Αν γενικά το μυαλό λειτουργεί περίεργα μία, ειδικά ως προς τις αναμνήσεις λειτουργεί περίεργα είκοσι μία. Δεν έχω καμία προφανή εξήγηση για ποιό λόγο θυμάμαι τόσο πολύ έντονα, όχι την ίδια την τηλεοπτική σειρά «21 Jump Street» (ή «Ομάδα Δράσης 21»), την οποία άλλωστε δεν έβλεπα, αλλά τη διαφήμισή της. Ήταν η εποχή που η ιδιωτική τηλεόραση ξεκινούσε. Κι αν δεν κάνω λάθος πρέπει να ήταν ένα από τα πρώτα της προγράμματα. Θυμάμαι λοιπόν ιδιαίτερα την φωνή της εκφωνήτριας στην κατάληξη της διαφήμισης: «Επικεφαλής τους ο διάσημος Φρέντερικ Φόρεστ». Κι ο Φρέντερικ Φόρεστ μια χαρά ηθοποιός ήταν, και σε πολλές ταινίες του Κόπολα είχε χαρακτηριστικούς ρόλους, όπως στη «Συνομιλία» και στην «Αποκάλυψη Τώρα», αλλά διάσημο δεν τον έλεγες κιόλας, τουλάχιστον τόσο ώστε να καυχιέσαι για αυτόν στο τρέιλερ. Ίσως επειδή τότε ήταν πολύ πιο σαφής η διάκριση σε τηλεοπτικούς και κινηματογραφικούς ηθοποιούς (στα περσινά Emmys η πρωταγωνίστρια του “Glee” έκανε ένα σχετικό αστείο, λέγοντας ότι έρχονται πλέον οι κινηματογραφικοί ηθοποιοί και παίρνουν όλους τους καλούς ρόλους), ένα νεοσύστατο ελληνικό κανάλι όπως το Mega θεωρούσε μεγάλη υπόθεση να έχει στις τάξεις του μια σειρά με έναν κινηματογραφικό ηθοποιό. Στη σειρά πρωταγωνιστούσε βέβαια ένας ηθοποιός που εκεί έκανε το ουσιαστικό ξεπέταγμά του και στην πορεία θα γινόταν κινηματογραφικός σταρ, ο Τζόνι Ντεπ.

Ίσως τελικά το τρέιλερ έχει μείνει στο μυαλό ως ενθύμιο από το θαυμαστό νέο κόσμο της ιδιωτικής τηλεόρασης που έμπαινε φουριόζος στη ζωή μας και διαφήμιζε την πραμάτεια του συνεχώς. Τότε δεν την λέγαμε καν ιδιωτική, τη λέγαμε «ελεύθερη» τηλεόραση. Το Mega τότε ξεκινούσε, τι να είχες εναντίον του Mega τότε; Ο κόσμος ο οποίος κόμιζε η ιδιωτικά ελεύθερη τηλεόραση ήταν παστέλ. Παστέλ πολιτικά, παστέλ πολιτιστικά. Ένας κόσμος που δεν είναι βέβαια κατακριτέο που περιλάμβανε σειρές σαν το «21 Jump Street», αλλά είναι κάτι περισσότερο από κατακριτέο ότι επί δύο και πλέον δεκαετίες δεν θέλησε να προσφέρει σε επίπεδο πολιτισμού σχεδόν τίποτε περισσότερο από αυτόν τον μέσο όρο.

Όπως ενδεχομένως έχεις καταλάβει από τον πρόλογο, γράφω τόσα πολλά άσχετα όταν δεν έχω να γράψω για την ίδια την ταινία και τόσα. Ο Τζόνα Χιλ και ο Τσάνινγκ Τέιτουμ αποφοιτούν από το Λύκειο. Ο ένας είναι λούζερ, ο άλλος ο δημοφιλής γκόμενος του σχολείου. Επτά χρόνια αργότερα ξανασυναντιούνται στην αστυνομική ακαδημία. Ο ένας έχει το μυαλό, ο άλλος το σώμα, ο ένας δεν έχει το σώμα, ο άλλος δεν έχει το μυαλό, οπότε αλληλοσυμπληρώνονται και κολλάνε. Όταν τους αναθέτει την αποστολή τους, ο προϊστάμενός τους τους λέει ότι «ανακυκλώνουν προγράμματα από τα έιτις επειδή οι τύποι που κάνουν κουμάντο δεν έχουν καθόλου έμπνευση». Ανακυκλώνουν αστυνομικά προγράμματα εννοεί, αλλά κυρίως βέβαια εννοεί και σχολιάζει (αυτο)σαρκαστικά την τάση του Χόλιγουντ να κάνει ταινίες βασισμένες σε παλιές τηλεοπτικές σειρές. Το αστυνομικό και τηλεοπτικό πρόγραμμα που ανακυκλώνεται είναι το εξής: αστυνομικοί που μικροδείχνουν παριστάνουν τους μαθητές Λυκείου, προκειμένου να εντοπίζουν εγκλήματα που τελούνται στα σχολεία, κυρίως εγκλήματα που έχουν να κάνουν με ναρκωτικά και βία, σεξουαλική ή μη. Στην ταινία ο Χιλ και ο Τέιτουμ πρέπει να εντοπίσουν ένα νέο ναρκωτικό χάπι που κάνει θραύση. «Μπλεχτείτε με τα βαποράκια, ώστε να βρείτε τον προμηθευτή», θα πει ο επικεφαλής της ομάδας τους. «Και γιατί να μην βρούμε τον προμηθευτή απευθείας;», τον ρωτάει ο αφελής Τέιτουμ. Ο Χιλ ανησυχεί μήπως τώρα που ξαναπάνε στο σχολείο χαλάσει η φιλία τους. Όταν πηγαίνανε μαζί σχολείο δεν έκαναν παρέα, γιατί ο Τέιτουμ ήταν κουλ και ο Χιλ δεν ήταν. Μην ανησυχείς, του απαντάει, δεν θα συμβεί αυτό, τώρα είμαστε ενήλικοι. Ενώ περιμένεις λοιπόν να διαψευστεί και να ξαναγίνει ακριβώς αυτό, υπάρχει μια πολύ ωραία ιδέα, όπου δείχνει τους ρόλους να ανατρέπονται. Οι συνθήκες στα σχολεία έχουν αλλάξει. Το ίδιο και οι «φυλές». Τώρα στα λύκεια κουλ είναι να είσαι ανεκτικός, οικολόγος, διαβαστερός. Το “Glee” φταίει για όλα, αποφαίνεται ο Τέιτουμ. Οι κανόνες με τους οποίους του κάνει κατήχηση για το πως να είναι κουλ («Μην προσπαθείς πολύ για τίποτα, να κοροϊδεύεις αυτούς που προσπαθούν, την πρώτη μέρα ρίξε με την παραμικρή αφορμή μια μπουνιά στην μούρη κάποιου») του γυρνάνε μπούμερανγκ. Κουλ γίνεται ο Χιλ.

Το εντυπωσιακό αδυνάτισμα του Χιλ πήγαινε καλύτερα στον δραματικό ρόλο του «Μοneyball». Στις κωμωδίες που ειδικεύεται, μάλλον κακό του κάνει. Η παλιά χοντρή και με άφρο μαλλί εκδοχή του έμοιαζε πιο ταιριαστή για το είδος και περιέργως πιο υγιής. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει πάψει να είναι αστείος, ωστόσο αν με διαβάζει θα τον συμβούλευα να ξαναβάλει είκοσι κιλά πάνω του. Ο Τέιτουμ δίπλα του τον συμπληρώνει καλά και προσφέρει αρκετές πετυχημένες γκριμάτσες, ενώ στην ταινία σημαντικό ρόλο έχει και ο μικρός αδελφός του Τζέιμς Φράνκο, που γράφει αρκετά στην οθόνη και πιθανότατα ήρθε για να μείνει, έχοντας πάντως πάντως το ίδιο ημιενοχλητικό χαμόγελο με τον μεγάλο του αδελφό.

Το «21 Jump Street» βασισμένο σε ένα αξιοπρεπές κωμικά και δεμένο γενικά σενάριο, είναι σκηνοθετημένο από τους Κρις Μίλερ & Φιλ Λορντ με ζωντάνια και καλό ρυθμό. Γελάς αρκετές φορές. Άλλοτε με αληθινά έξυπνους διαλόγους και καταστάσεις (όπως η σκηνή με τη δασκάλα που γουστάρει τον Τέιτουμ), άλλοτε με ευκολότερα σεξουαλικά αστεία, άλλοτε με συνήθεις πηγές γέλιου, όπως η επίδραση των ναρκωτικών, σκηνές όμως που αφού γελάς έχουν πετύχει το σκοπό τους. Συνολικά, για το είδος της, είναι μια ικανοποιητική ταινία. Την ευχαριστιέσαι. Οκ, δεν σου δίνει και ιδιαίτερο πάτημα να γράψεις πράγματα για αυτήν ή και κατ΄ επέκταση να σκεφτείς. Αλλά εδώ που τα λέμε, αν πήγαινες να δεις το 21 Jump Street για να έχεις μετά να λες οτιδήποτε άλλο από αστεία, τότε το πρόβλημα ήταν εξαρχής δικό σου.