Βράδυ 1ης Νοεμβρίου και η ουρά έξω από το Ολύμπιον ήταν κάπως διαφορετική: Παρουσίες στολισμένες, έτοιμες να δεχθούν τα φώτα του κινηματογράφου μέχρι να σβήσουν εντελώς, παρουσίες ανήσυχες για τη θέση που θα (ή δεν θα) βρουν, με τάσεις σπρωξίματος σε άμαχο πληθυσμό και παρουσίες σχολιαστικές για τον καιρό που κάτι έπαθε και ξέχασε να αλλάξει σύμφωνα με τη νόρμα. Η αναμονή θέλει διασκέδαση.

Οι θέσεις της αίθουσας γέμισαν γρήγορα και άναρχα και όταν τα φώτα έσβησαν εμφανίστηκαν φωτάκια: το εναρκτήριο act εθελοντών του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έδιωξε με συνοπτικές διαδικασίες το πόντιουμ και χτυπώντας πετρούλες που είχαν στα χέρια τους έδωσε τον ρυθμό. Όλα φαίνονταν πως θα ήταν «αυτή τη φορά διαφορετικά», όπως ονομάζεται η ταινία μικρού μήκους που προλόγισε το Φεστιβάλ σε σκηνοθεσία Περικλή Πηλείδη. Δύο ηλικιωμένοι κύριοι με την πλάτη στραμμένη στην κάμερα και πιασμένοι αγκαζέ εμφανίζονται στην οθόνη και το κοινό της αίθουσας ξεσπά άμεσα σε χειροκροτήματα. Αυθόρμητα «νταααχ» ακούστηκαν στην εμφάνιση του Απόστολου Τζιτζικώστα, Περιφερειάρχη της Κεντρικής Μακεδονίας, με την αναδρομή του δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη στην ιστορία του Φεστιβάλ να ακολουθεί. Η όχι-καλά προβαρισμένη Υφυπουργός Μακεδονίας – Θράκης Κατερίνα Νοτοπούλου, και η αυθόρμητη δια προγραμματισμού Υπουργός Πολιτισμού Μυρσίνη Ζορμπά συμπληρώνουν τη συλλογική υπόσχεση για τη Θεσσαλονίκη και το Φεστιβάλ: μέλλον, μέλλον και μέλλον. Μετά τις υποσχέσεις αποκαλύφθηκαν ανάμεσα στο κοινό οι δύο αγαπητές και χαρακτηριστικές φιγούρες της Θεσσαλονίκης, Ανέστης και Μιχάλης Κόντης, που ήταν και οι δύο ηλικιωμένοι κύριοι της έναρξης της ταινίας.

Οι αναγκαίες παρεμβάσεις του Ορέστη Ανδρεαδάκη και της Ελίζ Ζαλαντό ακολουθήθηκαν από το σύντομο βίντεο – χαιρετισμό του Χιροκάζου Κόρε-έντα που μας ευχήθηκε «καλή προβολή» της ταινίας του «Κλέφτες Καταστημάτων».

Η βραβευμένη φέτος με Χρυσό Φοίνικα ταινία παρουσιάζει μια διαφορετική πρόσληψη του θεσμού της οικογένειας: δεν είναι τέλεια, όμως οι δεσμοί της χτίζονται με εμπειρίες. Όλοι οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες έχουν δεχθεί με κάποιον τρόπο οικογενειακή απόρριψη στο παρελθόν και ενώνονται με μη ορθόδοξο τρόπο σε ένα αχούρι που έχουν για σπίτι. Το ότι κλέβουν δεν δίνει τόσο νότα εξαθλίωσης, αντίθετα η κλοπή αποτελεί ένα τελετουργικό σύσφιξης δεσμών. Μέσα σ’ ένα όμορφο κλίμα που δημιουργείται, η εξαθλίωση προβάλλεται με φράσεις – κλειδιά που παραπέμπουν στο για αρκετή ώρα άγνωστο παρελθόν των πρωταγωνιστών.

Η επόμενη μέρα απαιτούσε γεμάτες μπαταρίες για τις βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους του Φεστιβάλ Δράμας και τη «Δύση Ήλιου» του Λάζλο Νέμες. Στην «Άβανο» του Παναγιώτη Χαραμή οι πρωταγωνιστές Τάσος και Κική κατευθύνονται προς πάσα κατεύθυνση όπως και η κάμερα. Οι αντιδράσεις τους αθόρυβες και οι εκρήξεις τους εντός πλαισίου. Οι μόνες στιγμές σταθερότητας εντοπίζονται στο αυτοκίνητο του Τάσου, στιγμές ανασκόπησης και ανασυγκρότησης.

Ο «Πολυέλαιος» του Αντώνη Γλαρού ξεκινά με Καβάφη και κλείνει με Αντύπα. Στη μέση ένας πολυέλαιος που πέφτει στο κεφάλι του πρωταγωνιστή Μένη μετά από σεισμό και η συνεχής μεταθανάτια παράκληση του ιδίου για «λίγο χρόνο ακόμα!». Γερές δόσεις χιούμορ και αφιλτράριστης πραγματικότητας.

«Άβανος» του Παναγιώτη Χαραμή

«Πολυέλαιος» του Αντώνη Γλαρού

Ανάμεσα σε όλους όσους αφιερώνεται η ταινία του Ευθύμη Μιχελουδάκη «Μόλλυ 6 με 8» είναι «τα κουρέλια και οι αισθηματίες». Και τα δύο είναι ο Σπόρος, ένας γόης τον 60s που αποχαιρετά μαζί με τη Μόλλυ και την εποχή της αθωότητας. Ο ύμνος στην ατέρμονη αθωότητα και αθεράπευτη αισιοδοξία είναι η «Βουρβουρού» της Καρίνας Λογοθέτη, ενώ σε πλήρη αντίθεση έρχεται το “Calling” της Άρτεμις Αναστασιάδου και το «Όλα για Όλα» του Μαρίνου Σκλαβουνάκη, με την ανάδειξη πτυχών ωμής πραγματικότητας να βρίσκεται στο προσκήνιο. O «Τέταρτος Τοίχος» του Δημήτρη Γκότση είναι «σημειώσεις από ένα οδοιπορικό που διήρκεσε δέκα μήνες» και το “Quidnunc” του Χάρη Αγιώτη κλείνει το πρώτο σετ των βραβευμένων ταινιών του Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Δράμας.

Από το Λιμάνι στο Ολύμπιον άκουγες τον κόσμο να παραπονιέται για τη sold out προβολή του “Sunset” του Λάζλο Νέμες που ακολουθούσε στις 20:00, μια ταινία που καλείται να σταθεί δίπλα στον οσκαρικό «Γιο του Σαούλ». Η μελαγχολική και στωική Ίρις προσπαθεί να βρει τις ρίζες της στην Ουγγαρία του 1913. Όλα συμβαίνουν μπροστά της και όλα «τρέχουν» πίσω της, με την ακούραστη κάμερα να την ακολουθεί πιστά πίσω από την πλάτη της, καταγράφοντας τις εξελίξεις που δεν έχουν σταματημό. Μια ταινία αγχωτική και κλειστοφοβική, όπου η ομορφιά της Ουγγαρίας που ήθελε να αναδείξει ο Nemes κρύβεται από την πλάτη της πρωταγωνίστριας.

Τι ήθελε να καταφέρει όμως με αυτό ο σκηνοθέτης; Ο ίδιος o Λάζλο Νέμες, μου απάντησε τα εξής:

«Αυτό που με ενδιαφέρει να αναδείξω είναι το ότι πρόκειται για μια ταινία δομημένη σε επίπεδα, και καθώς προχωρά η ταινία η Ίρις ξεκλειδώνει ένα – ένα τα επίπεδα, με σκοπό να βάλει και τον θεατή μέσα στα επίπεδα, ώστε να γνωρίσει αυτόν τον κόσμο στην ολότητα του. Ήθελα στην πραγματικότητα να επαναστατήσω στο σημερινό σινεμά, το οποίο γίνεται όλο και πιο αντικειμενικό και χάνει την υποκειμενικότητα του. Ο σκοπός του σύγχρονου σινεμά είναι να ικανοποιήσει τους θεατές με έναν τρόπο που δεν τους αφήνει να υποθέσουν ή να σκεφτούν τίποτα. Ο σκοπός του σινεμά στην πραγματικότητα είναι να εμβαπτίσει τους θεατές μέσα στην κάθε ταινία. Τώρα πια, με τα μέσα που έχουμε μπορούμε να βάλουμε τις κάμερες στις σωστές θέσεις, να μην μένει τίποτα κρυφό. Αυτό που θέλω όμως είναι να βάλω τον θεατή στη θέση ενός ανθρώπου “κλειδωμένου” μέσα σε έναν άγνωστο κόσμο που προσπαθεί να ξεκλειδώσει κάθε επίπεδο, γιατί η υποκειμενικότητα στο σινεμά θεωρώ ότι αρχίζει να χάνεται πια».

Η επόμενη μέρα ξεκίνησε νωρίς, με την Πλατεία Αριστοτέλους γεμάτη κόσμο από κάθε πλευρά του πλανήτη και πολλή μουσική. Η Δημοτική Φιλαρμονική Πεντάπολης έδινε τον ρυθμό κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο του πρώτου Σαββάτου του Νοεμβρίου, όσο οι σινεφίλ περίμεναν στις ουρές για να αγοράσουν τα εισιτήρια τους για τις επόμενες προβολές.

Μεσημέρι ήταν όταν ο Γιόχαν Λουρφ μάς ταξίδεψε στα αστέρια με το “★”, ένα όμορφο και φιλόδοξο project εν εξελίξει όπου ο ρομαντικός σκηνοθέτης προσπάθησε να βρει όλες τις σκηνές με έναστρο ουρανό στην ιστορία του σινεμά και να τις ενώσει σε μία ταινία. Οι σκηνές είναι σε χρονολογική σειρά, από βουβό κινηματογράφο μέχρι σήμερα και, ακριβώς επειδή οι ταινίες είναι απ’ όλο τον κόσμο, δεν υπάρχουν υπότιτλοι. 99 λεπτά αμέτρητων σκηνών έναστρου ουρανού από ταινίες όπως Φαντασία, Μπεν Χουρ και Σταρ Τρεκ με αρχική έμπνευση το «Στρόμπολι» του Ροσελίνι κατέκλυσαν την κινηματογραφική οθόνη χωρίς να κουράζουν και αποτέλεσαν ίσως τη μεγαλύτερη έκπληξη του τριημέρου.

Πρόκειται για μια ταινία – τροφή για σκέψη ή για τα μάτια μας; Ο Γιόχαν Λουρφ μου εξήγησε ότι το “★” δεν προορίζεται μόνο για τα δύο αυτά σημεία: «Είναι για όλες τις αισθήσεις, για το μυαλό, τα συναισθήματα, το σώμα. Το σινεμά άλλωστε είναι ένα από τα πιο δυναμικά εργαλεία κινητοποίησης του ανθρώπου».

Εφόσον οι ταινίες σήμερα είναι αμέτρητες όπως τα αστέρια, μπορεί κάθε αστέρι που εμφανίζεται στο “★” να συμβολίζει κάθε ταινία από το σύμπαν του σινεμά; Την αλληγορία αυτή την βρήκε «καταπληκτική», με τον ίδιο να εξηγεί πως «ο καμβάς – οθόνη είναι άδειος και οποιαδήποτε εικόνα προβάλλεις υπάρχουν άπειροι τρόποι για να τη δεις. Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο που εμείς, ατομικά, προσεγγίζουμε την εικόνα που βλέπουμε. Αυτό είναι που με συναρπάζει στον κινηματογράφο: είναι κάτι που μοιραζόμαστε όλοι μαζί και το προσλαμβάνουμε με διαφορετικό τρόπο, όμως κάπως συνδέονται όλες οι ερμηνείες».

Έξω από τα αστέρια του Λιμανιού, έφηβες και έφηβοι περπατούσαν τη Λεωφόρο Νίκης ακούγοντας στη διαπασών μουσική από τα ηχεία των κινητών τους. Ένα ποτ πουρί από rap νέας κυκλοφορίας με οδήγησαν στα σκαλιά του Ολύμπιον, αυτή τη φορά στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, για τη sold out προβολή της ταινίας της Νανούκ Λέοπολντ «Είναι Όλα Τόσο Ήρεμα».

«Είναι Όλα Τόσο Ήρεμα» της Νάνουκ Λέοπολντ

Η ματιά της Ολλανδής σκηνοθέτιδας μπαίνει σε έναν αυστηρά ανδρικό κόσμο, με τις γυναίκες να αποτελούν παρενθέσεις φροντίδας που εν τέλει δεν προσφέρουν. Η δύσκολη σχέση κατάκοιτου πατέρα και απρόσιτου γιου αποτυπώνεται αθόρυβα, με την αναμονή του θανάτου του πρώτου να βρίσκεται στο προσκήνιο και το παρελθόν μακροχρόνιας κακοποίησης του γιου από τον πατέρα στο παρασκήνιο. Το ότι ο πενηντάρης Χέλμερ αφήνει τον πατέρα του να πεθάνει αβοήθητο, φροντίζοντας τον παράλληλα τόσο όσο χρειάζεται για μην έχει άμεσο θάνατο, είναι μια μορφή καθυστερημένης εκδίκησης ή αυτοτιμωρία;

Η Νανούκ Λέοπολντ μου απάντησε χαμογελώντας πως αν και «στο τέλος της ταινίας βλέπουμε πως υπάρχει μια κατανόηση μεταξύ τους, μάλλον ναι, πρόκειται για εκδίκηση».

Πώς κλείνεις ένα κινηματογραφικό τριήμερο στη Θεσσαλονίκη; Μία νυχτερινή βόλτα από το λιμάνι στον Λευκό Πύργο και από εκεί επιστροφή για πολύ πρωινό ξύπνημα είναι μάλλον η καλύτερη ιδέα. Η Λεωφόρος Νίκης, ασφυκτικά γεμάτη όπως και οι κεντρικές παράλληλοι της, αποδεικνύει πως μπορεί να είναι άλλη η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, όμως η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που δεν σταματά να διασκεδάζει ποτέ. Έναστρο ουρανό δεν έχει (βλέπε φωτορύπανση), αλλά πιθανότατα να μην τον χρειάζεται· έχει τα δικά της φώτα.

Το 59ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου συνεχίζεται μέχρι τις 11 Νοεμβρίου και δίνει έναν ακόμη πιο κοσμοπολίτικο και διεθνή χαρακτήρα στη συμπρωτεύουσα. Εμείς, ευχόμαστε καλή συνέχεια, με μέρες και νύχτες γεμάτες σινεμά!