Αγαπητέ αναγνώστη, το ξέρεις ότι σε συμπαθώ ιδιαίτερα και βάζω τα δυνατά μου κάθε εβδομάδα για να σε ενημερώνω, να σε διασκεδάζω και να σου δίνω μια διαφορετική οπτική για τον παλαβό κόσμο στον οποίο ζούμε. Οι δημοσιογράφοι έχουν φτάσει στα άκρα και έχουν ρισκάρει τη σωματική τους ακεραιότητα για να εκπληρώσουν την αποστολή της (κερδίζοντας ειδικά στην Ελλάδα με το σπαθί τους το δικό τους σύνθημα «Αλήτες-Ρουφιάνοι-Δημοσιογράφοι»). Οφείλω όμως να σου ομολογήσω ότι ακόμα κι αν το πιο αγαπητό μου πρόσωπο είχε χάσει την όρασή του και μου ζητούσε να του διαβάσω τις Πενήντα αποχρώσεις του γκρι, δεν θα δεχόμουν. Οπότε θα αποφύγω αυτή την αβάσταχτη αγγαρεία παραπέμποντας στον Θοδωρή Γεωργακόπουλο, όχι μόνο για το λόγο που ανέφερα, αλλά επειδή θέλω να αποφύγω τη σύγκριση μαζί του, στην οποία θα έβγαινα οπωσδήποτε χαμένος.

Αν ζούσες μέχρι τώρα σαν πρωταγωνιστής του μετα-αποκαλυπτικού Revolution, μάλλον σου έχει ξεφύγει ότι το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς παγκοσμίως (το καταλαβαίνεις επειδή αν πατήσεις το «5» στην αναζήτηση του Google εμφανίζεται πρώτα-πρώτα ο τίτλος του βιβλίου) είναι το σαδομαζοχιστικών αποχρώσεων τρίτομο πόνημα της EL James. Σ’ αυτό μια φοιτήτρια και ένας πιο-πλούσιος-και-πιο-παντοδύναμος-δεν-γίνεται νεαρός που δεν υπάρχουν πουθενά σ’ αυτό τον κόσμο (παρά μόνο στο μυαλό μιας γυναίκας με συναισθηματικά και σεξουαλικά απωθημένα), ζουν έναν ταραγμένο έρωτα που επίσης δεν θα συνέβαινε πουθενά σ’ αυτό τον κόσμο (παρά μόνο στο μυαλό μιας γυναίκας με συναισθηματικά και σεξουαλικά απωθημένα). Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, διάβασα το πρώτο κεφάλαιο σε ένα ιντερνετικό βιλβλιοπωλείο ώστε να ξέρω τι λέω και έμεινα άφωνος από τη γελοιότητα της γραφής. Αν κρίνω εκ του τελικού αποτελέσματος, η συγγραφέας πρέπει να έβγαλε νοκάουτ ακόμα και τους φημισμένους για την αποτελεσματικότητά τους Αγγλοσάξονες επιμελητές. Νομίζω ότι κάποιος οφείλει στην ανθρωπότητα (και στο συκώτι της που θα γίνει καινούργιο) να διαρρεύσει το πρωτότυπο κείμενο όπως προτάθηκε στον εκδοτικό οίκο πριν περάσει από επιμέλεια…

Η EL James έχει βγάλει λεφτά με το τσουβάλι και οι επόμενες εμπορικές κινήσεις της αποδεικνύουν ότι έφτασε επιτέλους η ώρα της να εκδικηθεί στις φαντασιώσεις της όλους εκείνους που της αρνήθηκαν το σεξ. Από τις συνεντεύξεις της μαθαίνουμε ότι κατά τη συγγραφή άκουγε κλασική μουσική (πράγμα απίθανο αν σκεφτείς πως η κλασική μουσική εξημερώνει και καλλιεργεί τον άνθρωπο, μια επιρροή που δεν ανιχνεύεται με τίποτα στο γράψιμό της) και Black Eyed Peas (αρκετά πιθανό δεδομένου του νηπιακού επιπέδου του συγκροτήματος). Επίσης είχε παράλληλες εμπνεύσεις για σεξουαλικά βοηθήματα. Ήδη κυκλοφορεί μια συλλογή κλασικής μουσικής, ενώ στο Lovehoney μπορείς να παραγγείλεις εγκεκριμένα από την ίδια σύνεργα δεσίματος για πρωτάρηδες που ερεθίστηκαν από τη φράση του βιβλίου «Φαντάσου τον εαυτό σου δεμένο και εντελώς υποταγμένο στο έλεός μου». Θα σταματήσει εδώ αυτή η γκρι λαίλαπα; Ακολουθούν φυσικά οι κινηματογραφικές μεταφορές, που έκαναν τον Bret Easton Ellis να στάζει χολή επειδή δεν του ανατέθηκε η σεναριακή προσαρμογή. Ενδεχομένως μάλιστα η συγγραφέας να γράψει στίχους για τους Black Eyed Peas ή να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με τις συνταγές που μαγείρευε στα δυο παιδιά της κατά τη διάρκεια του γραψίματος. Μπορεί να σκεφτεί οτιδήποτε και να το πολλαπλασιάσει επί τους αναγνώστες που τη βοήθησαν να καταρρίψει το ένα μετά το άλλο τα ρεκόρ πωλήσεων.

Όλες οι αναλύσεις για την επιτυχία και τις (αντι)φεμινιστικές προεκτάσεις των βιβλίων της EL James είναι περιττές και αποκρύπτουν την προφανέστατη αλήθεια. Η επιτυχία έχει να κάνει με μερικούς απλούς παράγοντες: το word-of-mouth, την περιέργεια, το ότι οι γυναίκες, που αποτελούν το βασικό target group του βιβλίου, έχουν καιρό να απολαύσουν το σεξ εξαιτίας των νευρώσεών τους, το γενικά χαμηλό επίπεδο των πολιτιστικών προϊόντων που καταναλώνει το mainstream κοινό. Είναι κανόνας στα μίντια να γίνεται ένα άθλιο βιβλίο αντικείμενο συζήτησης ανά 2-3 χρόνια. Η σειρά της EL James έρχεται απλώς να προστεθεί σε έναν τυπογραφικό οχετό που περιλαμβάνει τον Dan Brown και τον Paolo Coelho, που μπροστά τους ο Michael Crichton και ο John Grisham φαντάζουν ιερά τέρατα της λογοτεχνίας. Η αγγλοσαξονική κριτική που όσο φλέγμα της περισσεύει, άλλο τόσο με εντυπωσιάζει με την ευγένεια και την καλή της προαίρεση, δεν αντέδρασε ποτέ με βδελυγμία ή έστω οικολογική οργή στη σπατάλη χαρτιού για τον Κώδικα Ντα Βίντσι. «Page-turner» το ανέβαζαν, «page-turner» το κατέβαζαν – μήπως και εμφανιστεί κάτι περισσότερο ενδιαφέρον στις σελίδες του ανάμεσα στην παράθεση εγκυκλοπαιδικών λημμάτων. Όσο για τον Coelho, κανονικά θα έπρεπε να βγουν ασφαλιστικά μέτρα που να του επιβάλλουν απόσταση 100 μέτρων από οποιαδήποτε γραφική ύλη. Αντί γι’ αυτό, εξακολουθεί να βγάζει βιβλία και να ενθαρρύνει χιλιάδες ιστριονικούς και νάρκισσους να επιμένουν στα συμπτώματά τους, με tweets όπως «Authentic freedom is liberation from other people’s opinions» και «Haters: confused admirers who don’t understand why so many people love you». Κάποτε θα αποδειχτεί η θετική συνάφεια του Coelho με την αύξηση των περιστατικών διαταραχής προσωπικότητας και θα μπορείς να περηφανεύεσαι ότι το διάβασες πρώτος εδώ.

Είναι εύκολο να μείνεις μακριά από τις 50 αποχρώσεις του γκρι, τις πιο σκούρες και τις πιο ανοιχτές του, αν λυπάσαι το χρόνο που θα ξοδέψεις και αν σέβεσαι τον εαυτό σου. Σε έχω προειδοποιήσει εγώ, ο Γεωργακόπουλος και ο Salman Rushdie. Εκτός πια κι αν είσαι ανάμεσα σ’ αυτούς που θεωρούν το Sex and the City δείγμα γυναικείας χειραφέτησης, οπότε έχεις δικαίωμα σε λίγη από την ηδονή που βιώνει η ηρωίδα του βιβλίου: «The handcuffs, I enjoyed… well, more than enjoyed. It was mind-blowing. You can do that to me again anytime.»