Το θέατρο αλλάζει, όπως η κοινωνία αλλάζει

«Το Βερολίνο είναι καταδικασμένο πάντα να μετασχηματίζεται και ποτέ να μην ‘είναι’» έγραφε προφητικά ο Κριτικός τέχνης Karl Scheffler το 1910 για μια πόλη που φέρει νωπά ακόμη τα σημάδια της πρόσφατης Ιστορίας. Η λέξη «gentrification»[1], αλλά και ζητήματα ταυτότητας, φύλου και εκπροσώπησης στη γερμανική σκηνή κυριάρχησαν στις συζητήσεις και τις ζυμώσεις του 56ου Φεστιβάλ Theatertreffen, που παρακολούθησα μαζί με άλλους 19 καταπληκτικούς συναδέλφους από όλον τον κόσμο, για μία εβδομάδα, καλεσμένη του Ινστιτούτου Goethe και του Υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας. Δείχνοντας πόσο ένα φεστιβάλ είναι κάτι πολύ περισσότερο από τις παραστάσεις και τις εκδηλώσεις που φιλοξενεί, αλλά και πόσο άμεσα συνομιλεί το θέατρο στη Γερμανία με αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία. Πώς τοποθετεί επί σκηνής τα κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, πώς λειτουργεί, δηλαδή, ως ένα ανοιχτό φόρουμ ιδεών που συνεχίζει, προεκτείνει, τροφοδοτεί τον κοινωνικό διάλογο και τον αναστοχασμό. Και αυτό το σημείο σχετίζεται άμεσα, κατά τη γνώμη μου, με τον καθοριστικό ρόλο του Δραματολόγου (Dramaturg) στη γερμανική σκηνή. Και είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλά κρατικά θέατρα οι καλλιτεχνικοί διευθυντές/διευθύντριες είναι Δραματολόγοι.

Φωτογραφία: Raman Padaliaka

Φωτογραφία: Raman Padaliaka

Πώς ανταποκρίνεται όμως το κοινό; Ένα αληθινά εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, οι θεατές στις παραστατικές τέχνες στη Γερμανία είναι περισσότεροι από όσους πηγαίνουν στο γήπεδο να δουν έναν αγώνα ποδοσφαίρου, όπως μας ανέφερε η Susanne Traub, Σύμβουλος στο Ινστιτούτο Goethe στο Μόναχο. Όπως επίσης εντυπωσιακό είναι και το ύψος των ετήσιων επιχορηγήσεων για τις παραστατικές τέχνες: 2 δισεκατομμύρια Ευρώ(!), που προέρχονται από τρεις πηγές: τις πόλεις, τις περιφέρειες και το ομοσπονδιακό κράτος. Λαμβάνοντας υπόψη μόνο αυτά τα στοιχεία αντιλαμβάνεται κανείς τη σημαντικότατη θέση που κατέχει το θέατρο στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας και πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο επικοινωνίας, συνύπαρξης, αυτογνωσίας, αλλά και δυνητικά προπαγάνδας.

H Κριτική Επιτροπή του 56ου Theatertreffen Φωτογραφία: Iko Freese / DRAMA Berlin

H Κριτική Επιτροπή του 56ου Theatertreffen | Φωτογραφία: Iko Freese / DRAMA Berlin

Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή. Το Theatertreffen, με αφορμή το οποίο επισκέφτηκα το Βερολίνο, είναι το πιο σημαντικό φεστιβάλ του γερμανόφωνου θεάτρου και ένα από τα πιο σπουδαία της Ευρώπης. Σε αυτό παρουσιάζονται κάθε χρόνο οι 10 πιο αξιοσημείωτες παραστάσεις του γερμανόφωνου θεάτρου.

Η Yvonne Büdenhölzer, Διευθύντρια του Theatertreffen

Μία από τις ιδιαιτερότητές του είναι ότι τις παραστάσεις δεν επιλέγει η Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Φεστιβάλ ή κάποια ομάδα επιμελητών, αλλά μια 7μελής επιτροπή Κριτικών θεάτρου, με τη θητεία της Επιτροπής να ορίζεται για 3 χρόνια. Η Επιτροπή βλέπει περίπου 400 παραστάσεις κάθε χρόνο για να καταλήξει στις 10 πιο «αξιοσημείωτες». Η Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Φεστιβάλ δεν έχει λόγο στην επιλογή των παραστάσεων, ωστόσο, ορίζει την Επιτροπή με τη σύμφωνη γνώμη της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης του Berliner Festspiele και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Πολιτιστικού Ιδρύματος. Αυτό όμως που έχει ενδιαφέρον είναι ότι η Καλλιτεχνική Διεύθυνση μπορεί να θέσει ορισμένα επιπλέον κριτήρια ή ρήτρες. Έτσι, για τις δύο επόμενες διοργανώσεις η Καλλιτεχνική Διευθύντρια Yvonne Büdenhölzer έθεσε ως όρο το 50% των επιλεγμένων παραστάσεων να έχουν σκηνοθετηθεί από γυναίκες δημιουργούς. Ξεκινώντας μάλιστα το σημείωμά της για το φετινό φεστιβάλ διερωτάται: «Τι κοινό έχει η ανατολική Γερμανία με τις γυναίκες; Και οι δύο δεν εκπροσωπούνται επαρκώς σε θέσεις λήψης αποφάσεων ή θέσεις κρίσιμες για τη διαμόρφωση του πολιτιστικού τοπίου».

Σε συνέδριο μάλιστα που διοργανώνεται στο πλαίσιο του φεστιβάλ θα συζητηθούν δομές του θεατρικού μηχανισμού που θα μπορούσαν να αλλάξουν (για παράδειγμα, δομές υποστήριξης σε γυναίκες δημιουργούς που γίνονται μητέρες), ώστε να γίνει το θέατρο ένας εργασιακός χώρος ισότητας και ίσων ευκαιριών.

Από την παράσταση "Regie, Bühne und Lichtdesign" : Thom Luz

Από την παράσταση “Girl From the Fog Machine Factory” σε σκηνοθεσία Thom Luz | ©Sandra Then

Μετά το μεταδραματικό, τι;

Η συζήτηση για τα θέματα φύλου και ταυτότητας περνά με έναν τρόπο και μέσα στις παραστάσεις του Φεστιβάλ. Η γενική μου εντύπωση είναι ότι το γερμανικό θέατρο είναι σε ένα μεταίχμιο, σε μια μετάβαση, σε μια αναζήτηση νέας ταυτότητας. Όπως η κοινωνία αλλάζει, έτσι αλλάζει και το θέατρο. Και οι μεταβάσεις έχουν πάντα μια αμηχανία, αλλά και πολλές υπέροχες ή εντελώς παλαβές ιδέες, που σαν φύτρες ξετρυπώνουν, αν και μπορεί και να μην βρίσκουν τον δρόμο προς μια αληθινά μεγάλη πρόταση. Ακόμη. Αυτή τη μεταβατική περίοδο συνοψίζει και μια φράση του Christian Rakow, Κριτικού θεάτρου και μέλους της Επιτροπής: «Οι δεκαετίες της ειρωνείας είναι πίσω μας. Το πάθος επέστρεψε».

Το θέατρο ως συμμετοχική εμπειρία ή τελετουργία διέτρεχε σαν νήμα σχεδόν όλες τις παραστάσεις που παρακολούθησα. Από την ευφυέστατη ιδέα των She She Pop, που μετέτρεψαν το κοινό σε ένα είδος ομιλούντος Χορού στο Oratorium, μια παράσταση για το καυτό θέμα των κατοίκων του Βερολίνου που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το κέντρο της πόλης, καθώς δεν μπορούν πια να πληρώσουν το ενοίκιο του σπιτιού τους, μέχρι το Coming Society της Suzanne Kennedy στη Volksbühne (που δεν παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Theatertreffen), όπου οι θεατές μετατρέπονταν σταδιακά σε περφόρμερ, το θέατρο στη Γερμανία φαίνεται να επιχειρεί νέους τρόπους προσέγγισης και εμπλοκής του θεατή, βασισμένους στην ιδέα ότι το θέατρο συν-διαμορφώνεται κάθε βράδυ καθοριστικά από το ίδιο το κοινό.

Από την παράσταση Das große Heft (The Notebook) σε σκηνοθεσία Ulrich Rasche | ©Sebastian Hoppe

Από την παράσταση Das große Heft (The Notebook) σε σκηνοθεσία Ulrich Rasche | ©Sebastian Hoppe

Παραστάσεις που ξεχώρισα

Persona, μια παράσταση βασισμένη στην ταινία του Ingmar Bergman σε σκηνοθεσία της Anna Bergmann.

Μια συμπαραγωγή του Deutsches Theatr και του Malmö Stadsteater

Από την παράσταση Persona σε σκηνοθεσία της Anna Bergmann | Φωτογραφία: Arno Declair

Από την παράσταση Persona σε σκηνοθεσία της Anna Bergmann | Φωτογραφία: Arno Declair

Μια φρέσκια, γυναικεία ματιά πάνω στο αριστούργημα του Μπέργκμαν. Σε έναν άψογο αισθητικά σκηνικό χώρο σαν κοχύλι που παραπέμπει ευθέως σε μήτρα, σε αυτήν την κοινή για όλους μας αφετηρία, με πολύ νερό και ρέοντες αντικατοπτρισμούς, η Anna Bergmann αφηγείται εκ νέου το έργο ως μια ιστορία για την επιθυμία, αλλά και την απόρριψη της μητρότητας, για τις επιλογές ζωής που στοιχειώνουν. Η παράσταση εξερευνά τα όρια ανάμεσα στην ταυτότητα και τους κοινωνικά φορεμένους ρόλους, το συνειδητό και το ασυνείδητο, τη διάσταση ανάμεσα σε διαφορετικές όψεις του εαυτού. Η δύναμη της σιωπής, η αυτο-μαστίγωση, η επώδυνη μνήμη, αλλά και η γυναικεία αλληλεγγύη είναι όλα εκεί, σε μια παράσταση όπου απολαμβάνει κανείς δυο πολύ μεγάλες ηθοποιούς: την Corinna Harfouch και την Karin Lithman. Αναλόγως με τον τόπο παρουσίασης, οι δύο ερμηνεύτριες εναλλάσσονται στους ρόλους της σιωπηλής Ελίζαμπεθ και της ομιλητικής νοσοκόμας Άλμα (στη Γερμανία η Corinna Harfouch παίζει την Άλμα και η Karin Lithman την Ελίζαμπεθ, ενώ στη Σουηδία συμβαίνει το αντίστροφο), δίνοντας στη διαδρομή της παράστασης μια ακόμη υποδόρια και ελαφρώς πιο ύπουλη υπαρξιακή διάσταση.

Coming Society σε σκηνοθεσία της Susanne Kennedy στη Volksbühne

Από την περφόρμανς Coming Society σε σκηνοθεσία της Suzanne Kennedy

Από την περφόρμανς Coming Society σε σκηνοθεσία της Suzanne Kennedy

Από την περφόρμανς Coming Society σε σκηνοθεσία της Suzanne Kennedy

Από την περφόρμανς Coming Society σε σκηνοθεσία της Suzanne Kennedy

Η περφόρμανς-εγκατάσταση της Suzanne Kennedy μοιάζει με μια άσκηση διαλογισμού, μια τελετουργία όπου ο κάθε θεατής φτιάχνει τη δική του προσωπική δραματουργία, όπως ακριβώς λαμβάνει αποφάσεις για την ίδια του τη ζωή. Μια περιστροφική σκηνή, που γυρίζει όπως η γη γυρίζει, περιμένει τον θεατή. Πάνω σε αυτήν διαφορετικές μικρο-περφόρμανς σε ένα πολύχρωμο, γοητευτικό στα όρια του κιτς σκηνικό περιβάλλον (Markus Sleg) προσελκύουν το ενδιαφέρον του. Άλλοι περπατούν, άλλοι κάθονται, άλλοι ξαπλώνουν, άλλοι επιλέγουν να βγουν για λίγο από την περιστροφική και να παρατηρήσουν από απόσταση ό,τι συμβαίνει. Καθώς η περφόρμανς εξελίσσεται, τα όρια ανάμεσα στους θεατές και τους ηθοποιούς είναι δυσδιάκριτα: οι θεατές γίνονται εκείνοι ηθοποιοί της δικής τους ιστορίας. Το θέατρο ως παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, όπου εσύ είσαι ο παίχτης. Στο δικό μου παιχνίδι, αυτή η εμπειρία ήταν ένα ψυχεδελικό ταξίδι για την αποδοχή του θανάτου. Κι ένας πολύ προσωπικός αναστοχασμός πάνω σε καθοριστικές επιλογές ζωής. Η ησυχία τα τελευταία λεπτά της περφόρμανς και ο τρόπος με τον οποίο σταματά αργά η περιστροφική σκηνή (στην προσωπική μου ανάγνωση η ίδια η ζωή) συνιστούν μια γαλήνια αποδοχή του πόνου, σωματικού και ψυχικού. Και της απώλειας. Μια στιγμή που θα με ακολουθεί.

Ιταλική Νύχτα του Έντεν φον Χόρβατ σε σκηνοθεσία Thomas Ostermeier στη Schaubühne

Από την παράσταση Ιταλική νύχτα σε σκηνοθεσία Thomas Ostermeier. Φωτογραφία: Arno Declair

Από την παράσταση Ιταλική νύχτα σε σκηνοθεσία Thomas Ostermeier. | Φωτογραφία: Arno Declair

Μετά από πέντε παραστάσεις, όπου η εφαρμογή ορισμένων εντελώς τρελών ιδεών (όπως, για παράδειγμα, η παρουσίαση της Ορέστειας σαν σαπουνόπερα στη δεκάωρη saga Dionysos Stadt) θα δικαιολογούσε απολύτως τη χρήση της φράσης «the weird German theatre» –για να παραφράσω τον όρο με τον οποίο κάνει καριέρα στο εξωτερικό το ελληνικό σινεμά–, ένιωσα την ανάγκη να δω μια παράσταση πιο ορθόδοξη. Βασισμένη σε ένα θεατρικό κείμενο, με τον Ostermeier σε μια ώριμη φάση –συμβατικό τον θεωρεί μερίδα του κοινού και της κριτικής στη Γερμανία σήμερα– η Ιταλική νύχτα, που δεν παρουσιάζεται στο πλαίσιο του Theatertreffen, ήταν μια επιλογή που είχα ανάγκη. Και με γλύκανε σαν το παλιό καλό κρασί: ρεαλιστικό θέατρο χωρίς μικρόφωνα, υπέροχοι ηθοποιοί κι ένα κείμενο που χτυπάει φλέβα, μιλώντας για την αποτυχία της αριστεράς να αντιμετωπίσει την άνοδο της ακροδεξιάς, ιδιαίτερα σε μικρές επαρχιακές πόλεις. Στην εκδοχή του Οστερμάιερ οι φασίστες-νεοναζί είναι τρέντι, πειστικοί και επικίνδυνοι, καταφέρνοντας να μιλούν για την τοξική ιδεολογία τους με μια φυσικότητα που εκπλήσσει. Την ίδια στιγμή οι αριστεροί αναλώνονται σε ανώδυνες βραδιές με ωραία τραγουδάκια, ο ένας αποκηρύσσει τον άλλον, εθελοτυφλώντας απέναντι σε μια ακροδεξιά ρητορική που αλώνει τις συνειδήσεις και εισβάλλει στη νιότη. Χωρίς εκκεντρικά σκηνοθετικά ευρήματα, η παράσταση καταφέρνει να πυροδοτήσει τη σκέψη, τοποθετώντας έναν καθρέφτη απέναντι στην κοινωνία. Απλή, κλασική και καίρια.

Το HAU (Hebbel am Ufer), ένας από τους πιο σημαντικούς οργανισμούς που στεγάζει την ανεξάρτητη καλλιτεχνική δημιουργία.

Το HAU (Hebbel am Ufer), ένας από τους πιο σημαντικούς οργανισμούς που στεγάζει την ανεξάρτητη καλλιτεχνική δημιουργία.

Money makes the world go round

Στο πλαίσιο του Theatertreffen παρακολουθήσαμε μια σειρά από παρουσιάσεις, σεμινάρια, διαλέξεις, ορισμένες από αυτές αφορούσαν το σύστημα χρηματοδότησης του θεάτρου στη Γερμανία. Που στο μεγαλύτερο ποσοστό είναι υπόθεση της τοπικής κοινωνίας κι όχι του κεντρικού κράτους, ακολουθώντας ένα μοντέλο αποκέντρωσης. Αυτή η μορφή χρηματοδότησης σχετίζεται άμεσα με το ναζιστικό παρελθόν της χώρας: οι ναζί είχαν χρησιμοποιήσει τον πολιτισμό και την παιδεία ως κύριους μοχλούς προπαγάνδας και έτσι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Σύνταγμα της Γερμανίας δεν επιτρέπει την εφαρμογή μιας εθνικής πολιτικής στους δύο αυτούς τομείς, δίνοντας τον κυρίαρχο λόγο στις τοπικές κοινωνίες. Σήμερα φυσικά με την άνοδο της ακροδεξιάς υπάρχει ανησυχία ότι σε μερικές περιοχές της Γερμανίας ενδέχεται αυτή να επικρατήσει και να χρησιμοποιήσει την τέχνη σε τοπικό επίπεδο ως εργαλείο επιρροής, δηλητηριάζοντας την ελευθερία της σκέψης και έκφρασης.

Η σκηνή στο θρυλικό Sophiensaele, από όπου ξεκίνησε το 1996 η Sasha Waltz.

Η σκηνή στο θρυλικό Sophiensaele, από όπου ξεκίνησε το 1996 η Sasha Waltz.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των επιχορηγήσεων διανέμεται σε μεγάλους θεατρικούς οργανισμούς με την ανεξάρτητη σκηνή να παίρνει περίπου το 10% αυτής της χρηματοδότησης. Υπάρχουν μάλιστα φωνές στη γερμανική σκηνή που υποστηρίζουν μαχητικά μια αναδιάρθρωση αυτής της κατανομής με το επιχείρημα ότι το 90% των θεάτρων που καινοτομούν, που φέρνουν κάτι αληθινά νέο, λαμβάνουν τελικά το 10% της συνολικής χρηματοδότησης. Έτσι, στην ανεξάρτητη σκηνή, οι επιχορηγήσεις φτάνουν συνήθως για την κάλυψη των βασικών εξόδων για τους χώρους και δεν μένουν χρήματα για την καλλιτεχνική δημιουργία. Οι καλλιτέχνες της ανεξάρτητης σκηνής κάνουν αιτήσεις για να εξασφαλίσουν τα χρήματα μεμονωμένα για κάποιο πρότζεκτ. Βεβαίως υπάρχουν και οι υπερασπιστές της αντίθετης άποψης που υποστηρίζουν ότι αυτή η κατανομή είναι απολύτως απαραίτητη για να συνεχίσουν τα κρατικά θέατρα να λειτουργούν ως ensemble, γιατί έτσι διατηρείται η ταυτότητα του κάθε θεάτρου. Ο σταθερός θίασος επιτρέπει στα κρατικά θέατρα να διατηρούν μια πολιτική ρεπερτορίου και μια αίσθηση συνέχειας και παράδοσης.

Το Φεστιβάλ ως γιορτή της φιλίας και της διαφορετικότητας

Ένα Φεστιβάλ όμως δεν είναι μόνον οι παραστάσεις. Δεν είναι μόνο τα σεμινάρια, οι διαλέξεις, οι χώροι που επισκέπτεσαι, είναι πάνω από όλα οι άνθρωποι που γνωρίζεις. Έζησα το Φεστιβάλ με μια φοβερή ομάδα ετερόκλητων δημιουργικών ανθρώπων –international theatre experts– μας ονόμασαν, άλλοι ήταν σκηνοθέτες, συγγραφείς, δραματουργοί, άλλοι καλλιτεχνικοί διευθυντές και διευθύντριες Διεθνών Φεστιβάλ ή Εθνικών Θεάτρων. Μαζί γνωρίσαμε καλλιτέχνες που καθορίζουν το θεατρικό τοπίο στη Γερμανία. Ανταλλάξαμε απόψεις, μάθαμε ο ένας από τον άλλον, γιορτάσαμε τη διαφορετικότητά μας. Η δυναμική που αναπτύχθηκε δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. Δημιουργικές συζητήσεις, διαφωνίες, συγκλίσεις, ιδέες για κοινά πρότζεκτ και συνεργασίες στο μέλλον, μια έκρηξη δημιουργικότητας και η αίσθηση ότι σε αυτόν τον τόσο δύσκολο χώρο της τέχνης δεν είσαι μόνος σου. Υπάρχουν και άλλοι που παλεύουν, και άλλοι που αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες με σένα. Όσο διαφορετικό κι αν είναι το πλαίσιο και οι προκλήσεις σε κάθε χώρα.

Και μετά από μια εβδομάδα, τολμώ να πω ότι, εκτός από μελλοντικούς συνεργάτες, απέκτησα 19 νέους φίλους από 19 διαφορετικές χώρες. Από την Αργεντινή και το Περού μέχρι τη Νιγηρία, τη Ρωσία, το Ισραήλ και την Κίνα. Και αυτό έγινε στο Βερολίνο, χάρη σε αυτό το καταπληκτικό πρόγραμμα του Ινστιτούτου Goethe και του Υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας. Πόσο δύσκολο είναι αλήθεια να οργανώνεται κάτι αντίστοιχο και στη χώρα μας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με τη συνεργασία του Υπουργείου Πολιτισμού και -γιατί όχι;- και του Υπουργείου Εξωτερικών; Κάτι που θα δημιουργήσει μια αληθινή φεστιβαλική αίσθηση, θα προωθήσει την ελληνική δημιουργία, θα λειτουργήσει ως αφετηρία νέων διεθνών συμπαραγωγών και συνεργασιών; Just wondering…

[1] Το Βερολίνο τα τελευταία χρόνια υφίσταται μια βίαιη κοινωνική αλλαγή που συνοψίζεται στη λέξη gentrification. Μετά την πτώση του Τείχους οι περισσότεροι κάτοικοι της πρώην ανατολικής Γερμανίας άφησαν τα σπίτια τους και μετακόμισαν στο δυτικό Βερολίνο. Τότε, καλλιτέχνες, μετανάστες και νέοι άνθρωποι κατοίκησαν αυτά τα άδεια κτίρια, όπου κανείς δεν ήθελε να μείνει και δημιούργησαν μια κουλτούρα παλλόμενη, δυναμική, εκκεντρική, γοητευτική τώρα στα μάτια των πολλών. «Είμαστε φτωχοί αλλά σέξι», είχε πει ο Klaus Wowereit, πρώην Δήμαρχος του Βερολίνου που έγινε διάσημος για αυτό το σλόγκαν. Σήμερα όμως το Βερολίνο υφίσταται τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, ακριβαίνει όλο και πιο πολύ και οι κάτοικοί του, που δεν είχαν ποτέ την κουλτούρα της ιδιοκτησίας, δεν μπορούν πια να πληρώσουν το νοίκι τους και αναγκάζονται να μετακομίσουν εκτός του κέντρου. Η διαφορετικότητα, η ίδια η δύναμη της πόλης, δέχεται σοβαρά πλήγματα από μια τάση που ισοπεδώνει και διώχνει τους κατοίκους από την καρδιά της πόλης τους.

Erniedrigte und Beleidigte“ Director: Sebastian Hartmann | Staatsschauspiel Dresden Sebastian Hoppe

Aπό την παράσταση “Erniedrigte und Beleidigte” (The Insulted and Humiliated) σε σκηνοθεσία Sebastian Hartmann | ©Sebastian Hoppe

Kεντρική φωτογραφία άρθρου: Das große Heft” (The Notebook), Director: Ulrich Rasche | Staatsschauspiel Dresden | ©Sebastian Hoppe

“To read the article in English please click here