Self-portrait, *oil on panel, *ca. 1548

Η Ιταλία ετοιμάζεται να γιορτάσει τα 500 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Ιταλού ζωγράφου Jacopo Tintoretto, θα γιορτάσει για την ακρίβεια τον «θρίαμβο» του Τιντορέττο, του μικρού βαφέα που αψήφισε τους κανόνες και την κριτική της εποχής του, δημιούργησε δική του σχολή και διαφοροποιήθηκε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο από τους ομότεχνούς του. Η 500η αυτή  επέτειος θα έχει ως επίκεντρο τη Βενετία στην οποία ο Τιντορέττο γεννήθηκε και πέρασε όλη τη ζωή του. Το φθινόπωρο, (7 Σεπτεμβρίου-6 Ιανουαρίου 2019), το Palazzo Ducale φιλοξενεί την πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση του καλλιτέχνη στην πατρίδα του μετά από αυτή στο Παλάτσο Πεζάρο της Βενετίας, το 1937.

Παράλληλα, η Βενετία θα τον τιμήσει με πλήθος εκδηλώσεων και μικρότερων εκθέσεων σε όλη την πόλη, κυρίως στη Scuola Grande di San Rocco. Μέχρι τώρα, μια έκθεση για τον Τιντορέττο θεωρείτο αδύνατη ή περιττή, αφενός τα έργα του μετακινούνται δύσκολα λόγω της μεγάλης κλίμακας αλλά και λόγω της αμφιβολίας σχετικά με την πατρότητα πολλών από αυτά. Άλλωστε, πριν από την έκθεση για τον Τιντορέττο που είχε οργανώσει το Πράδο το 2007, ο μεγάλος ζωγράφος είχε μείνει για πολλά χρόνια στο περιθώριο των μεγάλων εκθεσιακών εκδηλώσεων, αυτών που επιδιώκουν διακαώς πινακοθήκες και μουσεία ανά τον κόσμο καθώς έχουν αποδειχθεί ως οι πιο κερδοφόρες και δημοφιλείς.  Η έκθεση στο Palazzo Ducale, που θα ταξιδέψει στη συνέχεια στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσινγκτον, (10 Μαρτίου-7 Ιουλίου 2019), ελπίζει να διαλύσει τέτοιες επιφυλάξεις.

he Miracle of the Slave (detail; 1548), Jacopo Tintoretto. Gallerie dell’Accademia, Venice

Ατίθασος, φουριόζος, αμελής και ιδιοφυής ζωγράφος

Τα αριστουργήματα του Τιντορέττο που εξακολουθούν να κοσμούν τα ιστορικά κτίρια της Βενετίας, είναι μόνο ένα μέρος της πληθωρικής καλλιτεχνικής του παραγωγής του ζωγράφου ο οποίος διεκδίκησε τη θέση του καλλιτεχνικού κληρονόμου του Τισιανού. Ο Τιντορέτο δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γενέτειρά του, ήταν το μεγαλύτερο παιδί από τα 21 της οικογένειας του βαφέα υφασμάτων (ιταλ. tintore) Τζοβάνι Ρομπούστι ή Κομίν. Ο νεαρός Γιάκοπο πήρε το καλλιτεχνικό του όνομα Τιντορέτο που σημαίνει «μικρός βαφέας» από το επάγγελμα του πατέρα του, και το παρατσούκλι Furioso από τον έξαλλο, μανιώδη τρόπο με τον οποίο ζωγράφιζε. Για τον νεαρό Τιντορέτο δεν υπήρχε η πολυτέλεια του χρόνου κάτι που δεν εξηγήθηκε ποτέ αλλά και ο ίδιος έδινε μια απάντηση σιβυλλική «επειδή αυτοί δεν έχουν γύρω τους τόσα πολλά ζωύφια που να τους τρελαίνουν» σε όσους τον ρωτούσαν.

Οι τρόποι του πάντως ήταν ο λόγος που έκανε τον δάσκαλό του Τισιανό να τον εκδιώξει από το εργαστήριό του, άλλοι υποστηρίζουν πως τον ζήλευε, άλλοι πως δεν κατανοούσε τον τρόπο με τον οποίο ζωγράφιζε. Ο ίδιος πέρα από τον μανιακό τρόπο με τον οποίο ζωγράφιζε, ήταν κρυψίνους, δεν ήθελε να αποκαλύψει τις μεθόδους του, αυτές που έκαναν το στιλ του μοναδικό και τον ίδιο πρόσωπο δημοφιλές αλλά και αμφιλεγόμενο.

Ιούδας και Θάμαρ, 1555-59, Μαδρίτη, Μουσείο του Πράδο

H Σωσάννα και οι γέροι, 1562, Μιλάνο, Πινακοθήκη Μπρέρα

Η δημιουργία του Γαλαξία, 1575, Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη

«Σχεδίαζε όπως ο Μιχαήλ Άγγελος και χρωμάτιζε όπως ο Τιτσιάνο» ήταν το μότο του, μια επιγραφή χαραγμένη στον τοίχο του εργαστηρίου του. Ο ζωγράφος που δεν εγκατέλειψε ποτέ την πόλη του και αντίθετα με τους ομότεχνούς του δεν ταξίδεψε πουθενά, είχε χαμηλές τιμές, πολλές παραγγελίες, αλλά στις παραδόσεις του ήταν ασυνεπής, ενώ πιστεύεται πως ζωγράφιζε χωρίς προσχέδια, έτσι έχουν διασωθεί ελάχιστα.

Για να φτιάξει τα μεγάλα του έργα μετέτρεπε το στούντιό του σε θεατρικό σκηνικό. Είχε πάθος με την προοπτική και έφτιαχνε μακέτες με κέρινα αγαλματίδια που τα χρησιμοποιούσε ως μοντέλα. Τα φώτιζε από διάφορες γωνίες για να πειραματιστεί σε κάτι που τον καθιέρωσε, τη σχέση φωτός και σκιάς. Ο ίδιος ήταν επιθετικός, οι πολέμιοί του τον θεωρούσαν άτεχνο και υποτιμούσαν συστηματικά την παρουσία του στη βενετσιάνικη σκηνή. Η επιμονή, η τόλμη και το ταλέντο του τον ανέδειξαν νικητή αυτής της μάχης όταν το 1556 ο περίφημος Τζόρτζο Βαζάρι επισκέφθηκε τη Βενετία προκειμένου να συγκεντρώσει υλικό για το περίφημο βιβλίο «Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων», είδε τα έργα του και έγραψε ότι ο Τιντορέττο «είναι το τρομερότερο πνεύμα που έχει ποτέ φανεί στην τέχνη της ζωγραφικής».

Η σφαγή των Αθώων, 1582-87, Βενετία, Scuola Grande di San Rocco

Ευαγγελισμός, 1576-81, Βενετία, Scuola Grande di San Rocco

Τα Εισόδια της Θεοτόκου, 1552 – 1556, Βενετία, Madonna dell’Orto

Ο Τιντορέττο κατάφερε να συγκεφαλαιώσει στο έργο του αυτό που δήλωνε και με το μότο του. Τη σύνθεση του σχεδίου των Φλωρεντινών δασκάλων και το χρώμα των Βενετσιάνων. Ακόμα και αν στην εποχή του αυτό δεν έγινε απολύτως κατανοητό, ένας άλλος μεγάλος ήρθε να τον δικαιώσει έχοντας εμπεδώσει και επηρεαστεί από την ένταση και την ενέργεια του έργου του, ο Ελ Γκρέκο.

Ο κύκλος των παραστάσεων που ζωγράφισε στη Σχολή του Αγίου Ρόκου, θεωρείται από πολλούς μελετητές ισάξιος της εικονογράφησης της Καπέλα Σιστίνα από τον Μιχαήλ Άγγελο. Είναι αυτές τις οποίες δούλεψε για περίπου 25 χρόνια και στις οποίες μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει την εξέλιξη του έργου του και τις γόνιμες αντιθέσεις του, τον συνδυασμό ρεαλιστικών τύπων και αφαιρετικών τάσεων, γενικευτικών και ιδεαλιστικών χαρακτηριστικών, έκστασης και συμβολισμού.

Η κίνηση και ο ρόλος του φωτός, η φαντασία και η πνευματώδης χρήση των σωμάτων και των προσώπων, το απελευθερωτικό λεξιλόγιο που ύμνησε η μετέπειτα μελέτη της ζωγραφικής του, είναι τα στοιχεία που καθόρισαν την μακρόχρονη δημιουργική του διαδρομή με έργα όπως οι διαφορετικές εκδοχές του «Μυστικού Δείπνου», η «Δανάη», το «Καλοκαίρι», η «Καταγωγή του Γαλαξία», η «Σουζάνα στο λουτρό και οι γέροντες», ο «Ιερός νιπτήρας». Μέχρι το τέλος της ζωής του αρνήθηκε την ωραιοποίηση και αντέταξε με το έργο του τη χρωματική ζωντάνια και την αφηγηματική δύναμη. Ο Τιντορέττο πέθανε στην πόλη του, στην πόλη που τον τιμά, στη Βενετία το 1594 σε ηλικία 86 ετών.