Ένα ψηφιδωτό. Ένας πίνακας χρωμάτων, άλλα πιο έντονα, άλλα λιγότερο, πάντως όλα το ίδιο ιδιαίτερα. Κάπως έτσι είναι το νέο πόνημα των Δημήτρη ΚαραντζάΦοίβο Δεληβοριά που ανεβαίνει εδώ και λίγες μέρες στο Βεάκειο Θέατρο Πειραιά. Εμπαίζοντας το φολκλόρ, γελώντας  με την κιτσιά, κοιτώντας το μέλλον που έρχεται, αποδεχόμενο το παράλογο του παρόντος και προσπαθώντας να αποφύγει την ασφυξία από αυτό που έχει παρέλθει.

Άρματα που παρελαύνουν σε μια πασαρέλα καλτ στιγμών που έζησε η Ελλάδα, από τη χαιρετούρα Παπανδρέου – Λιάνη στο αεροπλάνο, μέχρι την πρόταση Σχοινά σε Γαρμπή στο Bravo Ρούλα. Μια Γιάννα Αγγελοπούλου να οργώνει συνεχώς τη σκηνή, ξεσπάσματα για το #ΜeΤoo, ήρωες και αντιήρωες, παλιά και νέα, μεγαλεία και κατάντια, όλα μαζί χωράνε σε μια σκηνή.

Για αυτό το υπέροχο ψηφιδωτό που έφτιαξαν ο Καραντζάς και ο Δεληβοριάς, για την εμμονή στο ότι οι Έλληνες είμαστε μοναδικοί, για τον φραπέ και το τσαρούχι, για τον Λάνθιμο, τον Οικονομίδη και τους ράπερς, για την πατρίδα και την επανάσταση, για την επιθεώρηση και το γέλιο, για όλα αυτά και ακόμα περισσότερα, μίλησαν στο ελc η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, ο Νίκος Καραθάνος, ο Γιάννης Νιάρρος και η Γαλήνη Χατζηπασχάλη.

η επιθεώρηση τελικά τι είναι;

Για τον Νίκο Καραθάνο η επιθεώρηση είναι μια γεύση παραδείσου.

«Ποιος το είπε αυτό; Ο Τσάρλι Τσάπλιν! Σε αυτόν τον άδικο κόσμο όλα περνάνε, ακόμα και τα προβλήματα. Ο πόνος πεθαίνει επί γης. Τα αστεία πάνε στον παράδεισο. Η επιθεώρηση είναι μια γεύση παραδείσου. Η επιθεώρηση είναι ο ηλεκτρισμός ανάμεσα στην απέραντη ανοησία και την αθλιότητά μας ως άνθρωποι, το εφήμερο της ζωής μας. Παράγεται ηλεκτρισμός και γέλιο. Οι άνθρωποι έχουν πάντα συνήθειο να ξορκίζουν τα πράγματα. Το να ξορκίζω σημαίνει να τα σπάω, να τα διαλύω, να τα διασκεδάζω. Για να τα βλέπω σε κομματάκια μικρά, να βλέπω τα υλικά τους. Είμαστε από γυαλί φτιαγμένοι. Είμαστε φοβεροί οι άνθρωποι, είμαστε άθλιοι, είμαστε καταπληκτικοί, είμαστε δυστυχισμένοι, την ίδια ώρα όλα μαζί. Η παράσταση είναι μια συνάντηση συγγραφέων, καλλιτεχνών, πάνω σε αυτό το είδος. Είναι μια γιορτή πάνω σε αυτό το είδος, όπως είναι κάθε επιθεώρηση. Η επιθεώρηση άλλωστε ξέρει μόνο να γιορτάζει».

Για τον Γιάννη Νιάρρο η επιθεώρηση είναι ένα υβρίδιο που ενώνει παρέες ηθοποιών και κειμενογράφων.

«Τώρα πια είναι ένα υβριδικό είδος. Χαρακτηρίζεται από τους ανθρώπους. Από τους Έλληνες ηθοποιούς και κειμενογράφους. Για μένα είναι κάτι που μας ενώνει, κάτι που μας ενώνει ως κουλτούρα και ως πολιτισμό. Αποδίδει την ψυχολογία του Έλληνα ο οποίος είναι ένας χάχας, ένας πλακατζής, άνθρωπος της παρέας. Νομίζω ότι αυτό προσπαθεί να μεταφέρει η επιθεώρηση. Οφείλει να είναι τολμηρό κάτι που θέλει να προκαλέσει γέλιο και προβληματισμό. Σε καμία περίπτωση δεν μένουν απ’ έξω τα θέματα που όλοι σκεφτόμαστε τον τελευταίο καιρό. Η σχέση της κυβέρνησης με τον πολιτισμό, το #ΜeΤoo. Θίγονται με έναν πολύ όμορφο τρόπο, έξυπνο και χωρίς διδακτισμό. Η επιθεώρηση πρέπει να παίρνει θέση. Αλλιώς θα φτιάχναμε μια κωμωδία, μια αλληγορία έτσι ώστε να γελάσει ο κόσμος. Εδώ πέρα προσπαθούμε να γελάσουμε με τα ίδια μας τα πρόσωπα, να σατιρίσουμε τους εαυτούς μας, πρώτα από όλα».

Η επιθεώρηση είναι ένα είδος που δεν μπορεί ποτέ να αυτολογοκριθεί. Η επιθεώρηση κοιτάζει την εποχή της, την κοροϊδεύει, την ειρωνεύεται, γελάει με αυτήν. Γελάει με το γελοίο της ιστορίας, όπως λέει και η Γαλήνη Χατζηπασχάλη.

«Ήμασταν σφιγμένοι μέχρι να έρθει ο κόσμος. Φοβόμασταν ότι μπορεί να υπάρξουν αντιδράσεις. Και η αλήθεια είναι ότι μπορεί να υπάρξουν αυτές οι αντιδράσεις, μπορεί σε κάποιους να μην αρέσουν συγκεκριμένα νούμερα της παράστασης. Δεν ξέρεις ποτέ. Κάποιος που έρχεται όμως να δει επιθεώρηση νιώθω ότι θέλει να δει ακριβώς αυτό το πράγμα. Την τούμπα, την άλλη πλευρά. Να γελάσει με το γελοίο της ιστορίας. Δεν έρχεται για το σοβαρό της υπόθεσης. Υπάρχει μια ανάγκη. Νιώθω ότι σε κάποιους μπορεί να γίνει ένα ξεκαθάρισμα σε όλο αυτό που κουβαλάμε. Μέσα μας μπορεί κάτι να ησυχάσει. Ωραία να γελάμε με αυτό, ωραία να μην έχουμε γνώση μεγάλη πάνω σε αυτό το θέμα. Η επιθεώρηση δεν θέλει να σε δυσκολέψει. Θέλει να σε κάνει να περάσεις καλά. Να μην έχεις ενοχές. Απλά γέλα, για 2.5 ώρες. Μετά σκέψου τι θα κάνεις».

Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου γυρνάει στο Ελεύθερο Θέατρο και την Ελεύθερη Σκηνή που την καθόρισαν.

«Εγώ δεν διαχωρίζω στο θέατρο κανένα είδος. Ούτε κωμωδία, ούτε δράμα, ούτε επιθεώρηση. Για μένα το θέατρο είναι ένα. Οι απευθύνσεις αλλάζουν. Εγώ είχα την τύχη η επαφή μου να είναι με τη μετεπιθεώρηση. Γνώρισα το Ελεύθερο Θέατρο στο τέλος του και την Ελεύθερη Σκηνή μετά. Η Μίνα Αδαμάκη, η Άννα Παναγιωτοπούλου, ο Φασουλής, ο Χρυσομάλλης και εγώ. Ήταν λογοκρατούμενη η επιθεώρηση, είχε θεατρική αντιμετώπιση, δεν παίζαμε με την προσωπικότητά μας, κρυβόμασταν πίσω από ένα κείμενο. Αυτή ήταν η απεύθυνση. Το αστείο ήταν ότι τότε είχαμε τα μικρόφωνα με τα σταντ και εγώ νόμιζα ότι θα με φάει το μικρόφωνο, κοίταζα αριστερά και δεξιά. Ο Σταμάτης μου έκανε πάντα νόημα να απευθύνομαι στο μικρόφωνο. Αυτό ήταν λίγο περίεργο, η απευθείας αντιμετώπιση.

Το αντικείμενο του πόθου μας είναι τα κείμενα να ακουμπήσουν στον κόσμο. Μπορεί κάποια να ακουμπήσουν, δεν το ξέρουμε, κάποια να μην ακουμπήσουν. Ο κριτής είναι ο κόσμος. Εκείνη την ώρα κάποια νούμερα μπορεί να αρέσουν και κάποια άλλα όχι. Ο Γιάννης ο Νιάρρος κάνει ένα νούμερο που στο τέλος λέει «χειροκροτήστε τον ηθοποιό, δεν φταίει για αυτά που λέει, είναι τα κείμενα».

εθνική ταυτότητα, Έλληνας & πατρίδα

Γρίφος η εθνική ταυτότητα, τα κομμάτια του παζλ που φτιάχνουν τη μεγάλη εικόνα. Τι σημαίνει Έλληνας; Ρωτώ τον Νίκο Καραθάνο και μου απαντάει με ερώτηση.

«Τι με ρωτάς; Πόσο αλμυρή είναι η θάλασσα; Πού να κάτσει ένα έθνος πάνω σε ένα ψυχιατρικό κρεβάτι να σκεφτεί τι είναι; Αυτή η φράση, να σκεφτώ τι είμαι… Ο Έλληνας από ένα μπαμ βγήκε και σε ένα μπαμ πηγαίνει. Η ιστορία του τι είναι Ελλάδα και τι είναι Έλληνας και από πού προέρχεται είναι κάτι που κλώθουμε συνέχεια στην ψυχή μας, κάθε μέρα. Είναι ένα τελείως προσωπικό εικονοστάσι. Είναι μυστικό, είναι προσωπικό, είναι δικό μου. Θα βάλω τα πράγματα που θέλω εγώ. Ελλάδα μπορεί να είναι ένα κομμάτι παλιόπανο που μου έδωσε η μάνα μου, ένα κλαράκι. Είναι ό,τι ακριβώς θέλω εγώ».

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη νιώθει ότι η Ελλάδα είναι λίγο σαν μια βάρκα που κινείται.

«Πιστεύω πως συμβαίνει στην Ελλάδα αυτό που της αξίζει. Είναι λίγο περίεργη η νέα ιστορία. Τη στιγμή που ξεκινάει η ιστορία μας τα τελευταία 200 χρόνια, είναι λίγος ο χρόνος για να εδραιωθεί μέσα μας η έννοια της εθνικότητας που να στάζει για όλους μας λίγο κοινά. Είναι σύντομο. Τα τελευταία 200 χρόνια πήγαμε και πήραμε και αρπάξαμε από το πολύ μακρινό παρελθόν μας όλη την αρχαιότητα. Συνέβησαν πάρα πολλά πράγματα μέσα σε αυτό το διάστημα. Γίναμε έθνος και αυτό δεν ήταν ακριβώς και μια δική μας επιλογή. Φυσικά και το θέλαμε, το διεκδικήσαμε και το πήραμε. Χωρίς όμως τη συγκατάθεση των ξένων δυνάμεων μπορεί να μην υπήρχαμε εμείς τώρα. Είναι επιλογή άλλων αυτό. Προσπαθήσαμε να χτίσουμε σε ένα πράγμα που δεν ήταν απόλυτα δικό μας, σαν να ήμασταν λίγο παιδιά σε αυτό το ξεκίνημα της νέας μας ιστορίας. Ως παιδιά δεν είχαμε την ωριμότητα να το χτίσουμε. Δεν είναι χτισμένο σε σαθρά θεμέλια, σίγουρα όμως κινείται, είναι λίγο βάρκα η Ελλάδα. Υπάρχει μια αστάθεια. Έτσι το νιώθω».

Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου επισημαίνει τον φόβο του να πει κανείς ότι αγαπά την πατρίδα του. Μοιράζεται μια ιστορία με μπλε κόλλες στο σχολείο, βλοσυρά βλέμματα ηρώων και παιδική βαρεμάρα για τις εθνικές εορτές.

«Χρησιμοποιείται με άσχημο τρόπο η λέξη πατρίδα. Υπάρχει μια ρήση: Στο όνομα της αγάπης και της δημοκρατίας έχουν γίνει εγκλήματα. Γιατί το λέω; Στο όνομα της πατρίδας επίσης έχουν γίνει εγκλήματα. Είναι ο τρόπος που το αντιμετωπίζεις. Φοβάσαι να πεις ότι αγαπάς την ιστορία σου. Με ουσία. Όταν δεις την ανθρώπινη πλευρά αυτών των ηρώων, καταλαβαίνεις πώς παλέψανε. Δεν είναι πράγματα που μπορείς να τα δεις με μια ματιά. Φτάνοντας στην ουσία, αρχίζεις και τα αγαπάς. Θίγονται με έναν τρόπο αυτά τα ζητήματα στην παράσταση.

Εγώ παλιά, όταν ήμασταν στο σχολείο, εδώ στο Παγκράτι, στις γιορτές, βάζαμε μπλε κόλλες στα παράθυρα. Άλλαζαν μόνο οι παραστάσεις. Τα Χριστούγεννα έμπαιναν βαμβάκια για χιόνι -κατάπτυστα- και στις εθνικές εορτές έμπαιναν οι μορφές του 1821. Θυμάμαι το βλοσυρό ύφος του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη. Το θεωρούσα βαρετό το πώς παρουσιάζονταν οι ιστορίες. Λεγόντουσαν όλα ξύλινα. Δεν συνειδητοποιούσαμε ως μαθητές την ουσία. Την ουσία τη βλέπεις όταν διαβάζεις αργότερα τι έχουν περάσει, το από πίσω. Τρελαίνομαι να διαβάζω τι έχει ζήσει ένας άνθρωπος και τις χρονικές στιγμές που έχουν περάσει. Με αυτήν την έννοια λοιπόν αισθάνομαι ότι μπαίνω σε ένα δρόμο να σκεφτώ για τις ιστορίες των ανθρώπων. Αρχίζω και αγαπάω την ιστορία. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να το λέμε αυτό. Αρκεί να κοιτάμε την ουσία».

Ο Γιάννης Νιάρρος αναφέρεται στην ασχήμια της ελληνικής ταυτότητας, στις αντιφάσεις της και στις μαγείες των διαφορετικών πρισμάτων.

«Αυτό είμαστε. Αυτό είναι το όμορφο μιας ταυτότητας. Το διαφορετικό πρίσμα φανερώνει άλλες μαγείες, άλλα διαστρεβλώματα, άλλες ασχήμιες και ο καθένας έχει το δικαίωμα να επιλέξει πώς θα το δει. Εν τέλει αυτό κάνει η επιθεώρηση. Συλλέγει όλες αυτές τις οπτικές και δημιουργεί μια συνολική. Εγώ αγαπάω τον Λάνθιμο, αγαπάω τον Οικονομίδη, αγαπάω τους σάπιους πολιτικούς μας, αγαπάω τη γλώσσα μας, αγαπάω το παράλογο. Όλη η ελληνική πραγματικότητα είναι παράλογη. Μου αρέσει που είμαστε τόσο κομπλεξικοί, μου αρέσει που έχουμε τόσα προβλήματα. Ταυτόχρονα, εξυμνούμε τα παλιά ενώ δεν μπορούμε να λύσουμε παιδαριώδη προβλήματα του σήμερα. Αγαπάω και την ασχήμια μας. Δεν γίνεται να μην υπάρχει ένα εκτρωματικό ελληνικό προφίλ. Είμαστε και όμορφοι και άσχημοι. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να λέμε ότι αγαπάμε την Ελλάδα με τις ασχήμιες της».

η ασχήμια, η διαστρέβλωση του εθνικού, ο φασισμός & η ανατροπή των συμβόλων

Ρωτώ τους ηθοποιούς πώς αντιλαμβάνονται τη διαστρέβλωση καθετί εθνικού. Ο Νίκος Καραθάνος απαντά:

«Αυτά ήταν συνεκτικά σύμβολα κάποιων επικίνδυνων καιρών που τα είχαν οι άνθρωποι για να κρατηθούν εν ζωή. Κάθε έννοια έχει το δικό της χρώμα. Η θρησκεία είναι μια προσωπική ενατένιση του καθενός. Η εκκλησιαστική εξουσία είναι ένα άλλο πράγμα. Η οικογένεια είναι μια σπηλιά, μια κοιτίδα από όπου ερχόμαστε. Η βία μέσα σε αυτή είναι ένα άλλο πράγμα. Η πατρίδα είναι ένας χώρος απ’ όπου κατάγεσαι, ο καθένας έχει τη μικροπατρίδα του, το σπίτι του, το χωράφι του, είναι ένα επί ένα. Είναι ένας τόπος δικός σου στον οποίο έχεις δικαίωμα να βαδίσεις. Από κει και πέρα, σύνορα δεν πρέπει να υπάρχουν.

Τα σύμβολα τα χρησιμοποιούμε όταν έχουμε χάσει την ηθική μέσα μας. Μεγαλώσαμε όλοι πηγαίνοντας στην παρέλαση. Φτάναμε μπροστά στον δήμαρχο, τον παππά και τον γραμματέα που κάθονταν υπερυψωμένοι και φουσκωμένοι σαν κότες, μας κοίταζαν. Κανονικά έπρεπε να κοιτάμε από την άλλη. Τι είναι αυτοί εκεί; Τι κάνουν και γιατί είναι έτσι; Τι ύφος είναι αυτό; Γιατί έχουν πρηστεί;»

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη μου επισημαίνει ότι από ανωτερότητα δεν αναφέρεται ονομαστικά η παράσταση στην εγκληματική οργάνωση που για λίγο είχε βαφτιστεί κόμμα. Πια δεν την φοβάται.

«Μπορώ να σου πω ότι δεν την αναφέρουμε. Δεν της κάνουμε και τη χάρη, από ανωτερότητα δεν την αναφέρουμε. Όμως σχολιάζεται. Υπάρχει ένα φοβερό νούμερο για το τι είναι ο Έλληνας που παρουσιάζει έναν άνθρωπο ο οποίος νομίζει ότι επειδή είναι Έλληνας, είναι ο μοναδικός. Έλληνας σημαίνει άνθρωπος. Κάποιοι νομίζουν ότι ο Έλληνας είναι ο ανώτερος όλων. Σχολιάζεται με καυστικό τρόπο. Μετά από όλο αυτό που συνέβη με τη δίκη, μέσα μας έχει υποτιμηθεί φοβερά. Όχι ότι δεν υπάρχει πια. Όμως, θέλω να πιστεύω ότι έκανε έναν κύκλο. Δεν το αντιμετωπίζουμε στην παράσταση με κάποιο φόβο, όπως ίσως να το αντιμετωπίζαμε αν το κάναμε αυτό πριν τρία χρόνια. Αν δεν είχε γίνει η δίκη ίσως να το αντιμετωπίζαμε διαφορετικά. Δίνουμε πολλή σημασία στην ομορφιά για το αντίβαρο. Το να πει κανείς τις λέξεις έθνος, πατρίδα και Ελλάδα μου, δεν σημαίνει αμέσως ότι είναι φασίστας».

Ο Γιάννης Νιάρρος συμπληρώνει:

«Δεν αναφερόμαστε ούτε στη Χρυσή Αυγή ούτε στους εθνικιστές. Αναφερόμαστε στον πυρήνα τους. Στον άνθρωπο που έχει ανάγκη να μπει σε μια ομάδα και παραλογίζεται για αυτό. Πιστεύει πως μόνο εκείνος αναπνέει, μόνο εκείνος έχει το δικαίωμα να μιλάει, μόνο εκείνος έχει μια γλώσσα που μπορεί να συγκινήσει. Αυτή η λογική μπορεί να φτάσει σε χρυσαυγίτικες διαθέσεις και φασιστικές».

ελευθερία & επανάσταση | τέχνη & έμπνευση για το μέλλον

Μίρκα Παπακωνσταντίνου: «Αυτό που πρέπει να μας μείνει είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί, αν θέλει. Μπορεί να προχωρήσει, μπορεί να παλέψει για τα ιδανικά του. Να πονέσει, να κλάψει, να φωνάξει, να γελάσει. Βλέπω ότι αυτοί οι άνθρωποι, αυτοί οι ήρωες που έβλεπα στις κόλλες, έχουν ξεκολλήσει, έχουν έρθει πιο κοντά μου, με έχουν κοιτάξει, τους έχω κοιτάξει. Κρατάω την ιστορία και τις σκοτεινές σελίδες της, ακριβώς γιατί είναι ιστορία ανθρώπων. Έχω αγαπήσει πιο πολύ αυτούς τους ήρωες με αυτόν τον τρόπο.

Δεν ξέρω τι είναι επαναστάτης, δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτό. Συγνώμη, δεν αποφεύγω την ερώτηση. Άραγε είναι σε ένα κατεστημένο να κάνεις κάτι διαφορετικό, να κάνεις αυτό που θέλεις όταν δεν σε αφήνουν;

Είναι παρήγορο το γεγονός ότι όλοι μαζί αγγιζόμαστε και προχωράμε. Είχε καιρό να μας συμβεί. Είναι το συναίσθημα αυτό, δεν το πίστευα ότι θα έρθει η στιγμή που θα υπάρχουν θεατές κάτω από τη σκηνή και εμείς θα απευθυνόμαστε σε αυτούς. Είναι υπέροχη αυτή η κλωστή που ενώνει τον ηθοποιό με τον θεατή και τον θεατή με τον ηθοποιό».

Γαλήνη Χατζηπασχάλη: «Μου αρέσει αυτή η λέξη και δεν μου αρέσει. Ενώ μου αρέσει η ορμή της έννοιας επανάσταση και το πάθος, συγχρόνως, νιώθω μέσα μου ότι δεν κρύβει μέσα της την έννοια της σοφίας. Μπορεί να κάνω λάθος. Ενώ το λέω, ξέρω ότι το αναιρώ. Και η επανάσταση μπορεί να κρύβει μια σοφία μέσα της, ξέρουμε τι έχει καταφέρει ο άνθρωπος με τις επαναστάσεις. Αν δεν είχαν υπάρξει επαναστάσεις δεν θα ήμασταν εδώ που είμαστε. Όχι μόνο πολιτικές αλλά και κοινωνικές. Και αυτή η έννοια, όπως όλες, έχει διπλή όψη. Αυτή είναι και η ομορφιά της. Με ενδιαφέρει η επανάσταση, νιώθω ότι στο βάθος μπορεί να είμαι επαναστάτης μόνο και μόνο που ζω. Η ζωή η ίδια είναι μια επανάσταση. Προχωράς, υπάρχει μια ανάσταση, μια ανάταση, ένα προχώρημα στο πουθενά. Αυτό δεν είναι εύκολο. Ξέρεις κάτι; Θεωρώ ότι το θέατρο είναι επανάσταση του υπογείου. Το θέατρο υπογείως μπορεί να σε φωτίσει, να σε δυναμιτίσει, πιο βαθιά ψυχικά. Πιο αργά και πιο δύσκολα».

Γιάννης Νιάρρος: «Επαναστάτης είναι αυτός που καταφέρνει να ζήσει εκτός των ορίων του, αυτός που καταφέρνει να ζήσει εκτός της πεπατημένης της δικιάς του. Υπάρχει ένα ηλίθιο κλισέ που λένε και οι Αμερικάνοι: είσαι αυτά που θέλεις να αλλάξεις. Αν ο θεός σου έδωσε ταλέντο, χάρη και ομορφιά, δεν είσαι αυτό. Είσαι αυτό που σου λείπει και θέλεις να αλλάξεις. Οποιαδήποτε μορφή τέχνης μπορεί να σε κάνει να γυρίσεις σπίτι σου και να σκέφτεσαι ότι αυτό που είδες έχει σχέση με τη ζωή σου. Αμέσως γίνεται προσωπικό. Σε καμία περίπτωση δεν θα έλεγα ότι είναι επανάσταση το θέατρο. Το θέατρο μπορεί να την προκαλέσει αλλά μιλάμε για την προσωπική επανάσταση του καθενός για να επέλθει μια συνολική επανάσταση απέναντι σε κάτι. Αν ο καθένας κάνει τη δουλειά τη δικιά του μπορεί να ενωθεί με τη δουλειά του διπλανού του και να βγει όντως κάτι».

Νίκος Καραθάνος: «Ελευθερία ξέρεις τι σημαίνει; Να μπορείς να πας όπου θες. Αυτό είναι ένα συστατικό του ανθρώπου, είναι ένα συστατικό της μοίρας του. Το θέμα της ελευθερίας έχει να κάνει με το να διαχειρίζομαι όπως θέλω το σώμα μου, το κορμί μου, τους ανθρώπους. Διαρκές ζητούμενο. Δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να παλεύουμε για δικαιώματα. Και σπαταλάμε τη μισή μας μέρα να καταπατάμε τα δικαιώματα του αλλουνού. Η επανάσταση είναι ένα φοβερό γεγονός που όσο κοντά και να πας δεν θα το καταλάβεις. Πρέπει να μένεις απ’ έξω λίγο. Στον απόηχό της. Είναι τόσο το αίμα και η έκρηξη που δεν χωράνε σε αναλύσεις. Τυχεροί όσοι επιζούν, τυχερότεροι όσοι απολαμβάνουν τους καρπούς της. Η επανάσταση είναι πάντα η απάντηση σε μια μεγάλη αδικία. Να μη λογαριάζεις τη ζωή σου είναι επανάσταση. Να λογαριάζεις τη ζωή.

Η αλλαγή συμβαίνει από το μπουρλότιασμα κάποιων φωτισμένων ανθρώπων σε κάποιες στιγμές της ζωής τους, που δεν λογαριάζουνε κανέναν. Καμιά επιτυχία, κανένα χειροκρότημα. Απλώς βγαίνουν πριν πεθάνουν, να δείξουν ποιοι είναι, για λίγο. Από αυτούς προχωράμε. Μαζί δεν πάνε μέλλον και παρελθόν; Δεν είναι ο κερατοειδής και ο αμφιβληστροειδής στο μάτι; Μπροστά χωρίς να ξέρεις τι είναι πίσω, πώς πας; Πόσες φορές στη ζωή σου δεν ξυπνάς και αναλογίζεσαι τα πίσω σου; Και προσπαθείς να τα καταφέρεις. Σε κρατάνε αλυσοδεμένο. Δεν ξέρεις να διαχειριστείς τι είναι μνήμη, δεν ξέρεις τι να την κάνεις. Για αυτό έρχεται ο θάνατος και σου υπενθυμίζει συνέχεια τη φύση. Δεν ξέρεις τι είναι αληθινό τριγύρω σου. Πρέπει να το αναθρέψεις από μικρός για να γίνεις ελεύθερος. Να εκπαιδεύεσαι για αυτό. Μου έρχονται στο μυαλό οι στιγμές που οι άνθρωποι σταθήκανε με τα κορμιά τους γυμνά για να διεκδικήσουν κάτι. Πόσοι τότε και πόσοι ακόμα. Δίνουν το αίμα τους για αυτό. Πόσοι άνθρωποι λένε όχι και θυσιάζονται. Όλα τα άλλα, διακοσμητικά.».

Info παράστασης:

1821 – η επιθεώρηση | 4 Ιουνίου – 25 Ιουλίου 2021 | Βεάκειο Θέατρο