρα του έγινε με το έργο του Hugo von Hofmannsthal, Everyman, σε σκηνοθεσία του Max Reinhardt, που εκτελέστηκε μπροστά από τον καθεδρικό ναό της πόλης στις 22 Αυγούστου του 1920.

Την επόμενη χρονιά το φεστιβάλ, που στο ξεκίνημά του διήρκεσε μόνο δυο βραδιές, περιελάμβανε συναυλίες ορχήστρας δωματίου και ήδη είχε αρχίσει να δημιουργεί τους τρεις πυλώνες του με όπερες, δράματα και συναυλίες. Η συνέχεια της ιστορίας του είναι γνωστή με το φεστιβάλ κάθε χρόνο να προσθέτει ημέρες και περισσότερους χώρους. Μια δύσκολη και μαύρη σελίδα της ιστορίας του ήταν με την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού και την πολιτιστική παρέμβαση του Γ΄Ράιχ που άλλαξε το πρόσωπο του Φεστιβάλ. Κάποια έργα συνθετών απαγορεύτηκαν, ενώ άλλοι συνθέτες και μουσικοί απομακρύνθηκαν ως αντιφρονούντες του καθεστώτος του Χίτλερ. Η αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ από τον Stauffenberg το 1944 οδήγησε στην ακύρωση όλων των φεστιβάλ σε ολόκληρο το Τρίτο Ράιχ. Με το τέλος του πολέμου και την ανοικοδόμηση της χώρας και ένα νέο πολιτικό σύστημα, οι μαέστροι και οι μουσικοί που δεν ήταν ευπρόσδεκτοι κατά τη διάρκεια του πολέμου επέστρεψαν στο Σάλτσμπουργκ. Ακολούθησε η χρυσή εποχή του Φεστιβάλ.

Η χρυσή εποχή του φεστιβάλ

Ο Georg Solti, ο Wilhelm Furtwängler, ο Karl Böhm ήταν μερικά από τα ονόματα που διέπρεψαν στο Σάλτσμπουργκ, αλλά ένας ήταν ο μαέστρος που συνέδεσε το όνομά του με το Φεστιβάλ όσο κανένας άλλος. Ο Herbert von Karajan. Γεννήθηκε στο Σάλτσμπουργκ – μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από τη σημερινή περιοχή του Φεστιβάλ –  και υπήρξε η βασική μορφή του φεστιβάλ κλασικής μουσικής από το 1960 μέχρι που πέθανε. Η περίοδος κατά την οποία διηύθυνε το φεστιβάλ ήταν συναρπαστική και όταν πέθανε, στις πρόβες του Verdi’s Masked Ball το 1989, το Φεστιβάλ έχασε την ηγετική του μορφή.

Όμως η κληρονομιά του τιμήθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Μπορεί το φεστιβάλ να ανανεώθηκε και να εκσυγχρονίστηκε αλλά έμεινε πιστό στον Karajan, παρουσιάζοντας ένα μοντέλο που άνοιξε τον δρόμο για το Φεστιβάλ, όπως το γνωρίζουμε σήμερα – μια γιορτή της μουσικής που αντηχεί σε όλη την πόλη του Σάλτσμπουργκ για αρκετές εβδομάδες κάθε χρόνο, ένα φεστιβάλ που χαίρεται για την πλούσια πολιτιστική του κληρονομιά αλλά δεν φοβάται να δοκιμάσει νέα πράγματα – όπως ήταν η ιδρυτική ιδέα του Max Reinhardt και του Hugo von Hofmannsthal.

Αυτή τη χρονιά, το πρόγραμμα του φεστιβάλ θα διαρκέσει από την 1η μέχρι την 30η Αυγούστου, αντί της αρχικά προγραμματισμένης, από τις 18 Ιουλίου έως τις 30 Αυγούστου, περιόδου. Παρά τη δυσκολία της φετινής χρονιάς η πρόεδρος των Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ Χέλγκα Ραμπλ-Στάντλερ, δήλωσε πως «το γεγονός ότι τα Φεστιβάλ μπορούν τώρα να πραγματοποιηθούν σε τροποποιημένη και συντομευμένη μορφή, καθιστά αυτή την ιδρυτική ιδέα – τέχνη ως τροφή και νόημα στη ζωή – να φαίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ».

Η πρόεδρος των φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ μιλά για την έκθεση που είναι η κορυφαία εκδήλωση της φετινής επετειακής χρονιάς στο «Μουσείο Σάλτσμπουργκ» στην «πόλη του Μότσαρτ» και θα διαρκέσει μέχρι την 31η Οκτωβρίου, καθώς τα 100 επιλεγμένα εκθέματά της, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό, αφηγούνται τα 100 χρόνια από την ίδρυση των Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, των σημαντικότερων φεστιβάλ κλασικής μουσικής σε παγκόσμια κλίμακα.

Η έκθεση μετατρέπει το μουσείο σε μια σκηνή στην οποία ζωντανεύει η ιστορία του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, μέσα από οπτικοακουστικά ντοκουμέντα, κοστούμια, σκηνικά, ενώ ένα τεράστιο αρχείο και εγκαταστάσεις από διεθνώς φημισμένους σύγχρονους καλλιτέχνες συμβάλλουν σε ένα ολοκληρωμένο βίωμα.

«Αυτή η έκθεση καταγράφει με τον καλύτερο τρόπο το τι σημαίνουν τα Φεστιβάλ για την πόλη Σάλτσμπουργκ, για την Αυστρία και χωρίς υπερβολή για όλο τον κόσμο που ενδιαφέρεται για την τέχνη και ήδη από τους ιδρυτές του, σχεδιασμένα ως παγκόσμιο κέντρο τέχνης στην Αυστρία σε μία άμεσα μεταπολεμική εποχή, στα 100 χρόνια τους τα Φεστιβάλ εξελίχθηκαν πραγματικά στα μεγαλύτερα και δυναμικότερα της κλασικής τέχνης στον κόσμο», επισήμανε η εδώ και 25 χρόνια πρόεδρος των Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, Χέλγκα Ραμπλ-Στάντλερ.

Για το Σάλτσμπουργκ που έχει δοκιμαστεί και στο παρελθόν, αυτή είναι μια ακόμα δοκιμασία την οποία θα ξεπεράσει παρόλο που βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η πολιτιστική ζωή σε καιρούς ειρήνης και σε δημοκρατικές χώρες δεν περιορίστηκε ποτέ τόσο σοβαρά.