Το έργο του Αντώνη Πίττα αποτελείται κυρίως από multi media εγκαταστάσεις και γλυπτά με έμφαση στην αρχιτεκτονική, την τυπογραφία, την υλικότητα, τον χώρο και την performativity θεατή και αντικειμένου. Με αφορμή την ομαδική έκθεση New Reproductions της γκαλερί Annet Gelnik στο Άμστερνταμ, στην οποία συμμετέχει αυτή τη στιγμή είχαμε μια συζήτηση πάνω στο art book, τη σχέση του με τον μοντερνισμό, τις νέες συνθήκες και φυσικά την πανδημία.

Αntonis Pittas

©Αntonis Pittas

Αυτό τον καιρό συμμετέχεις στην έκθεση “New Reproductions” στην Gallery Annet Gelnik στο Amsterdam, μια έκθεση για το art book. Μίλησέ μας για την έκθεση.

Το New Reproduction είναι μια ομαδική έκθεση που διοργανώνει η γκαλερί με καλλιτέχνες της, όπου το art book λειτουργεί ως κοινός τόπος. Σκοπός είναι η ανίχνευση των δυνατοτήτων της έκδοσης ως μια παράλληλη διαδικασία με την παραγωγή του εικαστικού έργου. Οι προσεγγίσεις είναι διαφορετικές. Πέρα από το βιβλίο ως αντικείμενο μπορεί να αφορούν στα συνοδευτικά θεωρητικά κείμενα που επιλέγουν οι καλλιτέχνες ή στην καλλιτεχνική έρευνα και τη σκέψη του ίδιου του καλλιτέχνη. Έτσι δημιουργούνται πολλαπλές σχέσεις και ερωτήματα. Το πρώτο τμήμα της έκθεσης εισαγάγει τον θεατή σε ένα χώρο που παραπέμπει σε βιβλιοπωλείο, προσκαλώντας τον κόσμο να μπει, να κάτσει άνετα και να ξεφυλλίσει τα βιβλία. Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη έκθεση με αυτό τον τρόπο παρουσίασης επιχειρεί να διευρύνει τις συνθήκες θέασης κι εμπειρίας εντός μιας «εμπορικής» γκαλερί. Δυστυχώς η αρχική πρόθεση ενεργοποιήθηκε μόνο μερικώς λόγω της πανδημίας. Αντ’ αυτού έγιναν διάφορες εκδηλώσεις μέσω φιλμ και διαδικτύου που μπορεί να βρει κανείς στο site της gallery. Σε συνομιλία με την γκαλερί αποφασίσαμε να επανεργοποιήσουμε ένα παλαιότερο μου έργο, συγκεκριμένα το “Untitled. This is a historical opportunity for us” (που είχα κάνει πριν 10 χρόνια στο Van AbbeMuseum) Στο έργο, ή καλύτερα πρότζεκτ αυτό πρόσθετα κάθε εβδομάδα κείμενα-αποσπάσματα από διάφορα ειδησεογραφικά μέσα που παρακολουθούσα πάνω στην παγκόσμια επικαιρότητα, χρησιμοποιώντας γραφίτη στον εξωτερικό τοίχο του μουσείου. Κάθε κείμενο-αποσπάσμα το τύπωνα μετά σε κονκάρδες που ήταν διαθέσιμες στους επισκέπτες. Έτσι το έργο έφευγε από το πλαίσιο του μουσείου και «κυκλοφορούσε» στην πόλη. 10 χρόνια πριν που έγινε το έργο έτυχε να είναι μια ιστορική στιγμή για την Ελλάδα, το Καστελόριζο. Η εξάμηνη διάρκεια του πρότζεκτ συνέπεσε με την έναρξη της κρίσης στη Νότια Ευρώπη, όμως δεν είχε αυτή την κρίση ως αφορμή. Αναπόφευκτα πολλές από τις φράσεις που επέλεξα αναφέρονταν στην προσφυγή στο ΔΝΤ.  Ομοίως και τώρα, σ’αυτή τη χρονική στιγμή  οι περισσότερες φράσεις που χρησιμοποιώ αναφέρονται στην πανδημία, σύμφωνα με τη φύση αυτού του έργου.

©Michel Claus

Πώς αντιλαμβάνεσαι την έννοια και τις προοπτικές του art book στην εποχή του ηλεκτρονικού κειμένου; Μίλησέ μας για το βιβλίο σου “Road to Victory”.

Πρόκειται για ένα θέμα που κι εμένα με απασχολεί. Σήμερα το αντικείμενο-βιβλίο τείνει να γίνει κάτι σαν old school συνήθεια αν και ταυτόχρονα παραμένει κλασικό. Ένας από τους λόγους που ήθελα να κάνω αυτό το βιβλίο είναι το ενδιαφέρον μου για τη μνημειακή (με τη χρονική έννοια) και τη γλυπτική υπόσταση μιας έκδοσης. Στη συγκεκριμένη έκδοση έψαξα έναν τρόπο να ενεργοποιήσω το βιβλίο ως αντικείμενο (performative object) πέρα από την ιδιότητα του ως φορέα γνώσης. Ένα βιβλίο είναι ένα αντικείμενο, το οποίο ενεργοποιείται επειδή ο αναγνώστης εγκαθιστά μια σχέση μαζί του. Επέλεξα το εξώφυλλο του βιβλίου να είναι από χαρτί φτιαγμένο από φυσική θρυμματισμένη πέτρα. Ως αποτέλεσμα το άγγιγμα του εξωφύλλου σε ξαφνιάζει γιατί είναι πάντα σε χαμηλότερη θερμοκρασία από τα περισσότερα βιβλία. Επίσης ο τίτλος “Road to Victory” διατρέχει το βιβλίο: ξεκινώντας από το εξώφυλλο περνάει στο εσωτερικό του κι επανέρχεται στο εξώφυλλο δημιουργώντας διάφορες διαστρωματώσεις και διαμορφώνοντας μια συγκεκριμένη αισθητική. Αυτός είναι ο τρόπος που κινείται η δουλειά μου γενικότερα, δημιουργώ και αναλύω δεδομένα και συνθήκες και μέσα από αυτή τη διαδικασία  προκύπτει η αισθητική του έργου μου.

©Αntonis Pittas

Κάτι που με ενδιαφέρει είναι να αιχμαλωτίζω τη δημόσια μνήμη τη στιγμή που φτιάχνεται. Αυτό βέβαια ενέχει μια αυθαιρεσία. Υπάρχει ένας αυτοματισμός θέσης εδώ, μια αντίδραση σε αυτό που συμβαίνει, με όλο το ρίσκο να μην είναι πραγματικά ιστορική στιγμή. Υπό αυτό το πρίσμα ερευνώ έννοιες όπως ο βανδαλισμός και το πώς καταγράφεται η δημόσια μνήμη στον δημόσιο χώρο, όπως επίσης το θέμα της προπαγάνδας. Τι σημαίνει προπαγανδιστικός μηχανισμός, πώς έχει χρησιμοποιηθεί και κατ’ επέκταση πώς η πολιτική χρησιμοποίησε την τέχνη με σκοπό την προπαγάνδα. Ο αυτοπροσδιορισμός της κοινωνίας μέσα από την εικόνα είναι μια διαχρονική ανάγκη γι’ αυτό κι όποιος ελέγχει οποιαδήποτε δημόσια εικόνα έχει τεράστια ευθύνη.

Όλους αυτούς τους προβληματισμούς προσπάθησα να τους καταγράψω στο βιβλίο αυτό. Τον τίτλο, Road to Victory, τον έχω δανειστεί από μια διάσημη έκθεση του 1942 στο MoMA, σχεδιασμένη από τον σπουδαίο designer του Bauhaus, Herbert Bayer. Όταν εγκαταστάθηκε ο Bayer στην Αμερική έκανε μια σειρά εκθέσεων όπου παρουσίαζε το Bauhaus στο MoMA, εισάγοντας τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό στη Νέα Υόρκη. Το Road to Victory όμως δεν ήταν μια έκθεση τέχνης αλλά μια έκθεση για το αμερικανικό έθνος με σκοπό να ενισχύσει το εθνικό αίσθημα, δεδομένης της συμμετοχής των ΗΠΑ στον Β’Π.Π.  Η προπαγανδιστική αισθητική είναι φοβερή. Το βιβλίο μου αναδημοσιεύει το booklet της έκθεσης του ’42 (με τη συναίνεση του MoMA), όπως και σχόλια από εφημερίδες της εποχής για αυτήν, με έξοχες ατάκες εθνικής υπερηφάνειας όπως What a country to fight for!. Επίσης το βιβλίο περιέχει κείμενα από 11 θεωρητικούς, ιστορικούς τέχνης και επιμελητές με τους οποίους έχω μια γενικότερη συνομιλία και συνεργασία, κατόπιν πρόσκλησης μου να τοποθετηθούν σε σχέση με όλα αυτά. Ανάμεσα στα κείμενα υπάρχουν εικόνες από έργα μου καθώς και αρχειακό ερευνητικό υλικό που αφορά στον Bayer και στο Bauhaus και σύγχρονες δημόσιες διαδηλώσεις. Ανάμεσα στα έργα που παρουσιάζονται συμπεριλαμβάνεται μια καταγραφή performance μου, μια πολύ σημαντική συνεργασία μου με το MOMus στο πλαίσιο της 5ης Μπιενάλε Θεσσαλονίκης, με έργα της Popova και του Klutsis από τη συλλογή Κωστάκη, που εστιάζουν η μεν στην προπαγάνδα του θεάτρου, και ο δε στο performativity της μηχανής και στη γλώσσα. Όλα αυτά βρίσκουν γραμμές σύγκλισης με το Bauhaus, τον Bayer και την Αμερική, και σε ακόμα ευρύτερες γραμμές με την Ελλάδα και την κρίση. Τα επίπεδα συσχετισμών δηλαδή είναι αλλεπάλληλα. Το βιβλίο εκδόθηκε από την MOUSSE του Μιλάνου αλλά για τον σχεδιασμό επέλεξα Αμερικάνους designers, τους εξαιρετικούς Projects’ projects.

©Michel Claus

Όλο αυτό με οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Ποια η σχέση της δουλειάς σου με το αρχείο και την ιστορία της τέχνης; Ποια πιστεύεις είναι η σχέση της τέχνης με τη γνώση;

Δεν ξέρω αν έχω συγκεκριμένη απάντηση σε αυτά αλλά είναι θέματα που με απασχολούν και μου αρέσει η «φαγούρα» που δημιουργούν. Έχω επενδύσει σε μια γνώση της ιστορίας της τέχνης, ιδιαίτερα στο αντικείμενό της που με απασχολεί περισσότερο (δηλαδή ένα κομμάτι του μοντέρνου αλλά κι ένα μέρος της σύγχρονης τέχνης). Με ενδιαφέρει όμως γενικότερα η ιστορία και κυρίως τα όρια μεταξύ ιστορίας και ιστορίας τέχνης. Η  τέχνη άλλοτε καταγράφει  τις ιστορικές στιγμές  μεταγενέστερα και άλλοτε  προηγείται  χρονικά  των ιστορικών στιγμών κι αυτές είναι οι πιο ωραίες στιγμές της τέχνης. Μ’ έναν αρχετυπικό, παγανιστικό τρόπο πιστεύω στους κύκλους. Εξετάζω λοιπόν αυτούς τους κύκλους που κλείνουν κάθε είκοσι, τριάντα ή σαράντα χρόνια, και παρατηρώ πώς οι ίδιοι επαναπροσδιορίζονται. Γι’ αυτό κι ενίοτε στα έργα μου μπορεί κανείς να δει γνωστές μορφές να επαναλαμβάνονται. Δεν φοβάμαι την επανάληψη ούτε κυνηγάω το genius. Χρησιμοποιώ πολλές αναφορές τις οποίες σέβομαι και παραπέμπω ξεκάθαρα κι έτσι επανέρχομαι στο θέμα των «συνθηκών» με την έννοια των επιπέδων. Επειδή όμως η δουλειά μου έχει πολλά επίπεδα κάποιες στιγμές τείνω να γίνομαι υπερβολικός και φοβάμαι μην «εξαντλήσω» τον θεατή, μη γίνω «διδακτικός». Γι’ αυτό επιλέγω να μην παρέχω όλη την πληροφορία. Προτιμώ να αποστασιοποιούμαι και να αφήνω τον θεατή να παίρνει δική του θέση. Να ενεργοποιώ την βασική αρχή συσχετισμού θεατή-έργου που είναι η εμπειρία. Ομολογουμένως, αυτή την «ασυμμετρία» ανάμεσα στη ρομαντική εμπειρική αντιμετώπιση του έργου και την επιπλέον πληροφορία που φέρει το έργο δεν την έχω λύσει. Βοηθούν όμως πολύ οι δημόσιες συζητήσεις ή τα βιβλία μου. Επίσης στα μουσεία εμπλέκω πολύ τους εργαζόμενους. Όταν ο θεατής θέλει να μάθει κάτι για ένα έργο το προσωπικό έχει όλες τις απαντήσεις. Έτσι μεταθέτω την ευθύνη στον θεατή. Είναι μια active λογική και ενέχει μια performativity. Όπως και έναν αναστοχασμό πάνω στην έπαρση του καλλιτέχνη.

©Αntonis Pittas

Βρίσκω εντυπωσιακό πώς η καλλιτεχνική σου έρευνα κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα σε μια στιβαρή υλικότητα και μια επικέντρωση στη φόρμα από τη μία και ένα διαρκές παιχνίδι με την κειμενικότητα από την άλλη. Μίλησέ μας για τον ρόλο του μοντερνισμού ως αντικείμενο έρευνας στη δουλειά σου.

Κάποτε πριν πολλά χρόνια με είχαν αποκαλέσει φορμαλιστή και θυμάμαι είχα εκνευριστεί απίστευτα. Πλέον όμως μου αρέσει αυτή η κατάταξη. Θεωρώ τον εαυτό μου ένα ριζοσπαστικό φορμαλιστή. Η μορφή για μένα είναι πολύ σημαντική, η έννοια σαφώς ενυπάρχει, αλλά ακολουθεί. Η αλήθεια είναι ότι νιώθω έντονα συνδεδεμένος με τον μοντερνισμό, με αυτό που έρχεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και λέει «Εγώ είμαι το νέο». Με γοητεύει η εναντίωση στη διακόσμηση, οι φόρμες που σπάνε την έννοια του μοτίβου, η νέα καθαρότητα (που έφερε). Κυρίως όμως με γοητεύουν οι υποσχέσεις του Μοντερνισμού και η επαναστατική ρητορική του: Η Ρωσική πρωτοπορία με έχει επηρεάσει βαθιά, αυτή η ατελείωτη αναζήτηση της ουτοπικής φόρμας. Αυτή την αναζήτηση την αντιμετωπίζω ως επιδίωξη επικοινωνίας με τον θεατή.

Ερχόμαστε μετά στο τώρα και αυτό που ζούμε είναι ουσιαστικά η αποτυχία του μοντερνισμού. Όλες αυτές οι υποσχέσεις απέτυχαν… Με ενδιαφέρει η εννοιολογική σχέση της δυναμικής που ήθελε να έχει ο μοντερνισμός, έναντι στο τι κατάφερε, όπως και η πολιτική σκέψη που φέρει σαν κίνημα στα πλαίσια ιστορίας και ιστορίας τέχνης.

Η δουλειά μου μπορεί να μην είναι πολιτική, με την έννοια του ακτιβισμού, επιδιώκω όμως να έχει θέση. Δεν παίρνω θέση μέσα από κομματικές λογικές -αν και σαφώς εντάσσομαι στο σοσιαλιστικό κομμάτι, δεν είμαι συντηρητικός. Επιμένω ωστόσο σε μια «γκρι περιοχή». Με ενδιαφέρει πολύ το πώς η πολιτική χρησιμοποιεί την τέχνη και είναι σημαντικό το πού τοποθετείς τον εαυτό σου. Ενίοτε, αποστασιοποιούμαι: η πραγματικότητα μπορεί να γίνει πολύ σκληρή οπότε επιλέγω μια μυθοπλαστική πραγματικότητα για να μπορώ να «αναπνεύσω» και να συνεχίσω να δημιουργώ.

©Michel Claus

Δεδομένων των τρεχουσών συνθηκών δεν θα μπορούσα να μη ρωτήσω τη γνώμη σου για το πόσο δημιουργικός μπορεί να είναι κανείς σε περιόδους παγκόσμιων κρίσεων (στην προκειμένη περίπτωση υγείας) και πάσης φύσεως εγκλεισμού και στην αίσθηση παγκοσμιότητας του καλλιτέχνη.

Νομίζω ότι είναι νωρίς για συμπεράσματα αυτή τη στιγμή. Κάτι που παρατηρώ λόγω των εκπαιδευτικών μου καθηκόντων είναι πώς μεταλλάσσονται οι έννοιες της παγκοσμιότητας και της τοπικότητας στις νέες αυτές συνθήκες και πώς επαναπροσδιοριζόμαστε αναλόγως. Όλα είναι αντιδράσεις στις συνθήκες. Δεν ξέρουμε τι θα απομείνει, οι άνθρωποι τείνουν να επανέρχονται σε αυτά που ήταν ή είχαν. Την κριτική για ευκαιρίες αλλαγής την ακούω, αλλά τα κέντρα προσοχής και συγκέντρωσης αλλάζουν. Για τους νέους ανθρώπους, τους μαθητές μου, βλέπω ότι μοιάζει πιο φυσικό να προσαρμοστούν στα νέα τοπία που ανοίγονται σε αυτόν τον ηλεκτρονικό κόσμο. Για μένα έχει κλονιστεί το σύμπαν, νιώθω ότι η προσαρμογή είναι δύσκολη. Δεν ξέρω πώς θα είναι η δική μου «νέα συνθήκη». Σίγουρα είναι τεράστιο το μερίδιο προσωπικής και πολιτικής ευθύνης. Οι δημιουργικές τάσεις όμως δεν θα πάψουν ποτέ. Δεν ξέρω τι έρχεται αλλά επιμένω να προσπαθώ να διαβάζω τα γεγονότα, να είμαι ψύχραιμος και να παρατηρώ. Η παρατήρηση είναι μόνιμο κομμάτι και ίσως γι’ αυτό δεν νιώθω ακτιβιστής. Η θέση μου στα πράγματα ίσως είναι αυτή του «ριζοσπαστικού παρατηρητή».

Ζεις 22 χρόνια μακριά από την Ελλάδα. Βρίσκεις γραμμές καταγωγής και έμπνευσης στη δουλειά σου; Με ποιους τρόπους «επιστρέφεις» στην Ελλάδα; Πώς βλέπεις την εγχώρια σκηνή;

Σαφέστατα και βρίσκω. Μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, οι βόλτες μου ήταν στο Καλλιμάρμαρο, το Ζάππειο, το Σύνταγμα, κάτω από την Ακρόπολη. Αυτές είναι οι εικόνες μου. Θυμάμαι τα πρώτα, τα διαμορφωτικά μου καλοκαίρια στη Τζια. Οι φόρμες, το φως, το κοινωνικό κομμάτι, όλα αυτά με διαμόρφωσαν ως άνθρωπο. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια εδώ, και καθώς ταξιδεύω πολύ κυρίως σε Ευρώπη και Αμερική, ένα κομμάτι μου έχει υιοθετήσει μια βορειοευρωπαϊκή κουλτούρα που, βέβαια, με ένα τρόπο είναι συνδεδεμένη με την αρχαιότητα και μέσω του Χριστιανισμού, (γιατί η Ευρώπη, ας μην ξεχνάμε, είναι χριστιανικό λόμπι). Αυτές υπήρξαν οι επιρροές μου και φαίνεται στη δουλειά μου. Υπάρχει κάτι αρχετυπικό στη γλώσσα που χρησιμοποιώ που όμως συναντά τον μινιμαλισμό και βόρειες λογικές. Ο συνδυασμός των παραπάνω έχει επηρεάσει το Bauhaus και κατ’ επέκταση τον μοντερνισμό.

Τώρα όσον αφορά στη ελληνική εικαστική σκηνή προσωπικά πιστεύω ότι η κρίση την βοήθησε να υπάρξει. Εγώ ανήκω σε μια γενιά καλλιτεχνών προ-κρίσης που ένα μεγάλο ποσοστό της έφυγε στο εξωτερικό, Αγγλία, Γερμανία, Ολλανδία ή Νέα Υόρκη. Πολλοί  επέστρεψαν Ελλάδα και έφεραν νέο αέρα, πολύ επηρεασμένο από όλα όσα γίνονταν έξω, αλλά σε ένα περιβάλλον ακόμα επιφυλακτικό. Η κρίση, αργότερα, πίεσε τον καλλιτέχνη να πάρει θέση και αυτό ήταν ευχάριστο – το λέω χωρίς να θέλω επ’ ουδενί να ωραιοποιήσω την κρίση. Οι καλλιτέχνες όμως με αφορμή την κρίση αναγκάστηκαν επιτέλους να συγκεντρωθούν, να ξεπεράσουν την κληρονομιά της σε μεγάλο βαθμό μεταλλαγμένης κομματικοποιημένης μπουρζουά και ελαφράς δεκαετίας του ’80.

Η επόμενη γενιά θα είναι ακόμα καλύτερη, έχει άλλες βάσεις και αναφορές. Το μέλλον θα δημιουργήσει μια πραγματικά «ελληνική σκηνή». Βοηθάει και που τόσοι ξένοι καλλιτέχνες έχουν έρθει και μένουν Ελλάδα κι έτσι γίνεται μια γόνιμη μίξη. Ο κύκλος μεγαλώνει, δημιουργείται ευρύτερος διάλογος. Οι Έλληνες είχαν πάντα μια εσωστρέφεια, η κοινωνία όμως άλλαξε τα τελευταία χρόνια, έγινε πιο πολυπολιτισμική, πιο ανοιχτή, επιβαλλόταν να γίνει. Το πολιτισμικό αυτό καλειδοσκόπιο ανοίγει το μυαλό των νέων, εμβολίζει κάθε είδος λαϊκισμού και αυτή τη μυθοπλασία της συντηρητικής ρητορικής, ότι όλα τα καλά γίνονταν στο παρελθόν. Όχι, ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε κάτι καλύτερο για όλους. Ίσως για λίγους, ποτέ όμως για το ευρύτερο κοινό. Πιστεύω ότι το καλύτερο έρχεται, και στο καλλιτεχνικό κομμάτι ισχύει το ίδιο. Ακόμη και σ’ ένα προσωπικό επίπεδο, προσπαθώ διαρκώς να ισορροπήσω σε αυτή τη συγκρουσιακή/διπολική σχέση ανάμεσα στη συντήρηση και στο νέο. Ο κύκλος μπορεί να επαναλαμβάνεται αλλά δεν είναι ποτέ ακριβώς ο ίδιος.