Με μότο ότι ο έρωτας μπορεί να βρίσκεται δίπλα μας αλλά και ότι το timing είναι το παν, ο Γρηγόρης Χατζάκης μας έβγαλε μια βόλτα στους δρόμους της Αθήνας. Με αφετηρία το Βρυσάκι, ακολουθήσαμε την «περιπλάνηση» της site specific παράστασης «38:43 μ.μ.» στο ιστορικό κέντρο της πόλης, κάνοντας στάσεις σε επιλεγμένα σημεία του, για να καταλήξουμε ανάμεσα σε δύο αντικριστές βιτρίνες της οδού Βουλής, στους αριθμούς 38 και 43. Αυτούς τους αριθμούς δανείστηκε ο τίτλος της παράστασης, που με τη σειρά του πήρε τη μορφή ώρας, γιατί, είπαμε, το timing στον έρωτα είναι το άλφα και ωμέγα. Μας το υπενθύμιζαν εξάλλου συνέχεια ο Γρηγόρης Χατζάκης και η Ελένη Σταμουλακάτου, με τη συνεχή χρονομέτρησή τους που καθοδηγούσε τη βόλτα μας από σημείο σε σημείο.

Ο Γρηγόρης Χατζάκης μόλις στα τριάντα του μετράει αρκετές παραστάσεις στο ενεργητικό του (με τελευταία τη «Βλαμμένη», που παρουσιάστηκε το χειμώνα στο Χώρο Τέχνης 14η μέρα), οι περισσότερες από τις οποίες φιλοξενήθηκαν σε μη θεατρικούς -και μη αναμενόμενους- χώρους, όπως τα βασισμένα στον Βιμ Βέντερς «Φτερά του έρωτα», που διαδραματίστηκαν μέσα σε ένα αστικό λεωφορείο (2006), ή το «Προς κατεδάφιση» του Τένεσι Ουίλλιαμς, που παίχτηκε στις ράγες του τρένου στην οδό Κωνσταντινουπόλεως (2008). Κοινή συνισταμένη πίσω από αυτές τις επιλογές είναι η επιθυμία του σκηνοθέτη να αλλάξει την οπτική του θεατή απέναντι σε μέρη που αντικρίζει κάθε μέρα και συνήθως δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία. Ο ίδιος κρατά αυτή την επαφή με την πόλη, αιχμαλωτίζει με το βλέμμα του σημεία της και τα φιλτράρει στο μυαλό του μέσα από μια νέα, σκηνοθετημένη εικόνα.

Κάπως έτσι γεννήθηκε και η ιδέα του να τοποθετήσει μια παράσταση στις δύο αντικριστές βιτρίνες της οδού Βουλής, βασιζόμενος στην ταινία «Μεσοτοιχίες», η οποία τον γοήτευσε με το θέμα της: πού βρίσκεται ο έρωτας μέσα στην αποξένωση μιας μεγαλούπολης την εποχή του Διαδικτύου; Και όπως στην ταινία του Γκουστάβο Ταρέτο πρωταγωνιστής είναι εξίσου ο έρωτας και η πόλη του Μπουένος Άιρες, έτσι και στην παράσταση του Χατζάκη η Αθήνα διεκδικεί το δικό της, αποφασιστικό ρόλο. Κι αν στον κινηματογράφο η κάμερα αναλαμβάνει να αναδείξει τα σημεία εκείνα της πόλης που διαμορφώνουν το σκηνοθετικό όραμα, στο θέατρο ο Χατζάκης σκέφτηκε να βγάλει τους θεατές στην πόλη, αντί να προσπαθήσει να αναπαραστήσει την πόλη μέσα σε μια (θεατρική) αίθουσα. Η παράστασή του συνδυάζει την ξενάγηση και τη δραματοποιημένη αφήγηση και είναι ταυτόχρονα αφήγηση μιας ερωτικής ιστορίας αλλά και ζωντάνεμα μιας φανταστικής φωνής της πόλης.

Η ξενάγηση, που πραγματοποιείται με τη συνεργασία των ξεναγών της Alternative Tours of Athens, είναι ο τρόπος που επέλεξε ο σκηνοθέτης για να (ξανα)δούμε την πόλη της Αθήνας όχι μονάχα το ιστορικό της κέντρο, που αναπόφευκτα πρωταγωνιστεί στη συγκεκριμένη διαδρομή από το Βρυσάκι ως την οδό Βουλής, αλλά και άλλα σημεία της, που ισορροπούν στο μεταίχμιο μεταξύ παλιάς και νέας πόλης και που όλα φέρουν με τον τρόπο τους τη σφραγίδα του χρόνου: τα ερείπια της ρωμαϊκής αγοράς, ένας ελληνικός ναός που έγινε τζαμί, μια πολυκατοικία με εμφανή στην όψη της τα σημάδια της μονοκατοικίας που ήταν χτισμένη πλάι της, ένα κατάστημα που μεσουράνησε σε παλαιότερη δεκαετία και έκλεισε. Σε κάποια από αυτά τα κτήρια, ο σκηνοθέτης «φύτεψε» μικρές δράσεις, σύντομες μονολογικές ή διαλογικές σκηνές, όλες τους με αναφορές στο χρόνο ή σε έναν έρωτα που κατέληξε άδοξα, δίνοντας φωνή στα νεκρά κτήρια δίπλα μας.

Η κορύφωση της παράστασης στην ιστορία της Δάφνης και του αγοριού που το φώναζαν «Πέμπτη» επικεντρώνεται στο θέμα του σωστού timing. Όπως και στην ταινία του Ταρέτο, οι δύο ήρωες ζουν κι εργάζονται σε αντικριστά κτήρια, συναντιούνται τυχαία στο δρόμο, συνομιλούν ακόμη και εν αγνοία τους μέσω Ίντερνετ, όμως δεν προσέχουν ο ένας τον άλλον παρά μονάχα όταν έρθει η ώρα. Στήνοντας τη δράση στις δύο βιτρίνες της οδού Βουλής, αλλά και στο διπλανό πεζόδρομο, και στο παρακείμενο παρκάκι, και χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο την αφήγηση, ο σκηνοθέτης μας καθιστά θεατές αυτής της μοναχικής πορείας των δύο νέων, μέχρις ότου ο σωστός συγχρονισμός αιχμαλωτίσει τη ματιά τους σε ένα κοινό βλέμμα.

Η παράσταση του Γρηγόρη Χατζάκη χωρίζεται στην ουσία σε δύο (δραματικά) μέρη, το ένα που περιλαμβάνει την διαδρομή (και την ξενάγηση) μέχρι το τελικό σημείο προορισμού και το άλλο την κεντρική ιστορία, γεγονός που ίσως αποσυντονίζει -μέχρι ενός σημείου- τη ροή του θεάματος. Κάτι που ούτως ή άλλως απειλείται συνεχώς από την ιδιομορφία του: από την ελευθερία που προσδίδει στο θεατή η συνθήκη της βόλτας, από τον απροσδιόριστο αριθμό θεατών -που μπορεί να αυξομειώνεται κατά τη διάρκεια της ίδιας παράστασης-, από τα εμπόδια ή τα απρόβλεπτα που μπορούν να προκύψουν όταν τοποθετείται μια παράσταση σε δημόσια, ελεύθερα σημεία της πόλης. Αυτή η ιδιομορφία όμως αποτελεί ταυτόχρονα τη γοητεία και το στοίχημά της και μοιράζει σε συντελεστές και θεατές ίσο μερίδιο ευθύνης: στους πρώτους να έχουν την ετοιμότητα να προσαρμόζουν το θέαμα σε μη ελεγχόμενες από τους ίδιους συνθήκες και στους θεατές να βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση ώστε να καταφέρουν να το παρακολουθήσουν σε όλη του την πληρότητα. Άλλωστε, το ίδιο δεν απαιτεί και ο έρωτας;

H site-specific performance “38:43μ.μ.” ξεκινάει τη βόλτα της από το Βρυσάκι και για 9 μόνο παραστάσεις έως 30 Ιουλίου.