Η Ιωάννα Πανταζοπούλου γεννήθηκε στην Ελλάδα και σπούδασε καλές τέχνες στο Λονδίνο. Έχει εκθέσει στην Αθήνα, την Ύδρα, στο Birmingham και στη Νέα Υόρκη μεταξύ άλλων, ενώ έργα της περιλαμβάνονται στη συλλογή Δ. Δασκαλόπουλου. Η δουλειά της αποτελείται κυρίως από εφήμερα γλυπτικά μνημεία και μεγάλες εγκαταστάσεις από «ανεπιθύμητα» ή «πεταμένα» υλικά που λένε μια ιστορία.

Τα γλυπτά της ακολουθούν τις αρχές της αρχιτεκτονικής χωρίς όμως να παγιδεύονται σε αυτή. Σκοπός τους είναι η αντιστροφή της αντίληψης της εμπειρίας και της συμμετοχής και η δημιουργία νέων συνδέσεων μεταξύ παρελθόντος και παρόντος και του χαμένου και του ευρήματος. Ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη. Με αφορμή την εγκατάστασή της UNDOMESTICATED που παρουσιάζεται αυτό τον καιρό και μέχρι τον Μάρτιο του 2021 στη βιτρίνα του καταστήματος Paolita, 176b Westbourne Grove στο Notting Hill του Λονδίνου, είχαμε μια συζήτηση για το χρώμα, το υλικό και την ανάγκη για αισιοδοξία στις μέρες μας.

Μίλησέ μας για τη δουλειά σου γενικότερα. Τι θα έλεγες ότι τη χαρακτηρίζει; Ποιοι καλλιτέχνες θεωρείς ότι είναι οι επιρροές σου;

Νομίζω ότι αυτό που περισσότερο χαρακτηρίζει τη δουλειά μου σε πρώτη όψη είναι η μεγάλη κλίμακα και το μέγεθος των γλυπτών και installations μου. Στη δουλειά μου επικρατεί μια διαρκής αναζήτηση λύσεων. Μου αρέσει να παρατηρώ τα πράγματα γύρω μου, να τα εξερευνώ και να προσπαθώ να τα δω διαφορετικά. Είναι μια διαδικασία που μοιάζει με παιχνίδι, μια περιπέτεια, αναρωτιέμαι πάνω στα πρέπει, στους κανόνες και τα δεδομένα της ζωής και βέβαια όλο αυτό ενέχει πολύ φαντασία. Με ενδιαφέρει τα έργα να είναι ανοιχτά σε ερμηνείες και σε νοήματα. Γι’ αυτό και οι τίτλοι αφήνονται ως ακρώνυμα. Για να επιτρέπει στον θεατή να αντιδράσει με τη δική του πρώτη αντίληψη και ένστικτο. Δεν θέλω να περιχαρακώσω τα έργα με τίτλους που θα έδιναν κάποια κατεύθυνση αλλά μου αρέσει και το παιχνίδι με τον τίτλο. Έτσι μένουν τα αρχικά που μπορεί να σημαίνουν πολλά πράγματα. Καλώ τον θεατή να κοιτάξει τον κόσμο από πιο κοντά, να ερευνήσει τα πράγματα με την περιέργεια ενός παιδιού, να ανακαλύψει και να προκαλέσει τις έννοιες, να μπει σε έναν παραμυθένιο κόσμο προσφέροντας νέες προοπτικές. Η δουλειά μου επιχειρεί να διαρρήξει, να μεταμορφώσει και να προκαλέσει το τετριμμένο στην προσέγγιση αντικειμένων και χώρων. Να ενθαρρύνει τον προβληματισμό πάνω στις σχέσεις μεταξύ των τμημάτων και τη διάδραση μεταξύ των πραγμάτων και του περιβάλλοντός τους. Διερευνώντας το καταναλωτικό προϊόν  προκύπτει μια αναθεώρηση της σχέσης της ανθρωπότητας με την τρέχουσα κατάσταση περίσσειας των υλικών αγαθών. Περισσότερο όμως από κριτική, επιθυμώ να προσφέρω μια συμβολική λύση με την άρνηση ταξινόμησης του ληγμένου προϊόντος ως άχρηστο. Η πρόκληση είναι στη διαδικασία της διαμόρφωσης αυτών των καθημερινών υλικών σε κάτι νέο.

Οι επιρροές μου είναι πολλές από τέχνη και αρχιτεκτονική, την ιστορία και την καθημερινότητα. Ενδεικτικά θα έλεγα ο Gordon Matta Clark, η Yayoi Kusama, οι Fischli & Weiss, ο Olafur Eliasson, ο Yona Friedman,ο Lucas Samaras και ο Jannis Kounellis (και πολλοί άλλοι, η λίστα είναι πολύ μεγάλη!).

Το νέο σου έργο στο Λονδίνο είναι μια εγκατάσταση στις βιτρίνες του καταστήματος Paolita στο Notting Hill φτιαγμένη από υλικά οικιακής καθαριότητας. Τι σήμαινε για σένα το να κάνεις τέχνη στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, εν μέσω πανδημίας και Brexit;

Με τη φιλότεχνη δημιουργό και Creative Director της εταιρίας Paolita, Άννα Πάολα Παπακωνσταντίνου γνωριζόμαστε χρόνια και έχουμε συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν. Όταν με προσκάλεσε να κάνω το 3 Μonth Αrtist Residency και την έκθεση στο κατάστημα της στο Notting Hill , μου έδωσε την απόλυτη ελευθερία να δημιουργήσω. Ήθελε να συνυπάρχουμε στον ίδιο χώρο, αλλά συγχρόνως να καταλάβω τις βιτρίνες και να τις μετατρέψω αποκλειστικά με τέχνη. Οι βιτρίνες έχουν μεταμορφωθεί σε ένα ζωντανό μουσείο-γκαλερί και η πρόσοψη πλέον αποτελεί ένα δημόσιο έργο τέχνης. Πηγή έμπνευσης για το έργο ήταν το ποίημα του Γκαίτε για τον μαθητευόμενο μάγο που βάζει τις σκούπες να δουλεύουν μόνες τους και τελικά προκαλεί καταστροφή γιατί δεν γνωρίζει πώς να το κάνει. Είναι ένα ποίημα για τη μαγεία και τη μεταμόρφωση που όμως μιλάει ταυτόχρονα και για την επιστήμη και το πώς θα πρέπει να εμπιστευόμαστε μόνο όσους γνωρίζουν τι κάνουν και είναι εξειδικευμένοι στον τομέα τους, μια συζήτηση που άνοιξε πολύ μέσα στην πανδημία. Τα έργα, με τη χρήση υλικών και αντικειμένων τετριμμένων και φτηνών, που αφορούν την καθαριότητα (και που πάντα έχουμε κρυμμένα) μιλούν για όλα αυτά που δε βλέπαμε και τώρα ξαφνικά αποκτούν άλλη αξία -όπως ό,τι έχει να κάνει με την καθαριότητα μέσα στην κατάσταση της πανδημίας γίνεται πρωτεύον και απαραίτητο. Ουσιαστικά τα «βγάζει από την ντουλάπα» για όλους αυτούς τους μήνες που θα βρίσκεται η εγκατάσταση εκεί.

Με ενδιαφέρει πολύ η μετάλλαξη, το πώς τα αντικείμενα που αποτελούν όλα όσα έφτιαξα έχουν γίνει κάτι άλλο. Όπως και στο ποίημα έτσι κι εδώ η μαγεία είναι διάχυτη. Οι σκούπες έχουν διαιρεθεί και πολλαπλασιαστεί. Οι σφουγγαρίστρες, τα φαράσια και οι σκούπες χορεύουν επαναληπτικά, φωτισμένα από γυαλιά και κρύσταλλα. Τις απαθανατίζω στην ακμή τους μέσα στη μαγική τους τρέλα όσο είναι μεταμορφωμένες σε κάτι από άλλον κόσμο. Αποκτώντας διαφορετικούς ρόλους από αυτούς για τους οποίους είναι προορισμένα τα αντικείμενα αυτά, αρχίζουν να έχουν μια δική τους ζωή. Μετασχηματίζονται σε ατίθασα πλάσματα, έχουν διακοσμηθεί και στολιστεί, έχουν κατά κάποιο τρόπο επαναστατήσει και απελευθερωθεί, ανήκουν πια σε μια διαφορετική ιεραρχία. Μέσα σε όλο αυτό τον προβληματισμό της αλλαγής προτεραιοτήτων που πυροδότησε η πανδημία θέλησα να χρησιμοποιήσω το χρώμα ως αισιόδοξο μήνυμα προς τον κόσμο. Παίζει όμως και με τα χρώματα του ουράνιου τόξου που εκτός από σύμβολο αισιοδοξίας και συμπερίληψης υπήρξε για το Λονδίνο και σύμβολο στήριξης του NHS.

Ειδικά τώρα που όλα τα μουσεία και οι γκαλερί είναι κλειστά, ξαφνικά οι βιτρίνες -όπως τα δημόσια γλυπτά- γίνονται ο τρόπος να μιλήσει και να προσφέρει κανείς τέχνη στον κόσμο. Η ιδέα άλλωστε της έκθεσης (που σκοπός ήταν επίσης να λειτουργήσει σαν live art performance με τον κόσμο να με βλέπει να χτίζω τις εγκαταστάσεις μέρα με τη μέρα βήμα-βήμα), ήταν κυρίως να χρησιμοποιηθεί η βιτρίνα ως δημόσιος χώρος. Τα γλυπτά μου ξαφνικά έτσι αποκτούν μεγαλύτερη προσβασιμότητα από ότι αν ήταν σε μια γκαλερί ή μουσείο, γιατί τη βλέπει κοινό που ίσως δεν έχουν πρόσβαση στην τέχνη. H γωνία στο Westbourne Grove και Ledbury street (όπου βρίσκεται το κατάστημα Paolita) ακτινοβολεί με έντονα χρώματα και αντανακλάσεις εν αντιθέσει με τα περισσότερα καταστήματα της περιοχής που έχουν κλείσει λόγω των περιοριστικών μέτρων και τα φώτα τους είναι σβηστά. Εδώ τα φώτα παραμένουν πάντα αναμμένα ώστε η τέχνη να μένει προσβάσιμη όλο το 24ωρο. Δίνει χρώμα σε όλη την περιοχή. Προσφέρει χαρά, ερεθίσματα για σκέψη και είναι μία αφορμή για συζήτηση για κατοίκους και περαστικούς.

Το κοινό με συγκίνησε πολύ. Όσο έφτιαχνα την εγκατάσταση ο κόσμος με χαιρετούσε, μου χαμογελούσε και μου έλεγε ευχαριστώ. Η βιτρίνα λειτουργεί σαν φάρος. Ο κόσμος που περνάει από τα παράθυρα μαγνητίζεται!  Σαν υπνωτισμένοι κολλάνε τα πρόσωπά τους πάνω στα τζάμια ώστε να έρθουν πιο κοντά με τα έργα. Είναι μια έκπληξη στην καθημερινότητα που αμέσως μεταφράζεται σε χαμόγελο. Πραγματικά νιώθω ότι κατάφερα να φέρω λίγο χρώμα και να δώσω λίγη χαρά στους περαστικούς σε μια πολύ δύσκολη περίοδο.

Ήταν τόσο μεγάλη μου χαρά να δουλέψω σε ένα τόσο εναλλακτικό χώρο με άμεση επαφή με το κοινό, που ξεφεύγει από τους συνηθισμένους «άσπρους τοίχους». Είχα την απόλυτη ελευθερία να δημιουργήσω χωρίς όρια και μπόρεσα να έχω την άμεση επικοινωνία με το κοινό μου. Στη δεκαετία του ‘50 στη Νέα Υόρκη καλλιτέχνες όπως οι Andy Warhol, Robert Rauschenberg, Jasper Johns έκαναν εκθέσεις σε βιτρίνες. Υποστήριζαν τις ιδέες του Bauhaus ότι η τέχνη και το design μπορούν να συνυπάρχουν. Με ενδιαφέρει αυτό το concept. Ιδιαίτερα τώρα που όλα μοιάζουν να είναι σε παύση και να υπολειτουργούν. Το να βρίσκουμε διαφορετικούς τρόπους να λειτουργούμε είναι μια δημιουργική ανάγκη.

Υπάρχει κάποιο οντολογικό/υπαρξιακό ερώτημα στην αναζήτηση του εφήμερου στα έργα σου; Είναι ας πούμε ένα είδος memento mori ή υπάρχει μια αναζήτηση τύπου Matta Clark πάνω στην αρχιτεκτονική και τον χώρο;

Κοίτα, υπάρχει μια αναγνώριση ότι όλα τα πράγματα κάποια στιγμή έχουν ένα τέλος. Αλλά και ότι μετά από κάθε τέλος, υπάρχει μια νέα αρχή. Όχι όμως θλίψη. Όπως και να το κάνουμε κάποια πράγματα διαρκούν περισσότερο και κάποια όχι, είναι έτσι η φύση. Είμαι όμως πολύ θετικός άνθρωπος και προτιμώ να βλέπω τη ροή παρά το τέλος. Περισσότερο με ενδιαφέρει η αυτονομία του υλικού και η αναζήτηση του εφήμερου σε όλες τις εκφάνσεις του έργου, όπως είναι για παράδειγμα η μόδα –στα bikini series που χρησιμοποιώ μπικίνι περασμένων σεζόν—ή η οικονομία –στα έργα με τα «ληγμένα» χαρτονομίσματα. Και αυτή η αναζήτηση έρχεται σε αντίστιξη με το μνημειακό που είναι το άλλο μεγάλο κομμάτι της δουλειάς μου. Με ενδιαφέρει το μνημείο ως κάτι που διαρκεί αλλά και ως πρόκληση για μια άλλη αντιμετώπιση του χρόνου. Θα ήθελα να βρω μια καλλιτεχνική απόκριση στην ποιότητα του εφήμερου που χαρακτηρίζει την εποχή μας, κάτι που θα μπορούσε να είναι «εφήμερο μνημείο». Με αυτή τη λογική χρησιμοποιώ υλικά που είτε έχουν χάσει την «αξία» τους ή είναι φτηνά και εφήμερα όπως τα χαρτιά υγείας –που είναι νομίζω το πιο αντιπροσωπευτικό υλικό της εφήμερης ποιότητας—, τα μακαρόνια αλλά και τις τσίχλες που αν και κουβαλάνε αυτή την εικόνα του εφήμερου δεν χαλάνε ποτέ! Στις μέρες μας, όταν κάτι χαλάει συνήθως το αντικαθιστούμε με καινούριο, παλαιότερα τα επιδιορθώναμε, υπήρχε η έννοια της «πατέντας». Η πατέντα ήταν μια μοναδική εφήμερη λύση που ίσως και να γινόταν μόνιμη μερικές φορές. Με γοητεύει αυτό το παιχνίδι μεταξύ του πειραματισμού και της εφεύρεσης που συμπεριλαμβάνει η πατέντα. Για μένα το να βρίσκω νέες χρήσεις για τα πράγματα και να τους δίνω επομένως μια νέα ζωή είναι ένας τρόπος να πραγματεύομαι την πορεία τους. Πράγματα που έχουν πεταχτεί, που δεν τα θέλει κανείς ή έχουν λήξει και δεν έχουν χρήση πια τώρα επανεφευρούνται. Μου αρέσει να σκέφτομαι αυτή τη διαδικασία ως πρόταση μιας λύσης. Πιστεύω ότι έφτασε ο καιρός να αναρωτηθούμε σε τι κόσμο ζούμε και πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τα πράγματα, να επανεξετάσουμε τις νόρμες, τις κοινωνικές συμβάσεις, τις παραδόσεις, τα έθιμα, την κουλτούρα και την ηθική.

Πώς επιλέγεις τα υλικά σου; Είναι η αφετηρία σου ή το μέσο; Ξεκινάς από αυτά και τα αφήνεις να σε οδηγήσουν στη δημιουργία μιας καλλιτεχνικής αφήγησης ή τα αναζητάς ανάλογα με αυτό που θέλεις να πεις;

Αναλόγως. Υπάρχουν φορές που κάποια υλικά βρέθηκαν στα χέρια μου και με οδήγησαν να φτιάξω κάτι από αυτά όπως στην περίπτωση των χαρτονομισμάτων από τη Βόρεια Κορέα. Σε αυτή την περίπτωση σε μια από τις βόλτες μου σε παλαιοπωλεία και παζάρια στην Αθήνα βρέθηκα με μια βαλίτσα από «ληγμένα» χαρτονομίσματα, μια ολόκληρη περιουσία που πια δεν άξιζε τίποτα αλλά και που ήταν κάτι μοναδικό μιας και όλα τα υπόλοιπα πια είχαν καταστραφεί. Υπάρχει μια γοητεία σε αυτές τις σχέσεις και τα ερωτήματα που εγείρουν, ανάμεσα στο χωρίς εντελώς καμία αξία, στο πολύτιμο και σε αυτό που δεν ξέρει κανείς τι αξία έχει –σε τι πράγματα διαλέγει ο καθένας μας να δίνει αξία—που με οδήγησαν να κάνω μια εγκατάσταση με αυτά. Αργότερα έμαθα ότι ήταν “local money” δηλαδή χρήματα που χρησιμοποιούσαν μόνο οι ντόπιοι, όχι οι τουρίστες, σηματοδοτούσαν δηλαδή μια περιουσία. Θυμάμαι να τα έχω όλα απλωμένα στο πάτωμα στο στούντιο, άλλα χρησιμοποιημένα, άλλα κολλαριστά και να σκέφτομαι πόσο άυλη και αφηρημένη αξία είναι στην ουσία το χρήμα και πώς εντέλει λειτουργεί σαν θρησκεία στις σύγχρονες κοινωνίες. Τα τύλιξα σε «μασούρια» και τα έπιασα με επιχρυσωμένο σύρμα και το σύρμα νομίζω είχε πιο μεγάλη αξία από αυτά.

Κάποια άλλη στιγμή είχα βρει έτοιμες σάλτσες σφραγισμένες μέσα στα βαζάκια τους που είχαν λήξει πριν από 15 χρόνια! Έβγαλα τις ετικέτες από τα βάζα και τα γυάλισα σαν κάτι πολύτιμο (φυσικά δεν τα άνοιξα) και έγιναν αμέσως σχόλιο πάνω στις δυναμικές της αγοράς, στις «ιεραρχίες» στα ράφια του σούπερ μάρκετ, στην πράξη της συλλογής, στη μετουσίωση της ύλης μέσα από την τέχνη και βέβαια πάνω στην έννοια της «λήξης» και του εφήμερου.

Άλλοτε πάλι είναι οι περιστάσεις που με οδηγούν σε συγκεκριμένα υλικά. Για παράδειγμα όταν ήμουν στην Ιταλία και ήθελα να κάνω κάτι σε δημόσιο χώρο που να με φέρει σε διάλογο με την κουλτούρα και την καθημερινή ζωή της τοπικής κοινωνίας διάλεξα ως υλικό τα μακαρόνια. Αντίστοιχα στην Ύδρα κατέληξα στα χαρτιά υγείας σε συνδυασμό με το τσιμέντο γιατί ήθελα κάτι που να έχει τα χρώματα και τις ποιότητες της τοπικής αρχιτεκτονικής αλλά εφήμερη ποιότητα. Αντίστοιχα και στην περίπτωση της τσίχλας. Την επέλεξα αφού είχα αποφασίσει ότι ήθελα να κάνω κάτι που να έχει αυτή την υφή και βρέθηκα με πολλά κιλά τσίχλες που έπρεπε να ξετυλίξω και να βρω έναν τρόπο να αντικαταστήσω το «μάσημα» για να γίνουν μαλακές και να τις πλάσω. Έτσι, ουσιαστικά στο τελικό έργο με οδήγησε η διαδικασία. Γιατί στις περισσότερες δουλειές μου η διαδικασία είναι τόσο σημαντικό μέρος του έργου, όσο και το τελικό στάδιο που βλέπουν οι θεατές.

Οι περισσότερες δουλειές σου είναι in situ. Τι είναι αυτό που σε τραβάει στο site specific;

Με ενδιαφέρει πολύ η σχέση του έργου τέχνης με τον χώρο και το σώμα και πώς πολλές φορές είναι ο χώρος που καθορίζει την αντίληψή του από το κοινό. Για παράδειγμα αλλιώς αντιλαμβάνονται το έργο με τα χαρτονομίσματα στην Ελλάδα, αλλιώς στη Νέα Υόρκη και αλλιώς στη Νότια Κορέα. Είμαι επίσης πολύ ευαίσθητη στον χώρο, ακολουθώ τους δρόμους που μου ανοίγει, επικοινωνώ με το περιβάλλον γύρω μου-αντιδρώ σε αυτό. Με ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική πολύ, οι δομές της οι κανόνες της, τα in situ έργα θέλουν ένα σχεδόν αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Οι μεγάλες διαστάσεις με ενθουσιάζουν, είναι μία πρόκληση, να χτίζω με τα υλικά μου. Είναι ένας διάλογος που δημιουργείται μεταξύ του έργου, του θεατή και του χώρου όπου βρίσκεται. Επίσης έχει μια γοητεία η διαδικασία της εφήμερης εξωτερικής εγκατάστασης που αφήνει τελικά μόνο μια φωτογραφία. Από ένα τρισδιάστατο τεράστιο αντικείμενο μένει τελικά ένα δυσδιάστατο, «συρρικνωμένο» θα μπορούσε να πει κανείς, σουβενίρ, ένα memento.

Ποια είναι η σχέση σου με την Ελλάδα; Τι πιστεύεις για τη σύγχρονη ελληνική τέχνη; Τι θα ήθελες να δεις να συμβαίνει στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια στον χώρο της τέχνης;

Στην Ελλάδα επιστρέφω συνέχεια. Όλη η ανάγκη μου να χτίζω και η αναζήτηση για το μνημείο ξεκινά από τον Παρθενώνα. Υπάρχουν αξίες που βρίσκω μόνο εδώ. Αγαπάω πολύ την Αθήνα, τη βρίσκω συναρπαστική. Μου αρέσει να τριγυρνάω και να ψάχνω υλικά στις αγορές του κέντρου, παλαιοπωλεία, εξειδικευμένα μαγαζάκια και παζάρια που πλέον εκλείπουν εκεί που ζω. Έχει μια άλλη ζωντάνια αυτή η επαφή.

Το 2009 επέστρεψα στην Ελλάδα, μετά από σπουδές στο Λονδίνο. Τότε έμαθα ότι υπάρχει μια μεγάλη δημιουργική ενέργεια στη σύγχρονη ελληνική σκηνή τέχνης. Πάντα ενθουσιάζομαι με τη νέα ελληνική τέχνη είναι ζωντανή και πολύ φρέσκια υπάρχει πολύ γόνιμο και ενδιαφέρον υλικό. Επίσης πιστεύω ότι υπάρχει μια έντονη κινητικότητα και μεγάλη στήριξη μέσα από τα ιδρύματα, το ΝΕΟΝ, το ‘Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το Ίδρυμα Ωνάση κ.ά. όπου παίζουν σημαντικό ρόλο και κάνουν σπουδαία δουλειά, στηρίζουν καλλιτέχνες, χρηματοδοτούν και προωθούν εκθέσεις ανοίγοντάς τις έτσι σε ένα ευρύτερο κοινό.

Αν κάτι θα ήθελα πραγματικά να δω θα ήταν περισσότερος κόσμος -κάθε ηλικίας και παιδείας- σε μουσεία και γκαλερί. Στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη δεν χρειάζεται να έχεις καλλιτεχνική παιδεία για να επισκέπτεσαι συχνά μουσεία και γκαλερί. Περισσότερος κόσμος να πληροφορείται για την τέχνη, να μαθαίνει. Και πιο πολλά σύγχρονα δημόσια γλυπτά, αρκεί πια με τις προτομές. Να γίνει η τέχνη σημαντικό μέρος της καθημερινότητας όλων, να προκαλεί, να δίνει χαρά, να ανοίγει συζητήσεις και να ταξιδεύει…