Είναι παράξενη η Θεσσαλονίκη την περίοδο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Σαν ένα παράλληλο σύμπαν να έρχεται και να εγκαθίσταται πάνω από την πόλη, μεταβάλλοντας το χωροχρονικό συνεχές της. Ο χρόνος συστέλλεται και ποτέ δεν αρκεί, οι αποστάσεις μεγαλώνουν και ποτέ δε βολεύουν, ο πληθυσμός αυξάνει γεωμετρικά, με επισκέπτες αλλά και με αρκετούς από τους κατοίκους που για κάποιον περίεργο λόγο υπάρχουν δημόσια μόνο τέτοιες μέρες, μυρίζει μανταρίνι και σαλέπι και τελευταία τα καιρικά συστήματα χορηγούν με ευγένεια ένα δεύτερο σετ αλκυονίδων ημερών.

Τα τελευταία χρόνια, όσο ζορίζουν τα πράγματα, η ανάγκη για καταφυγή στο σινεμά μεγαλώνει, και στη Θεσσαλονίκη των περιορισμένων κινηματογραφικών καταφυγίων μεγαλώνει και η λαχτάρα για το Φεστιβάλ. Μαζί όμως η γκρίνια και τα προβλήματα: ένα χρέος -κληρονομιά των προηγούμενων διοικήσεων- που παρά την εντυπωσιακή του μείωση δε λέει να αποπληρωθεί, το συνεχώς μειούμενο μπάτζετ (1.800.000 € φέτος, ενώ στο παρελθόν έχει ξεπεράσει τα 10 εκατ.), η αβεβαιότητα για το μέλλον, λόγω της λήξης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων χρηματοδότησης που αυτή τη στιγμή καλύπτουν το 80% του προϋπολογισμού, αλλά και ο προβληματισμός που προκάλεσε η είδηση ότι μεγάλη εταιρεία πολυκινηματογράφων διαπραγματεύεται την αγορά των αιθουσών του Λιμανιού από τον ΟΛΘ (αυτή ήταν λοιπόν η πιο φαεινή ιδέα για την αξιοποίησή τους;), η αμφιλεγόμενη κίνηση της υποχρεωτικής καταβολής 2 ευρώ ανά εισιτήριο από τους κατόχους της Cineκάρτας με ταυτόχρονη άλλα όχι ανάλογη μείωση της τιμής της κάρτας (με αποτέλεσμα έντονες αντιδράσεις από τακτικούς θαμώνες αλλά και από πολιτικά κόμματα), οι ενστάσεις μερίδας του κοινού, του Τύπου αλλά και του κινηματογραφικού σιναφιού απέναντι στις επιλογές και τη φιλοσοφία του Διευθυντή του Φεστιβάλ κ. Δημήτρη Εϊπίδη (π.χ. η συνεχιζόμενη κόντρα του με την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου).

Καμία πρωτοτυπία. Εκτός από γιορτή, τουριστική ατραξιόν και χαρά του κινηματογραφόφιλου, το Φεστιβάλ υπήρξε πάντα ένα πεδίο μάχης όπου έπρεπε να απαντηθεί το ερώτημα “σε ποιον ανήκει περισσότερο το Φεστιβάλ”. Το παράξενο αυτό σύμπαν από τη δημιουργία του το 1960 (ως Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου) αποικίστηκε και εξακολουθεί να κατοικείται από ένα σωρό φυλές που έχουν τελείως διαφορετικές εικόνες στο κεφάλι τους για το τι είναι Κινηματογράφος και για το πώς θα έπρεπε να είναι ένα Φεστιβάλ: πολιτικοί, στελέχη της διοργάνωσης, δημιουργοί,  παραγωγοί, κριτικοί, κοσμικοί και κινηματογραφόφιλοι μάχονται για μια θέση στο φεστιβαλικό ήλιο.

Το χαρακτηριστικότερο στιγμιότυπο αυτής της πολυκοσμίας είναι πάντα οι επεισοδιακές επίσημες τελετές του Φεστιβάλ. Στη φετινή τελετή έναρξης που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή, το κατάμεστο Ολύμπιον φιλοξένησε κουστουμαρισμένους πολιτικούς, κοσμικές κυρίες με ένδυμα επίσημο, ετοιμοπόλεμους διαπιστευμένους, πιστούς Φεστιβαλιστές και φανατικούς Τζαρμουσικούς. Την παράσταση από το μικρό προφήτη του αληθινού σινεμά Τζιμ Τζάρμους, στην πρώτη προβολή της πολυαναμενόμενης νέας του ταινίας «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί», επιχείρησαν, ανεπιτυχώς, να κλέψουν ο Υφυπουργός Αθλητισμού κ. Γιάννης Ανδριανός και ο σύμβουλος του Πρωθυπουργού σε ζητήματα πολιτισμού κ. Δημοσθένης Δαββέτας που επιδόθηκαν σε άτυπο διαγωνισμό κοινοτυπίας και αερολογίας εισπράττοντας επάξια το γιουχάρισμα της πλατείας, αλλά και ο αυτοαποκαλούμενος “σινεμαδάκιας” δήμαρχος Μπουτάρης με τα αιχμηρά του σχόλια.

Στην πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα, ένα χρόνο μετά την έλευση του αγαπημένου του φίλου Άκι Καουρισμάκι και δύο από εκείνη της συντρόφου του Σάρα Ντράιβερ, ο Τζάρμους επιβεβαίωσε τις προβλέψεις ότι θα είναι ο λόγος για τον οποίο θα θυμόμαστε για πάντα το 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Με τα χαρακτηριστικά μαύρα γυαλιά του και το χιονισμένο κεφάλι του, γοητευτικός, αλλόκοτος και προσηνής, κέρδισε από την πρώτη στιγμή τη συμπάθεια και τα βλέμματα των παροικούντων το Φεστιβάλ αλλά και των περαστικών, καταλαμβάνοντας θέση κορυφής στο Hall of Fame με τους προσκεκλημένους-αδυναμίες του Φεστιβάλ (κάνοντας την ίδια στιγμή τον έτερο λαμπερό προσκεκλημένο και Πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής αξιαγάπητο Αλεξάντερ Πέιν να μοιάζει φτωχός συγγενής). Με τη σύντομη παρέμβασή του στην τελετή έναρξης αλλά και με τη συνέντευξη Τύπου του Σαββάτου έδωσε μαθήματα σεμνότητας και ποιότητας και μας έκανε σύντομη ξενάγηση στο υπέροχα ιδιάζον σύμπαν του, μιλώντας για μουσική, για την αξία της συνειδητότητας, της ανθρώπινης έκφρασης και της φαντασίας, για το περιθώριο στο οποίο κατοικεί μόνιμα, για τον Ουίλιαμ Μπλέικ και τον Νίκολα Τέσλα, και για τον μόνο τρόπο να κάνεις σινεμά, τον αυτενεργό, προσωπικό τρόπο του καθενός.

Η ταινία του, μια ποιητική ιστορία αγάπης δύο βαμπίρ, αφιερωμένη στη σύντροφό του Σάρα Ντράιβερ, δε φτάνει σε καμία περίπτωση τον ανυπέρβλητο Νεκρό. Είναι όμως μια ελεύθερη βουτιά στο σύμπαν του Τζάρμους, μια ρομαντική προσωπική εξομολόγηση,  κεντημένη με αγωνία και προβληματισμό, μια ρητορική ερώτηση αλλά και μια χαμηλόφωνη πρόταση για το πώς οι άνθρωποι που δεν έχουν απώλεσει την ευαισθησία τους μπορούν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από κουστουμαρισμένα ζόμπι, μια ελεύθερη βουτιά στο ποιητικό, αληθινό σινεμά.

Αληθινό, όπως αυτό που μας έδωσε με τις λέξεις και τη μουσική του ο λιγότερο κινηματογραφιστής απ’ όλους, Κωνσταντίνος Βήτα, μέλος της φετινής Κριτικής Επιτροπής, που στη συνέντευξη Τύπου της τελευταίας μίλησε για τη δυνατότητα του κινηματογράφου να επικοινωνεί το παγκόσμιο συναίσθημα, για τον παγκόσμιο χτύπο που διαπερνά τα σύνορα (ίσως έτσι ξεχωρίζουν τα βαμπίρ από τα ζόμπι, οι καρδιές τους χτυπούν 24 καρέ το δευτερόλεπτο) και για την ανάγκη να μετουσιωθεί ο κινηματογράφος σε κάτι περισσότερο από απλή αφήγηση ιστοριών, να γίνει ποίηση. Αληθινό σινεμά όπως οι δύο παραστάσεις που έδωσε στο Βασιλικό Θέατρο, δίνοντάς μας μια ατμοσφαιρικά εικονοποιημένη εκδοχή του δίσκου Transformations και γυρίζοντάς μας πολλά χρόνια πίσω, στην εποχή που ο κινηματογράφος δανειζόταν τη φωνή του από τα επί σκηνής μουσικά όργανα.

Αληθινό σινεμά και όπως αυτό του trending topic και protégé του φετινού Φεστιβάλ, πολυβραβευμένου Αλέξανδρου Αβρανά, που με την ταινία του Miss Violence έκανε ακόμη και τις κοσμικές κυρίες να σπεύδουν στις sold out προβολές του. Αληθινό σινεμά γιατί με την αριστοτεχνικά δοσμένη ταινία του, ο Αβρανάς μας δίνει μια εκδοχή οικουμενικού σινεμά που μιλάει ελληνικά και κάνει πράξη το φετινό σύνθημα της διοργάνωσης: “Ανατροπή”. Ανατροπή της τάσης του παρελθόντος να αποφεύγουμε τις ελληνικές ταινίες και ανατροπή της στερεοτυπικής αντίληψης για το “περίεργο νέο ελληνικό σινεμά”, το έτερο trending topic φέτος: Υπάρχει ή είναι κατασκευή του μάρκετινγκ ή των κριτικών; Είναι ένα ενιαίο σώμα ή πολλά μεμονωμένα κύματα; Υπάρχει ή πρέπει να υπάρχει περισσότερος χώρος για τον ελληνικό κινηματογράφο στο φεστιβάλ;

Είμαστε ακόμη στα μισά, και είναι αρκετά αμήχανο το κλίμα φέτος. Υπάρχουν πολλά ζητήματα που χρειάζονται ξεκαθάρισμα. Ως τότε, θα ξέρουμε όμως πως αν σε κάποιον ανήκει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αυτός είναι το αληθινό σινεμά.

Φωτογραφία άρθρου: Dimos Papadimitriou