Η καλή λογοτεχνία συνομιλεί πάντα με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Οι καλές ιστορίες, με τα πολλά τους πρόσωπα και τους πολυσχιδείς χαρακτήρες τους, πάντα βρίσκουν τον δρόμο και στοχεύουν στην καρδιά των αναγνωστών. Εκεί βρίσκουν το δικό τους καταφύγιο για να δυναμώσει η φωνή τους και ο αντίλαλός της να φτάσει σε περισσότερους.

«Κάθε μυθιστόρημα είναι μια ισότιμη συνεργασία ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη και είναι το μόνο μέρος του κόσμου στο οποίο δύο άγνωστοι μπορούν να συναντηθούν σε συνθήκες απόλυτης οικειότητας», έχει πει ο Paul Auster, και δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε. Όμως θα προσθέσουμε ότι και ένας δυναμικός ήρωας μπορεί να σε παρασύρει σε παθιασμένες διαδρομές που δεν είχες ποτέ φανταστεί.

Γι’ αυτό τον λόγο σήμερα συγκεντρώσαμε πέντε τίτλους βιβλίων που από την πρώτη κιόλας στιγμή της έκδοσής τους αγαπήθηκαν. Τόσο οι συγκλονιστικές τους ιστορίες όσο και οι ήρωές τους. Γιατί μια καλή ιστορία έχει ένα απαραίτητο συστατικό επιτυχίας: ο ήρωάς της πρέπει να είναι αυθεντικός ώστε να αφηγηθεί τα πάντα δίχως φόβο αλλά με πολύ πάθος.

Σπαρακτικές οικογενειακές ιστορίες

[ 1 ]

Ανησυχία – Linn Ullmann (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου)

Η Linn Ullmann είναι η κόρη της Νορβηγίδας συγγραφέα, σκηνοθέτριας και ηθοποιού Liv Ullmann και του καταξιωμένου Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ingmar Bergman. Μια πληροφορία διόλου τυχαία, αφού η σχέση της με τους γονείς της και σίγουρα η παθιασμένη αγάπη που υπήρχε ανάμεσά τους στάθηκε η αφορμή για αυτό το συναρπαστικό βιβλίο, που γράφεται αναβιώνοντας τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής και σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στις συζητήσεις που έκανε η συγγραφέας με τον πατέρα της λίγο πριν από τον θάνατό του.

Η Linn είναι η κόρη του, η μικρότερη από τα εννέα παιδιά. Τον επισκέπτεται κάθε καλοκαίρι, από κοριτσάκι, στο αγαπηµένο του πέτρινο σπίτι στη Βαλτική. Ο πατέρας της, ο Ίνγκµαρ Μπέργκµαν, που κοντεύει τα ενενήντα οραµατίζεται ένα βιβλίο για τα γεράµατα. Σε όλη τη διάρκεια της άνοιξης του 2007, συναντιόντουσαν κάθε πρωί στο γραφείο του και συζητούσαν, ακούγοντας μερικούς από τους αγαπημένους του δίσκους. Ή, μάλλον, εκείνη έθετε ερωτήσεις κι εκείνος απαντούσε σε όσες ήθελε, παρακάμπτοντας συχνά τα οδυνηρά θέματα. Έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για εκείνον. Σταδιακά χάνει τη γλώσσα του, τη µνήµη του, το µυαλό του. Τα γεράµατα τον έχουν προφτάσει.

«Το σχέδιό μας ήταν να συναντιόμαστε κάθε μέρα. Αλλά δεν εξελίχθηκε έτσι. Δεν συναντιόμασταν κάθε μέρα, ούτε έστω κάθε δεύτερη μέρα. Τους τελευταίους μήνες, ακόμα και πριν φύγω δύο εβδομάδες για το Όσλο, η κατάστασή του είχε ραγδαία επιδείνωση… Η χορογραφία των γηρατειών είναι σύνθετη. Ένας περίπλοκος συνδυασμός του γρήγορου με το αργό. Δεν υπάρχουν διαλείμματα. Ούτε στη διάρκεια της μέρας, ούτε τη νύχτα. Μερικές φορές ακούγαμε απλώς μουσική».

Εφτά χρόνια αργότερα, εκείνη βρίσκει τις κασέτες που περιέχουν τις µαγνητοφωνηµένες συνοµιλίες τους. Βυθισµένη στις αναµνήσεις, αναπλάθει την ιστορία ενός πατέρα, µιας µητέρας, ενός κοριτσιού – ενός παιδιού που ανυποµονεί να µεγαλώσει, και δυο γονιών που θα προτιµούσαν να είναι παιδιά.

«Οργανώνω, καταγράφω και αριθμώ. Λέω: Υπήρξαν τρεις αγάπες. Είμαι τώρα στην ηλικία που ήταν ο πατέρας μου όταν γεννήθηκα. Σαράντα οκτώ. Η μητέρα μου ήταν είκοσι επτά… Δεν ξέρω ποια από τις τρεις αγάπες ήρθε πρώτη. Αλλά θα ξεκινήσω από εκείνη που γεννήθηκε ανάμεσα στη μητέρα μου και τον πατέρα το 1965 και τελείωσε πριν μεγαλώσω αρκετά ώστε να θυμάμαι οτιδήποτε γι’ αυτήν… Η δεύτερη αγάπη είναι προέκταση της πρώτης και αφορά τους εραστές που έγιναν γονείς και το κορίτσι που ήταν κόρη τους…ήμουν το παιδί του και το παιδί της, αλλά όχι το παιδί τους, δεν ήμασταν ποτέ οι τρείς μαζί… Η τρίτη αγάπη. Ένας τόπος. Το Χάμαρς, ή Γιούπανταλ όπως ήταν γνωστό τον παλιό καιρό

Η Ullmann συνθέτει με συγγραφικά περίπλοκους μηχανισμούς, εναλλάσσοντας την πρωτοπρόσωπη με την τριτοπρόσωπη αφήγηση και εμπλουτίζοντας συχνά με ζωντανούς διαλόγους,  μια σπαρακτική, αστεία αλλά πλημμυρισμένη από αγάπη απεικόνιση για την οικογενειακή ζωή και την πολυπλοκότητα των σχέσεων, την παιδική ηλικία και τα γηρατειά, τη μνήμη, τον χρόνο. Πάντα με τρόπο παρήγορο, κατευναστικό. Όσο παρήγορη είναι η ίδια η ζωή.

[ 2 ]

Σάγκι Μπέιν –  Douglas Stuart (μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου)

Βρισκόμαστε στη Γλασκόβη, αρχές της δεκαετίας του 1980. Η πόλη παρακμάζει, οι πολιτικές της Θάτσερ έχουν βυθίσει ολόκληρες οικογένειες στην ανεργία, κι όλοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να επιβιώσουν. Η Άγκνες Μπέιν είχε μεγαλύτερες προσδοκίες για τη ζωή. Ονειρεύεται πράγματα πιο σπουδαία: ένα δικό της σπίτι, μια ζωή με μεγαλύτερες πολυτέλειες, σαν εκείνες που βλέπει στα περιοδικά, οτιδήποτε θα μπορούσε να φωτίσει κάπως τη δική της γκρίζα ζωή. Προσπαθεί να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της παραμένοντας περιποιημένη και όμορφη, αλλά τελικά καταφεύγει στο ποτό, βρίσκοντας σε αυτό ολοένα και μεγαλύτερη ανακούφιση.

«Η Άγκνες εισέπραξε με ύφος βασίλισσας τα λεφτά για το επίδομα της Δευτέρας. Προσπέρασε το γάλα που βρισκόταν στο μπροστινό μέρος του μαγαζιού και στα γρήγορα αγόρασε δώδεκα κουτιά μπύρας Special».

«Τα παιδιά έβλεπαν τους μύς του λαιμού της να πάλλονται καθώς ρούφηξε μερικές μεγάλες γουλιές από το κουτί με τη ζεστή μπύρα που έκρυβε εκεί μέσα. Η Άγκνες τράβηξε το κεφάλι της από την τσάντα· η μπίρα είχε ξεπλύνει  τo κραγιόν από το πaνωχείλι της και εκείνη τρεμόπαιξε πολύ αργά τα μάτια της κάτω από τα στρώματα της χαλασμένης μάσκαρας. Τι κωλότοπος” γρύλισε. “Και να σκεφτεί κανείς πως φόρεσα και τα καλά μου γι’ αυτό το πράμα!”»

Όταν ο άντρας της την εγκαταλείπει, η Άγκνες και τα τρία παιδιά της θα βρεθούν σε αδιέξοδο, σε μια διαλυμένη πόλη. Όσο εκείνη βουλιάζει όλο και περισσότερο στον αλκοολισμό, τα παιδιά της αναγκάζονται να φύγουν. Εκτός από ένα. Τον μικρό Σάγκι, που μένει γιατί ελπίζει. Ελπίζει πως οι μέρες που θα έρθουν θα είναι καλύτερες, πως η μητέρα του θα σωθεί. Και την ίδια στιγμή, αγωνίζεται να βρει την ταυτότητά του, να καταλάβει ποιος είναι και γιατί όλοι τον αντιμετωπίζουν σαν κάτι διαφορετικό.

Μια σπαρακτική ιστορία για τις καταχρήσεις και τη φτώχεια, τις διαλυμένες οικογένειες και τον πόνο μέσα από την τρυφερή αλλά ωμή αφήγηση του Douglas Stuart, μα πάνω από όλα μια ιστορία για την αγάπη. Μέσα από το σκοτάδι ο συγγραφέας μάς φανερώνει το φως, την αφοσίωση και τελικά την ελπίδα.

Το βιβλίο προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στη Σκοτία, και ειδικά στην πρωταγωνίστρια πόλη, τη Γλασκόβη. Η σχεδόν μητρική τρυφερότητα του Σάγκι απέναντι στην ασταθή μητέρα του, η δύναμή του και η συμπόρευση μαζί της παρά τις δύσκολες συνθήκες της ζωής του τον έχουν αναγάγει σε έναν μικρό ήρωα. Μάλιστα πρόσφατα ένα γκράφιτι σε δημόσιο κτίριο αποδεικνύει πόσο πολύ αγάπησε τον Σάγκι η πόλη που τον γέννησε. Το βιβλίο βραβεύτηκε με το Booker 2020.

[ 3 ]

Η χώρα των άλλων – Leïla Slimani (μτφρ. Κλαιρ Νεβέ, Μανώλης Πιμπλής)

Ένα μυθιστόρημα με έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο, καθώς η συγγραφέας εμπνέεται από την ιστορία της γιαγιάς της. «Είχα πάντα την εντύπωση, είτε στη Γαλλία είτε στο Μαρόκο, ότι ζω στη χώρα των άλλων. Σε αυτό το μυθιστόρημα, προσπαθώ να εντοπίσω τη γενεαλογία αυτού του αισθήματος του να είσαι ξένος, να ανήκεις σε μια μειοψηφία. Κοιτάζοντας πίσω την ιστορία των παππούδων μου συνειδητοποίησα ότι αυτό ακριβώς είχαν βιώσει. Ο Μαροκινός παππούς μου αγωνίστηκε για τη χώρα των άλλων και μετά επέστρεψε σε μια χώρα όπου κυριαρχούσαν άλλοι. Η Γαλλίδα γιαγιά μου βρέθηκε στη χώρα άλλων. Και οι Μαροκινές γυναίκες, που υπόκεινται σε αυθαίρετες απαγορεύσεις, ζούσαν σε μια χώρα άλλων, η οποία είναι η χώρα των ανδρών», λέει η Slimani.

Βρισκόμαστε στο Μαρόκο τη δεκαετία του 1950 και παρακολουθούμε τη ζωή ενός ζευγαριού, μιας Αλσατής και ενός Μαροκινού, της Ματίλντ και του Αμίν. Μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εκείνη τον ακολουθεί στη χώρα του, καθώς έχουν πάρει την απόφαση να ζήσουν στο χωριό του Αμίν. Δέκα χρόνια μιας ζωής στην οποία οι προσωπικές ιστορίες αναμειγνύονται με τη μεγάλη Ιστορία, και όπου και οι δύο αναρωτιούνται για την ταυτότητά τους «στη χώρα των άλλων», και αυτό σε μια περίοδο όπου ξεκινάει το κίνημα ανεξαρτησίας μιας χώρας –του Μαρόκου– ενάντια στο αποικιακό κράτος της Γαλλίας.

Ένα μυθιστόρημα που μέσα από τη ζωντανή εξιστόρηση μιας οικογενειακής σάγκας μάς φέρνει αντιμέτωπους με την αποαποικιοποίηση, την έλλειψη κατανόησης, την αδιαλλαξία, τον πόλεμο, τον εθνικισμό, τη θρησκεία, τη σεξουαλικότητα, τον φεμινισμό, την καταπίεση αλλά και την αγάπη. Μας μεταφέρει σε έναν ξεσηκωμένο κόσμο, σε μια κοινωνία που αλλάζει, ξεδιπλώνεται, μαθαίνει.

Σκοτεινές, μυστηριώδεις υποθέσεις

[ 4 ]

Ο Κουτσός Άγγελος – Αλέξης Πανσέληνος

Βρισκόμαστε στην κατοχική Αθήνα του 1943. Ένας Ελληνοαμερικανός ντετέκτιβ, ο Άγγελος Σωτηρίου, βρίσκεται εδώ και λίγα χρόνια στην Ελλάδα, κυνηγημένος από τους εχθρούς του. Με τσακισμένο το σώμα του αλλά με πείσμα και ζωντανό πνεύμα, κερδίζει ελάχιστα από το επάγγελμά του: «Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες και με τη συνεργασία κάποιου φωτογράφου, του Πελοπίδα Λεμπεσόπουλου, που είχε κατάστημα στο ισόγειο της Γαμβέτα, να τους μπαγλαρώνουμε και να τους οδηγούμε γυμνούς στο πλησιέστερο τμήμα για να ακολουθηθεί η διαδικασία του αυτόφωρου. Έπρεπε να είχες σκληρή καρδιά γι’ αυτή τη δουλειά». Και ενώ ο πόλεμος διαλύει τις τελευταίες του ελπίδες, κάποιος του αναθέτει την προστασία του Μιλτιάδη Μπεράτη, ενός κοντραμπασίστα της όπερας.

Εν μέσω γερμανικής κατοχής και κυρίως σε μια περίοδο βασανιστικής πείνας για όλους, ο Άγγελος Σωτηρίου θα αναλάβει τη δουλειά και μια ιστορία γεμάτη ανατροπές θα αρχίσει να ξετυλίγεται, που συμπεριλαμβάνει το ρεαλιστικό στοιχείο και το φανταστικό, καταιγιστική δράση, συχνά και αυτοσαρκασμό. Σε αυτή την ιστορία, θα συναντήσει πλάσματα φτιαγμένα από τα υλικά του πόνου και της επιβίωσης: μια μοιραία γυναίκα που σαγηνεύει όλους τους άνδρες της ιστορίας, μια Εβραιοπούλα παντρεμένη μ’ έναν μαυραγορίτη, έναν Γερμανό αρχιμουσικό αποφασισμένο ν’ ανεβάσει τον «Χρυσό του Ρήνου» στη Λυρική, έναν αλλήθωρο πρώην εκτελωνιστή, μια πόρνη της Τρούμπας, μια μαυροφορεμένη γυναίκα παραδομένη στο ερωτικό αλισβερίσι. Όλοι τους μπορούν είτε να σωθούν είτε να χαθούν.

«“Όλοι πεθαίνουμε” έκανα. “Αλλά δεν ξέρουμε όλοι από τι – η πείνα και οι σφαίρες είναι απέξω, μπορεί να γλιτώσεις. Αλλά αυτό που μας σκοτώνει μέσα μας ποτέ δεν λέει τ’ όνομά του».

Ο Αλέξης Πανσέληνος ωστόσο μας παραδίδει κάτι περισσότερο από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Με τόλμη και ευαισθησία, καταδύεται βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή για να μας δώσει μια ιστορία που μιλά για την τέχνη και τη λύτρωση μέσω αυτής, για την ανάγκη των ανθρώπων να πιστέψουν στο θαύμα. Μια ιστορία με κοινωνικό προσωπείο, ιστορικές προεκτάσεις και ρεαλισμό.

Ένα βιβλίο που πρωτοκυκλοφόρησε το 2002 και φέτος επανακυκλοφόρησε στο πλαίσιο μιας αξιόλογης πρωτοβουλίας των εκδόσεων Μεταίχμιο να προχωρήσουν στην επανέκδοση βιβλίων σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που δεν πρέπει να λείπουν από μια σύγχρονη βιβλιοθήκη.

Τα έργα, ανάμεσά τους το ιστορικό μυθιστόρημα της Τατιάνας Αβέρωφ Το ξέφωτο (πρώτη έκδοση 2000), τα Η συμφωνία των ονείρων του Νίκου Θέμελη και το Η καρδιά του κτήνους του Πέτρου Τατσόπουλου. αποκτούν νέα ζωή και ανανεωμένη όψη, νεανική και σύγχρονη, με στόχο να φτάσουν στους νεότερους αναγνώστες.

Τον σχεδιασμό της σειράς επιμελήθηκε η γραφίστρια Βάσω Αβραμοπούλου. Το φθινόπωρο θα ακολουθήσουν τα μυθιστορήματα, Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη, ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα για τον αγνοημένο πόλεμο της Κύπρου αλλά και για κάθε πόλεμο, και το Πανδαιμόνιο του Κώστα Ακρίβου, ένα χορταστικό μυθιστόρημα, όπου η αστυνομική πλοκή συναντά την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία.

[ 5 ]

Ο θάνατος του Οδυσσέα – Δημήτρης Σίμος

«Ο Σατανάς τρυπώνει στο δάσος. Βρίσκει μέρος να κρυφτεί όταν ξεκινά η βροχή… Φούσκες ευτυχίας, χρώματα, τραγούδι, χαμογελαστά χείλη για μερικά δευτερόλεπτα στο παρόν. Η όψη στο φως της αστραπής κρατά μια στιγμή. Οι κορμοί των δέντρων πυκνώνουν, η υγρασία τρώει τα κόκαλά σου. Η νύχτα καταπίνει όνειρα για το μέλλον, φωνές, εφιάλτες, κλάματα. Η όψη στο σκοτάδι βαστά τον χρόνο δέσμιό της. Ζωή δίχως φως. Μια απέλπιδα διαίσθηση πως όλα θα φτιάξουν…»

Ένας άντρας απειλεί να πηδήξει από την ταράτσα ενός ξενοδοχείου, όταν φτάνει για τη διαπραγμάτευση ο αστυνόμος Καπετάνος. Ένα ταριχευμένο τσακάλι ανακαλύπτεται στην ντουλάπα του, ενώ η αντιτρομοκρατική φτάνει στην Εύβοια. Είναι η αρχή ενός κουβαριού που, καθώς ξετυλίγεται, αφήνει στο διάβα του πολλά ερωτηματικά και δυσοίωνες προβλέψεις, διαπλοκές, δίψα για εκδίκηση, εθνικιστικό φανατισμό και ρατσισμό, βαλσαμωμένα ζώα και φόνους. Ο Χρίστος Καπετάνος και η ομάδα του –ο Ορέστης, η Μαρκένα, ο Βαμβακάς– αναλαμβάνουν τη διαλεύκανση των σκοτεινών υποθέσεων. H αντιτρομοκρατική μπλέκεται στα πόδια τους και το κουβάρι δείχνει ολοένα πιο μπερδεμένο.

Τα σκοτεινά νερά, πιο απειλητικά από κάθε φορά, ξερνούν δυσοίωνες προβλέψεις για την επίλυση των φόνων, ενώ υψώνονται εμπόδια διαρκώς στην πορεία των ερευνών. Εθνικιστικά στοιχεία και ίντριγκα στα σώματα ασφαλείας, υπηρεσίες πρόνοιας με «νοθευμένα αρώματα», παιδιά έρμαια ενός ξεφτισμένου, άδικου συστήματος, το κυνήγι ενός δολοφόνου που αφήνει για σημάδι ένα βαλσαμωμένο ζώο και μια θεωρία συνωμοσίας που κανείς δεν θέλει να επαληθευτεί… Ένα πρόγραμμα προσηλυτισμού πιστών «στρατιωτών» που έχει καλύψει εδώ και χρόνια τις στολές με κουστούμια… Ποιος κινεί τα νήματα; Πόσο δύσκολο είναι να νικήσεις όταν ο εχθρός έχει δημιουργήσει το παιχνίδι;

Η τέταρτη περιπέτεια του γνωστού πλέον ανάμεσα στους κύκλους της αστυνομικής λογοτεχνίας αστυνόμου Καπετάνου, με τη μεστή, συγκροτημένη και ώριμη γραφή του Δημήτρη Σίμου, είναι ένα θρίλερ με αλλεπάλληλες ανατροπές, το οποίο θίγει πολλά επίκαιρα θέματα που βασανίζουν την καθημερινότητά μας τα τελευταία χρόνια. Ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα με καταιγιστική πλοκή και άρτια σκιαγραφημένους χαρακτήρες, που μας βάζει στα σκοτεινά νερά μιας θάλασσας προδοσίας και μίσους.

«…“Και η νύχτα ήρθε / ήταν πολύ ήρεμη αυτό έλεγε ο στίχος».

Τα βιβλία κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο