Στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας εγώ δυστυχώς δεν έχω πάει ποτέ. Μόνο έχω ακούσει ότι είναι μια μεγάλη γιορτή με ωραία ατμόσφαιρα, όπου μπορείς να δεις ταινίες διαμάντια. Αυτά λοιπόν τα διαμάντια δεν τα χάνω όταν έρχονται στην Αθήνα. Στο Σινέ Τριανόν εδώ και πολλούς Οκτώβρηδες μεγάλωσα σχεδόν μαζί με τους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς.

Εκεί έτυχε να δω πρώτη φορά τον Γιάννη Στάνκογλου ως οδηγό σχολικού λεωφορείου ντυμένο Άι Βασίλη (‘Κίνηση Ομαλή’ του Κων/νου Φραγκόπουλου), εκεί εντυπωσιάστηκα με τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Γιώργο Ζώη και το ‘Casus Belli’ του, εκεί συγκινήθηκα με το ‘See no evil’ του Άρη Μπαφαλούκα ή με το «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου» του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου ή ένιωσα νοσταλγία με την ‘Πρόβα Παλτού’ του Ηλία Δημητρίου. Πάντα θαύμαζα πώς καταφέρνει ο σκηνοθέτης σε μια δουλειά λίγων λεπτών να περάσει ένα τόσο έντονο μήνυμα, να διηγηθεί μια ολόκληρη ιστορία, διατηρώντας παράλληλα την κινηματογραφική φόρμα. Επιχειρώντας σήμερα μια σύντομη αποτίμηση, νομίζω ότι τελικά οι «ιστορίες» που μου διηγήθηκαν κατά καιρούς οι μικρού μήκους ταινίες, μου έχουν εντυπωθεί περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες.

Casus Belli

Φέτος το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας κλείνει τα σαράντα, αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να μένει πάντα νέο.

Το Φεστιβάλ ξεκίνησε το 1978 από την Κινηματογραφική Λέσχη Δράμας. Πλέον είναι ένα αναγνωρισμένο, διεθνές φεστιβάλ που φέτος (18-23/9) θα φιλοξενήσει 161 ταινίες από 54 χώρες, αντιμετωπίζοντας, όπως διακηρύσσει, τη μικρού μήκους ταινία όπως της αξίζει: ως ένα αυτόνομο έργο τέχνης.

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ από το 1999 μου έκανε μια σύντομη αναδρομή: «Στη Δράμα ξεκίνησα με ταινίες μου απ’ το 1985. Τότε ήταν ένα μικρής κλίμακας φεστιβάλ. Το ‘89 συγκροτήσαμε επιτροπή πρωτοβουλίας που ζήτησε από το Υπουργείο Πολιτισμού τη θεσμοθέτηση Εθνικού Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους στην πόλη της Δράμας. Δεν χρειάστηκε μεγάλη πίεση, γιατί ο σύμβουλος κινηματογραφίας της Μελίνας Μερκούρη, Μάνος Ζαχαρίου, ήδη αναζητούσε λύση. Το υπόμνημά μας αυτούσιο έγινε υπουργική απόφαση. Τότε οι άλλοι μισοί μικρομηκάδες μάς κοιτούσαν με μισό μάτι, δεν έβλεπαν το λόγο να διαχωριστεί η Δράμα απ’ το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και από τις μεγάλου μήκους ταινίες. Επίσης ήταν η απόσταση της Δράμας που προβλημάτιζε. Αντιθέτως εμείς προτάξαμε το να γίνει κυρίαρχο το φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους σε μια πόλη. Να γίνει θεσμός! Από την εμπειρία μου στο εξωτερικό είχα συνειδητοποιήσει ότι σε μια μικρή πόλη αυτό αποτελεί κυρίαρχο γεγονός, βλέπε Κλερμόν-Φεράν, Ομπερχάουζεν, Πόρτο… Καταφέραμε λοιπόν και μπολιάσαμε έναν διεθνή χαρακτήρα σε μια επαρχιακού επιπέδου τότε διοργάνωση. Τώρα συγκαταλέγεται στα 2-3 μεγαλύτερα φεστιβάλ μικρού μήκους στην Ευρώπη, άρα στον κόσμο, αφού οι μικρού μήκους ταινίες κατά τεκμήριο δεν στοχεύουν στο εμπορικό κέρδος και ευδοκιμούν κυρίως στην Ευρώπη, όπου υπάρχει κάποια κρατική ενίσχυση».

Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

Χρόνια μετά από τις ταινίες που προανέφερα, συνάντησα ορισμένους από τους σκηνοθέτες και τους ρώτησα τι είναι γι’ αυτούς το Φεστιβάλ Δράμας.

Ο Άρης Μπαφαλούκας μου δίνει τη δική του αίσθηση: «Το Φεστιβάλ Δράμας για πολλούς από εμάς αποτελεί το ‘πρώτο φιλί’ και χτυποκάρδι με την έκθεση των κινηματογραφικών μας ονείρων. Γλυκό, αμήχανο, ντροπαλό, παθιασμένο, τραυματικό, λυτρωτικό, αισθησιακό… ανάλογα με το πώς το γεύτηκε ο καθένας μας. Καθώς πολλοί Έλληνες κινηματογραφιστές βαπτίστηκαν σκηνοθέτες, διευθυντές φωτογραφίας, ηθοποιοί στα νερά των πηγών της Αγίας Βαρβάρας, πλέον μετά από σαράντα χρόνια, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι αποτελεί ένα ισχυρό πολιτιστικό και ιστορικό γεγονός του τόπου».

Το 1995 το Φεστιβάλ Δράμας γίνεται διεθνές, ενώ το 2001 αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου, με δική της μάλιστα πρωτοβουλία. Φέτος στο ελληνικό διαγωνιστικό θα συμμετέχουν 66 ταινίες από τις 223 αιτήσεις που κατατέθηκαν, ενώ στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα θα προβληθούν 54 ταινίες από 48 χώρες.

«Για μένα το φεστιβάλ Δράμας, ήταν σχολείο. Χωρίς υπερβολή», μου λέει ο Ηλίας Δημητρίου. «Εγώ εκεί έμαθα να κάνω ταινίες κι όχι στη σχολή. Το να εκτίθεσαι επί χρόνια σε μια κατάμεστη ηλεκτρισμένη αίθουσα με επτά μικρού μήκους ταινίες και να εισπράττεις τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές κριτικές, ήταν κάτι που με έμαθε να διαχειρίζομαι με αρκετή ψυχραιμία τόσο την αποτυχία όσο και την επιτυχία, κάτι που σε ωριμάζει σαν δημιουργό και ακόμα περισσότερο σαν άνθρωπο. Μπορεί το Φεστιβάλ της Δράμας να είναι ένας μικρόκοσμος, αλλά είναι ένας μικρόκοσμος γεμάτος ενέργεια και ένα ανοιχτό παράθυρο που με βοήθησε να δω τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο και να έρθω σε επαφή με ξένους δημιουργούς, με αντιπροσώπους από διεθνή φεστιβάλ, με επαγγελματίες από την εγχώρια και την ξένη αγορά και να φτιάξω φιλίες που κρατάνε χρόνια. Εξάλλου πού αλλού στην Ελλάδα μπορούσες να δεις ταινίες μικρού μήκους από την Ασία, την Αφρική, τη Νότιο Αμερική ακόμα και από την Ευρώπη; Φιλανδικό, Ιρλανδικό, Σκωτσέζικο, Νορβηγικό, Ρωσικό, Κροατικό σινεμά; Όλες οι τάσεις, όλα τα ρεύματα στο πιάτο σου, ή μάλλον στην Οθόνη, του Φεστιβάλ Δράμας!».

Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

Μια από τις ταινίες του Φεστιβάλ Δράμας που με είχε ταράξει, όχι μόνο γιατί ήταν μια σκοτεινή ιστορία, αλλά κυρίως γιατί ήταν η ιστορία ενός φίλου μου, ήταν του Γιάννη Σακαρίδη το 2006. Φέτος ο Σακαρίδης, του οποίου το America Square αποτελεί την ελληνική υποψηφιότητα στα Όσκαρ, είναι και μέλος της κριτικής επιτροπής. «Πρώτη φορά πήγα στο φεστιβάλ της Δράμας ως θεατής το 1993», μου διηγείται. «Είδα και αγάπησα το Dogs licking my heart του Νίκου Τριανταφυλλίδη, έγινα groupie της ταινίας του, γίναμε φίλοι και από τότε βρισκόμασταν κάθε φορά που ερχόταν στο Λονδίνο όπου ζούσα. Με τα χρόνια στο φεστιβάλ δημιούργησα πολλές φιλίες, με αποκορύφωμα το 2006 που πήγα με την «Αλήθεια», όπου η κινηματογραφική μου γενιά, σχεδόν όλο το διαγωνιστικό τμήμα, ήμασταν κάθε βράδυ μια μεγάλη παρέα. Για μένα αυτό είναι το φεστιβάλ της Δράμας: Η σύνδεση με φίλους, παλιούς και καινούργιους αλλά και με ταινίες που έρχονται με μεγάλες φιλοδοξίες και θα μείνουν στη μνήμη μας, ως πολιτιστικά ιστορικά ντοκουμέντα τα οποία χαράζουν λίγο ή πολύ την πορεία των δημιουργών τους. Κατάγομαι κι εγώ από μια μικρή πόλη της Βόρειας Ελλάδας σαν τη Δράμα και καταλαβαίνω τη δίψα και τον ενθουσιασμό των ανθρώπων της πόλης ν’ αγκαλιάσουν το φεστιβάλ. Φέτος πάω για δεύτερη φορά ως κριτική επιτροπή έχοντας συμμετάσχει ως θεατής, παραγωγός, μοντέρ, σκηνοθέτης και προκριματική επιτροπή στο φεστιβάλ και πάντα διέκρινα ένα πολύ καλό επίπεδο ταινιών, που όλες μαζί αποτυπώνουν τις τάσεις και τους προβληματισμούς του Ελληνικού σινεμά και της κοινωνίας μας».

Τη δική του πρώτη συμμετοχή στο Φεστιβάλ Δράμας θυμάται ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος: «Ήταν το 1992, με την σπουδαστική μου ταινία  “Τα αγαπημένα του πρόσωπα”, ασπρόμαυρη, χωρίς ήχο, μια άσκηση ύφους πάνω στον βωβό κινηματογράφο με ηθοποιούς και συνεργείο εξ’ ολοκλήρου από την σχολή όπου φοιτούσα, το Πανρωσικό Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (VGIK). Θυμάμαι εκείνη την πρώτη φορά, πόσο πολύ με συνεπήρε η ατμόσφαιρα του φεστιβάλ, με τις ταινίες, τις συζητήσεις, τις καινούριες γνωριμίες, τα ξενύχτια και τους χορούς. Ανάμεσα στους σκηνοθέτες που συμμετείχαν τότε και διακρίθηκαν ήταν και ο Αχιλλέας Κυριακίδης, με την πρώτη του ταινία ντοκιμαντέρ “Πύργος- Σινόπουλος” ο οποίος απέδειξε, με την μετέπειτα πορεία του, ότι η μικρού μήκους είναι ένα αυτόνομο  κινηματογραφικό είδος με φανατικούς θαυμαστές και όχι αναγκαίο στάδιο για το πέρασμα στην μεγάλου μήκους.

Το Φεστιβάλ Δράμας έχει εδραιωθεί στη συνείδηση των νέων κινηματογραφιστών ως το  κατ’ εξοχήν “εθνικόφεστιβάλ. Από το ‘92 και στο εξής όλες οι επόμενες ταινίες μικρού μήκους που γύρισα ξεκίνησαν την πορεία τους από το Φεστιβάλ Δράμας, όπως άλλωστε και οι μικρού μήκους ταινίες όλες σχεδόν των Ελλήνων κινηματογραφιστών μετά το 1978».

«Το ζήτημα είναι πάντα αυτό σ’ έναν κινηματογραφιστή: Να υπάρχει επαγγελματική συνέχεια, εξέλιξη», λέει ο Αντώνης Παπαδόπουλος. «Από το φεστιβάλ έχουν βγει ή έχουν περάσει σημαντικοί και γνωστοί σκηνοθέτες», συνεχίζει ο Παπαδόπουλος, «Κάποιοι δεν συνέχισαν, τους συναντώ ως πανεπιστημιακούς, λογοτέχνες, στελέχη καναλιών, κλπ. Άλλοι πάλι ντρέπονται να το γράφουν στα βιογραφικά τους, το θεωρούν υποτιμητικό. Για πολλούς οι ταινίες μικρού μήκους είναι εφαλτήριο για να περάσουν στις μεγάλου μήκους. Πολλοί όμως αντιθέτως επιστρέφουν από τη μεγάλη στη μικρού μήκους ταινία, όπως π.χ. φέτος ο Ευθύμης Χατζής. Οι μικρού μήκους είναι μια αυτάρκης κινηματογραφική κατηγορία. Κανείς δεν μέμφθηκε τον Μπόρχες ή τον Τσέχωφ ότι είναι ‘μικρολογοτεχνάδες’ για τα διηγήματα που έγραφαν! Η δε μικρή διάρκεια σου επιβάλει ένα αισθητικό κριτήριο, να γίνεις πιο λακωνικός, υπαινικτικός, περιεκτικός ή και συμβολικός, δοκιμάζοντας παράλληλα διάφορες φόρμες και στυλ».

«”Μικρομηκάς” για μένα δε σημαίνει τίποτα», μου λέει ο Ηλίας Δημητρίου. «Μου μοιάζει σαν ένας όρος που δημιούργησαν οι “μεγαλομηκάδες” για να μειώσουν τους συναδέλφους τους. Μόνο στην Ελλάδα υποθέτω πως υπάρχει αυτός ο όρος. Για μένα δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στον δημιουργό μιας μεγάλου μήκους ταινίας και σε αυτόν μιας μικρού μήκους ταινίας, εκτός κι αν το μέγεθος τελικά μετράει κι όχι η ποιότητα».

«Αν το περίμενα ότι θα φτάσει σ’ αυτή την ‘ηλικία’ και θα εξελιχθεί; Ναι, το περίμενα!», απαντά στην απορία μου ο Αντώνης Παπαδόπουλος. «Είχα στο μυαλό μου αυτό το μοντέλο και το φεστιβάλ έχει ωριμάσει, με καλό πρόγραμμα και συμμετοχές. Ιδιαίτερα φέτος έχει αυξηθεί πολύ η ζήτηση από έξω και η συμμετοχή διαγωνιζομένων. Έχουμε πλέον πρόβλημα φιλοξενίας. Τι σημαίνει το φεστιβάλ για τη Δράμα; Το φεστιβάλ έχει γίνει το brandname της πόλης, σύμφωνα με έρευνα του ΑΠΘ. Μόνο που δεν έχουμε μεγάλη αίθουσα, αλλά μικρές που κατακλύζονται από κόσμο. Αυτό εύχομαι για το μέλλον: Μια μεγάλη αίθουσα, όπου μπορεί να συρρεύσει ο κόσμος και ν’ ακούγεται δυνατά το χειροκρότημα. Αυτή είναι και η μαγεία του κινηματογράφου: Η κλειστή, σκοτεινή αίθουσα!…»

Ιnfo:

23ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας | 18 – 23 Σεπτεμβρίου 2017

Στις 5-11 Οκτωβρίου το ελληνικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ, οι βραβευμένες ταινίες του διεθνούς και επιλεγμένα προγράμματα θα προβληθούν στον κινηματογράφο «Τριανόν» στην Αθήνα. Επίσης, «Το Φεστιβάλ Δράμας ταξιδεύει» σε δεκάδες πόλεις.