6 Aπριλίου 1917, ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκεται ήδη στον τρίτο του χρόνο. Πρώτη εικόνα της ταινίας αυτή ενός ανθισμένου λιβαδιού μιας λαμπρής από φως ημέρας. Έρχεται στο μυαλό το δίστιχο του Σολωμού από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»: «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη / Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα». Όπως σε αυτούς, έτσι και στο «1917», ο πόλεμος αντιδιαστέλλεται με την άνοιξη και ταυτόχρονα κατοικεί μέσα της. Μετά το κάδρο της εξοχής η κάμερα κινείται για να μας δείξει δυο Βρετανούς στρατιώτες ξαπλωμένους ανάμεσα στα λουλούδια. Ένα πόδι τους ξυπνά και τους κλωτσά, έχουν εντολές να επιστρέψουν στα χαρακώματα για να συναντηθούν με έναν στρατηγό. Η κάμερα συνεχίζει να κινείται καθώς σηκώνονται και να τους ακολουθεί σε ένα μονοπλάνο, που μοιάζει να διαρκεί ολόκληρη την ταινία. Καθώς οι δυο τους περπατάνε, συζητάνε και φτάνουν στα χαρακώματα, το φως του ορίζοντα έχει ήδη αλλάξει κι η λαμπρότητα έχει αντικατασταθεί από μουντάδα, ωσάν τα τεκταινόμενα στη γη να επηρεάζουν το χρώμα του ουρανού.

Ο στρατηγός έχει να τους αναθέσει μια αποστολή. Οι Γερμανοί έχουν έξαφνα οπισθοχωρήσει μαζικά και σε ένα άλλο σημείο του μετώπου ένας Συνταγματάρχης είναι έτοιμος να επιτεθεί το επόμενο πρωί. Αεροφωτογραφίες όμως δείχνουν ότι αυτή η οπισθοχώρηση είναι εσκεμμένη, ότι οι Γερμανοί έχουν ανασυνταχθεί και ότι αν όντως λάβει χώρα η επίθεση 1600 άντρες θα πέσουν σε μια παγίδα και θα οδηγηθούν σε βέβαιο μακελειό. Ανάμεσα στους άντρες αυτούς και ο αδελφός ενός εκ των δύο στρατιωτών. Η αποστολή είναι απλή αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνη. Οι τηλεφωνικές γραμμές είναι κομμένες και ο Συνταγματάρχης δεν μπορεί να ειδοποιηθεί να μην πραγματοποιήσει την επίθεση αλλιώς, παρά μόνον αν οι δύο άντρες κατορθώσουν και διασχίζοντας το μέτωπο φτάσουν μέσα σε λίγες ώρες εκεί και τον ενημερώσουν.

Εξίσου απλή με την αποστολή είναι και η ιστορία του «1917»: οι δυο τους έχουν να ταξιδέψουν από το σημείο άλφα στο σημείο βήτα, αν καταφέρουν βέβαια να υπερνικήσουν τους διάφορους κινδύνους που θα αντιμετωπίσουν, η κάμερα θα συνεχίσει να τους ακολουθεί σαν να είναι και δικό της ταξίδι, και από ένα σημείο και ύστερα καταλαβαίνεις ως θεατής ότι αποκλείεται όλο αυτό που παρακολουθείς στην οθόνη να είναι γυρισμένο ως ένα και μόνο συνεχές πλάνο, αλλά ακόμη και αυτή η συνειδητοποίηση δεν αναιρεί το δέος για το εκπληκτικό κινηματογραφικό επίτευγμα που είναι το «1917».

Γιατί το «1917» είναι πρώτα και κύρια μια τεράστιας κλίμακας κατασκευή, ένα πρωτοφανούς ίσως μεγέθους κινηματογραφικό αρχιτεκτόνημα, ένα αποτέλεσμα σχεδιασμού, οργάνωσης και συνεργασίας κορυφαίων μαστόρων του σινεμά παύλα κορυφαίων καλλιτεχνών του σινεμά. Ο Σαμ Μέντες, ο διευθυντής φωτογραφίας Ρότζερ Ντίκινς και ο σκηνογράφος Ντένις Γκάσνερ συναντώνται στο σημείο που τέμνεται η μαστοριά και η τεχνική με την τέχνη, αλλά είναι σαφές ότι όσα κρέντιτ και αν πρέπει να τους πιστωθούν και τους πιστώνονται, προκειμένου να παραχθεί ένα τελικό αποτέλεσμα όπως αυτό του «1917» έχουν συντονιστεί πάρα πολλοί συντελεστές στο ίδιο μήκος κύματος. Ο κινηματογράφος δεν ήταν ποτέ μοναχική τέχνη, οι ταινίες πάντα απαιτούσαν ομαδική δουλειά, το όραμα ενός σκηνοθέτη δεν μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί μόνο από τον ίδιο, υπάρχουν ωστόσο και όχι λίγες περιπτώσεις ταινιών όπου το όραμα του δημιουργού τους έχει μιαν τρόπο τινά και εντός πολλών εισαγωγικών αυτάρκεια. Εδώ το όραμα του Σαμ Μέντες ήταν ακριβώς το όραμα μιας συλλογικής κατασκευής, το όραμα να ανακαλύπτουν οι θεατές σε κάθε νέο βήμα των στρατιωτών τι υπάρχει εμπρός τους, τι έχει ήδη εκ των προτέρων στηθεί, τι τους περιμένει σε δέκα δευτερόλεπτα από τώρα, σε ένα λεπτό από τώρα, σε τρία λεπτά από τώρα, σε σκηνικά γεμάτα ανθρώπους και πτώματα, ανθρώπους που τους περιμένουν για να αλληλεπιδράσουν μαζί τους όταν φτάσουν εκεί. Από ένα σημείο και ύστερα παύει να χωράει το μυαλό σου πώς συντονίστηκαν όλα, πώς δημιουργήθηκαν όλα, πώς έχει φτιαχτεί αυτή η ψευδαίσθηση παύλα αίσθηση, πώς έχει δημιουργηθεί ένας ολόκληρος νέος κόσμος που περιμένει να υποδεχτεί τους ήρωες στο ταξίδι του, ένας κόσμος που έχει φτιαχτεί από την αρχή προκειμένου να δημιουργήσει μια αναπαράσταση και ταυτόχρονα να δημιουργήσει το πλαίσιο για να διαδραματιστεί εντός της μια αλήθεια.

Το «1917» δεν κρύβει ότι είναι σινεμά, ο ρεαλισμός του είναι ένας μετα-ρεαλισμός, μας πετάει μαζί με τους ήρωές του μέσα στην πραγματικότητα του πολέμου αναπαριστώντας την όσο πιο πιστά μπορεί, μην προσπαθώντας να μας κάνει να πιστέψουμε ότι βρισκόμαστε στα αλήθεια σε έναν πόλεμο και να ξεχάσουμε ότι παρακολουθούμε σινεμά, αλλά προσπαθώντας και πετυχαίνοντας να μας δείξει ότι το σινεμά παραμένει μια τέχνη η οποία έχει ακόμα απεριόριστες δυνατότητες να μας εκπλήσσει, να μας ταράζει, να μας ανοίγει τα μάτια και την καρδιά. Το «1917» δεν θα μπορούσε να είναι θεατρικό έργο ή βιβλίο, το «1917» θα μπορούσε να είναι μόνο σινεμά. Και είναι μεγάλο σινεμά.

Ο Σαμ Μέντες πάντα επένδυε πολύ περισσότερο στο συναίσθημα απ’ ό,τι ο Κρίστοφερ Νόλαν με την περιβόητη εγκεφαλικότητά του και έτσι το «1917» πετυχαίνει και εκεί που η «Δουνκέρκη» του Νόλαν απέτυχε ή αδιαφόρησε να επιτύχει: στο να διασπείρει μέσα του τουλάχιστον τρεις τέσσερις στιγμές αυθεντικής συγκίνησης για τους ήρωες του. Από την άλλη απομένει να απαντηθεί αν το «1917» όπως και η «Δουνκέρκη» είναι αντιπολεμικές ή πολεμικές ταινίες, αν είναι ταινίες οι οποίες αφήνοντας μέσα τους τόσο χώρο για ηρωισμό αποτελούν βήματα πίσω σε σχέση με το αντιπολεμικό σινεμά του παρελθόντος. Αλλά θα ήταν πραγματικά άδικο να γκρινιάξει κανείς για το «1917»: είναι μια ταινία που τιμά και εξυψώνει την τέχνη και την τεχνική του κινηματογράφου, τα μικρά και τα μεγάλα του, το όλον του, το όλον του ατομικού οράματος και της συλλογικής συνεργασίας.