– Με στοιχεία από τη σπάνια βιογραφία των εκδόσεων «ΔΕΛΤΑ» με επιμελητή ύλης τον Ακαδημαϊκό Σπύρο Μελά –

Οι βιογραφίες ήταν πάντα ένα από τα αγαπημένα μου αναγνώσματα, καθώς μεταδίδουν το ανακουφιστικό αίσθημα ότι οι πιο μεγάλες ιδιοφυΐες υπήρξαν κατά βάθος άνθρωποι θνητοί, με πάθη και αδυναμίες. Κάπως έτσι, ανακάλυψα πρόσφατα στη βιβλιοθήκη μου μία σπάνια αχρονολόγητη έκδοση με μαύρο δερματόδετο εξώφυλλο, που φέρει τον τίτλο Οι Μεγάλοι Λογοτέχναι Σειρά 10η και η οποία στον «επίλογο του εκδότου» στην τελευταία σελίδα σημειώνει: «Οι διάσημοι λογοτέχναι είναι πολλοί. Προσπαθήσαμε να συμπεριλάβουμε στον τόμο αυτόν βιογραφίες σύντομες αλλά περιεκτικές, επιμένοντας περισσότερο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός κι όχι στα περιστατικά εκείνα που εύκολα βρίσκει κανείς σε οποιοδήποτε εγκυκλοπαιδικό λεξικό». Αυτό το τελευταίο είναι, νομίζω, και το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί μία ουσιώδη βιογραφία, από μία απλή και πρόχειρη προσπάθεια ενός σύντομου βιογραφικού σημειώματος.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα γεννήθηκε πριν από 470 έτη, στις 29 Σεπτεμβρίου 1547 στην Ακαλά ντε Χινάρος, τριάντα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Μαδρίτης. Ήταν το τέταρτο στη σειρά από τα εφτά παιδιά της φτωχής οικογένειάς του και θα έμενε στην ιστορία ως ο περίφημος συγγραφέας του «Δον Κιχώτη», που ο Φλωμπέρ συνήθιζε να αποκαλεί «το γιγάντιο βιβλιαράκι», το οποίο μέχρι και σήμερα συνιστά ένα από τα πιο οικουμενικά αναγνώσματα, αλλά κι ένα από τα πιο αινιγματικά, επίσης, ποιητικά κείμενα.

Εξώφυλλο της τέταρτης έκδοσης του Δον Κιχώτη (1605)

Εξώφυλλο της τέταρτης έκδοσης του Δον Κιχώτη (1605)

Κανείς δε γνωρίζει με βεβαιότητα για τις πρώτες σπουδές του. Μόνο διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για άνθρωπο με βαθιά παιδεία, που πιθανώς έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Μαδρίτη και στη Σεβίλλη από τους Ιησουίτες που τα δίδασκαν συνήθως, αλλά φαίνεται πως «σε όλη του τη ζωή ήταν μέγας αναγνώστης βιβλίων», όπως επίσης και ότι διατήρησε την αγάπη του για την ποίηση. Εκείνος, ωστόσο, στο «Ταξίδι στον Παρνασσό» ομολογεί ότι «όσο κι αν προσπαθούσα να γίνω ποιητής, μου έλειψε το χάρισμα, («η γκράτσια») που μου αρνήθηκε ο Θεός». Από την εφηβική, επίσης, ηλικία διατηρεί μία ανάμνηση, αυτή του αγαπημένου του συγγραφέα και ηθοποιού Λόπε ντε Ρονέδα που είδε να παίζει στο θέατρο, και η οποία, όπως εξομολογείται στον πρόλογο των θεατρικών έργων που δημοσίευσε το 1615, έμεινε «βαθιά χαραγμένη». Από τότε, σημειώνει ο βιογράφος, «μπορούμε να υποθέσουμε ότι άρχισε να διαμορφώνεται μέσα του μια από τις πιο επιτυχημένες φόρμες του θεάτρου του».

«Προτιμούσε να πεθάνει πολεμώντας παρά να φυλαχτεί»

Εντούτοις, την εποχή εκείνη κανείς σχεδόν δεν μπορούσε να ζήσει αποκλειστικά από την ποίηση ή το θέατρο. Πρόκειται για την πιο ένδοξη περίοδο της ισπανικής ιστορίας, οπότε η Ισπανία έχει συνείδηση της αποστολής της και μετά την εγκατάστασή της στο Νέο Κόσμο, χύνει το αίμα της και το χρυσάφι στα πεδία των μαχών της Ευρώπης, για να επεκτείνει ή να διατηρήσει την κυριαρχία της. Έτσι, το 1509 περνά τις Άλπεις ως στρατιώτης. Είναι είκοσι δύο ετών και βρίσκεται στην Ιταλία όπου κυριαρχεί η ισπανική επιρροή. Συμμετείχε μάλιστα στην ένδοξη μάχη του Λεπάντε κι αργότερα στη μάχη της Ναυπάκτου. Το 1578 ο πατέρας του συγκέντρωσε μαρτυρίες που αφορούν στη στάση του ποιητή: «Όταν ο λοχαγός του – λέγει ο υπολοχαγός Σαντιστεβάν – εγώ ο ίδιος αλλά και άλλοι φίλοι τον συμβουλέψαμε την ώρα της μάχης να μείνει στο δωμάτιο της γαλέρας, γιατί ήταν άρρωστος με πυρετό, μας αποκρίθηκε πως θα λέγανε γι’ αυτόν ότι δεν έκανε το καθήκον του και ότι προτιμούσε να πεθάνει πολεμώντας παρά να φυλαχτεί». Εν τέλει, ένα τραύμα στο αριστερό χέρι στάθηκε η αιτία να του αποδοθεί το παρατσούκλι «ο κουλός του Λεπάντε».

Όλα αυτά με ωθούν να αναλογιστώ ότι ο Δον Κιχώτης τελικά είναι ο ίδιος ο Θερβάντες, ο οποίος μέσα από το έργο αυτό ψέγει μάλλον τη δίψα των ανθρώπων να καταξιωθούν μέσα από τον πόλεμο και τον ηρωισμό, όταν στο τέλος γίνεται αντιληπτό ότι όλα συνιστούν μία καλοστημένη φάρσα της ζωής, της οποίας οι «πρωταγωνιστές» αποδεικνύονται αιθεροβάμονες.

«Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου»

«Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου»

Έπειτα, μια σειρά άτυχων συγκυριών γίνονται η αιτία ο Θερβάντες να καταλήξει σκλάβος πειρατών στο Αλγέρι για πέντε ολόκληρα χρόνια. Ο «κουλός Ισπανός» θεωρείται ο πιο επικίνδυνος αιχμάλωτος και φρουρείται αυστηρά, αφού προσπάθησε να δραπετεύσει τουλάχιστον τρεις φορές. Η αιχμαλωσία του αυτή βέβαια, σημειώνει ο Σ. Μελάς, «έδωσε όλο το μέτρο του χαρακτήρα του». Το αίσθημα της τιμής το θέτει πια στην υπηρεσία των συντρόφων της δυστυχίας του, τους οποίους αρνείται να αποκαλύψει όταν συλλαμβάνεται λίγο πριν την τρίτη του προσπάθεια να δραπετεύσει. «Αντί να τον πικράνουν ή να τον καταβάλουν τα χρόνια που πέρασε στο Αλγέρι, τον εξυψώνουν. Ξέρει πολύ καλά τι κίνδυνο διατρέχει και όταν τον συλλαμβάνουν μιλά με παρρησία. Χάρη στην ευγενική του απλότητα και την ευστροφία των επιχειρημάτων του, βγαίνει μια γοητεία. Δίχως αυτήν δεν εξηγείται πώς δεν τον κρέμασαν ή δεν τον έκαψαν ζωντανό».

«Μέσα στα χειρότερα παθήματά του, διαμορφώνονται τα καλύτερα έργα του»

Μετά από τόσες περιπέτειες η ανταμοιβή για όλα αυτά ήταν μόνο μια μεγάλη απογοήτευση που ακολούθησε την πρώτη χαρά της επιστροφής. Αντί να λάβει το αξίωμα του λοχαγού, σύντομα κατάλαβε πως «η πίστωση ενός ανάπηρου εξαντλείται γρήγορα». Στις 21 Μαΐου 1581, ο Φίλιππος Β΄ υπέγραψε μία διαταγή να πληρώσουν στον Θερβάντες μόλις εκατό δουκάτα. Παράλληλα, την Αναγέννηση είχε διαδεχτεί η Αντιμεταρρύθμιση που διατηρούσε τα σημάδια του Μεσαίωνα: «Η Ιερά Εξέταση ασκούσε μία επίβλεψη ολοένα και πιο στενή στον τομέα της σκέψης». Απογοητευμένος, αρχίζει να γράφει και να εκδίδει έναντι πενιχρού τιμήματος τα πρώτα του ποιητικά και θεατρικά έργα, ώσπου πάλι παρασύρεται από την ηρωική του διάθεση και συμμετέχει σε μία πολεμική επιχείρηση, όπου εμπλέκεται άδικα σε μία διαμάχη με την καθολική εκκλησία. Τότε αναγκάζεται να επικαλεστεί τη βασιλική διαταγή για να αποφύγει τις επικίνδυνες συνέπειες της καταδίκης των εκκλησιαστικών αρχών. Έπειτα, πάλι, για μια ασήμαντη αμέλεια στους λογαριασμούς του, φυλακίζεται στη Σεβίλλη. Μέσα στα χειρότερα παθήματά του, διαμορφώνονται τα καλύτερα έργα του. «Όλες αυτές οι περιπλανήσεις στην Ανδαλουσία, του χάρισαν τη γνώση της χώρας και του ισπανικού λαού. Οι καυγάδες με τους δημάρχους και τους χωροφύλακες, οι δοσοληψίες με τους μουλαράδες και τους καροτσιέρηδες, ακόμα και η αιχμαλωσία στη Σεβίλλη, του παρουσίασαν θέματα που τα εκμεταλλεύτηκε γραφικότατα. Πώς να μην ακονίσει εξάλλου το πνεύμα του σε ένα περιβάλλον όπου, όπως σ’ έναν παραμορφωτικό καθρέφτη, έβρισκε τη γελοιογραφία των κοινωνικών αξιών και διακρίσεων;»

«Δον Κιχώτης»

«Δον Κιχώτης»

Το κλίμα αυτό της απογοήτευσης, της προσωπικής ταλαιπωρίας, μα και της συνειδητοποίησης των καταστάσεων, τον ωθεί να γράψει το μεγάλο του αριστούργημα. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1604 δημοσιεύεται ο «Δον Κιχώτης». Ο αθάνατος ιππότης της Μάντσας, με μόνο σύντροφο τον πιστό του ιπποκόμο, ανταποκρίθηκε σε όλες τις προσδοκίες. Μόλις παρουσιάστηκε, προκάλεσε την πιο αυθόρμητη ευθυμία. «Έκανε τον κόσμο να γελά δίχως να πάψει να τον εκτιμά. Κι έκανε τους ανθρώπους να σκέφτονται, δίχως να πάψει να είναι διασκεδαστικός». Στο δεύτερο βιβλίο του, όπου ολοκληρώνει την ιστορία, με το ψευδώνυμο Θίδε Χαμέτι, γράφει: «Για μένα μονάχα γεννήθηκε ο Δον Κιχώτης κι εγώ γι’ αυτόν». Λίγο καιρό μετά, στα 1616, πεθαίνει στη Μαδρίτη και θάβεται σε ένα μοναστήρι καλογραιών.

Kεντρική εικόνα: Έργο του Alejandro Cabeza / Museo Casa Natal de Cervantes