Ολόφρεσκος θριαμβευτής το «Επιχείρηση: Αrgo» στις Χρυσές Σφαίρες (από τις οποίες παρεμπιπτόντως αξίζει να δει κανείς τόσο την έναρξη της τελετής με την Τίνα Φέι και την Έιμι Πόλερ, όσο κυρίως τους απολαυστικότατους Γουίλ Φερελ και Κρίστεν Γουιγκ), όπου έκανε την έκπληξη, κέρδισε το βραβείο καλύτερης δραματικής ταινίας κι έχει έτσι αναβαθμισμένες ελπίδες και για τα όσκαρ. Ελπίδες που δεν μπορεί πάντως να έχει προσωπικά ο Μπεν Άφλεκ, καθώς μπορεί να έκανε επίσης την έκπληξη παίρνοντας την Χρυσή Σφαίρα καλύτερης σκηνοθεσίας, αλλά στα όσκαρ δεν είναι καν υποψήφιος. Αν συνεχίσει πάντως έτσι και το όσκαρ σκηνοθεσίας θα έρθει αργά ή γρήγορα.

~~~

Κρίση των ομήρων στην Τεχεράνη, γεγονότα που διαδραματίζονται στα τέλη του 1979 και στις αρχές του 1980, αλλά η ταινία ξεκινά λέγοντάς μας (και δείχνοντάς μας παράλληλα με ένα εξαιρετικό κολάζ εικόνων) ότι το 1950 εκλέχθηκε πρωθυπουργός ο προοδευτικός Μοσαντέχ που εθνικοποίησε τα πετρέλαια, αλλά ανατράπηκε το 1953 με πραξικόπημα που υποστηρίχθηκε από τους Αμερικάνους και τους Βρετανούς, με αποτέλεσμα να γίνει απόλυτος μονάρχης ο Σάχης Ρεζά Παχλαβί. Η γυναίκα του έκανε μπάνιο με γάλα, ο ίδιος παρήγγελνε να του φέρουν τα γεύματα αεροπορικώς από το Παρίσι, ο λαός πεινούσε, τα βασανιστήρια έδιναν κι έπαιρναν. Το 1979 μετά την επανάσταση ο Σάχης έχει διαφύγει στις ΗΠΑ και οι ΗΠΑ δεν τον επιστρέφουν. Παραγωγός της ταινίας είναι ο πανταχού παρών Τζωρτζ Κλούνεϊ, ο οποίος, από το γενικότερο στίγμα του και όντας αναμεμειγμένος στην παραγωγή και της εμβληματικής “Syriana”, ήταν σαφές πως δεν θα έβαζε την σφραγίδα του σε έργο το οποίο δεν θα περιείχε τέτοιες πινελιές. Η “Syriana” βέβαια καλύτερα θα ήταν εν προκειμένω να μην ερχόταν στο μυαλό, αφού οι συγκρίσεις είναι καταλυτικές υπέρ της.

Ο τρόπος που ξεκινά η ταινία δίνει την αφορμή για μια γενικότερη σκέψη: το από πού θα ξεκινήσεις την αφήγηση της όποιας ιστορίας σου, είτε της κινηματογραφικής είτε πολιτικής, είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Το κόντεξτ της αφήγησης δεν είναι απλώς ο περιβάλλων χώρος της, αλλά δίνει πρόσημο και νόημα στα υπό κρίση γεγονότα. Π.χ. η δαιμονοποίηση της μεταπολίτευσης ξεχνά -κατά λάθος ή το πιθανότερο επίτηδες- τι υπήρχε πριν από αυτήν, τόσο μιλώντας για την Χούντα, όσο και για τα πριν από την χούντα. Έτσι στο “Αrgo” η ιστορία δεν ξεκίνησε το 1979 από το πουθενά. Ξεκίνησε το 1953 που έφερε μερικές δεκαετίες αργότερα την επανάσταση. Δεν είναι απλώς αυτοί που μπουκάρισαν και έπιασαν ομήρους τους εργαζόμενους στην Πρεσβεία. Ναι προφανώς είναι κακό πράγμα να πιάνεις ομήρους, αλλά κάτι έχει προηγηθεί, κάποια εξήγηση έχουν οι πράξεις των εισβολέων, κάτι ζητούσε το Ιράν σε αντάλλαγμα.

~~~

Έξι από τους εργαζόμενους προλαβαίνουν να διαφύγουν πριν εισβάλλει μέσα στην Πρεσβεία το πλήθος. Βρίσκουν καταφύγιο στην οικία του Καναδού πρέσβη. Οι εισβολείς δεν γνωρίζουν πως έχουν διαφύγει, ωστόσο είναι θέμα χρόνου να το μάθουν. Και για αυτό πρέπει να οργανωθεί το συντομότερο δυνατό μια επιχείρηση διάσωσής τους. Η κρατούσα άποψη είναι να τους δώσουν ποδήλατα και να διαφύγουν με αυτό το μέσο προς τα σύνορα που είναι 500 χιλιόμετρα μακριά. Όταν καλείται σε σύσκεψη, ο ειδικός των διασώσεων τους λέει ότι η ιδέα αυτή είναι χάλια. Οι διασώσεις είναι σαν τις αμβλώσεις: δεν θες να σου τύχουν, αλλά όταν σου τυχαίνουν πρέπει να στις κάνει κάποιος άλλος, και όχι μόνος σου. Πώς να φύγουν λοιπόν; Τότε έρχεται η ιδέα. Και η ταινία μπορεί να έχει πάρει πολλές αποστάσεις από όσα στα αλήθεια συνέβησαν, ειδικά στο σκέλος του σασπένς της αποστολής, αλλά αυτά είναι 100% αληθινά. Προτείνει να πάει στο Ιράν ώστε να παραστήσει μαζί με τους έξι, τα μέλη ενός κινηματογραφικού συνεργείου, που έχουν δήθεν πάει στο Ιράν για να βρουν κατάλληλες τοποθεσίες για γυρίσματα μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας. H μεσανατολική ύπαιθρος του Ιράν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σκηνικό άλλου πλανήτη. Έτσι θα γίνει πιστευτό και θα δεν προκαλέσει υποψίες, αφού όλοι ξέρουν πως προκειμένου να βγάλουμε λεφτά γυρίζοντας μια ταινία είμαστε ικανοί να τη γυρίσουμε ακόμη και στο Ιράν την πιο ακατάλληλη εποχή. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να δημιουργηθεί -και δη τάχιστα- η αντίστοιχη βιτρίνα. Χρειάζονται σενάριο, αγοράζουν τα δικαιώματα ενός, στήνουν στις ΗΠΑ συνέντευξη Τύπου, όπου ηθοποιοί με κουστούμια ρομπότ και εξωγήινων διαβάζουν αποσπάσματα από τους ρόλους τους. Αν θες να πουλήσεις ένα ψέμμα, άσε τον Τύπο να το πουλήσει για σένα.

~~~

Το ψυχολογικό παράδοξο αλλά και ταυτόχρονα το κινηματογραφικά μαγικό με το σασπένς, είναι πως όσο σίγουρος κι αν είσαι για αυτό που θα συμβεί, τόσο δεν παύεις να αγωνιάς. Ο Άφλεκ στήνει τόσο στην αρχή της ταινίας με την εισβολή στην Πρεσβεία και την καταστροφή των αρχείων, όσο και κυρίως στο τελευταίο μέρος, σκηνές χιτσκοκικές: τηλέφωνα που χτυπάνε και σηκώνονται την τελευταία στιγμή, κρατήσεις εισιτηρίων που εμφανίζονται στην οθόνη την τελευταία στιγμή, όλα γίνονται την τελευταία στιγμή, αλλά δεν σε ενοχλεί, δεν είναι κάτι που υποτιμά τη νοημοσύνη σου, είναι μάλλον κάτι που σε κάνει να απολαμβάνεις καλογυρισμένο σινεμά. Γράφοντας για το «Τοwn» έλεγα πως αγαπώ περισσότερο το «Gone, Baby, Gone», αλλά με γενικό συμπέρασμα πως μου πάει και μου αρέσει πάρα πολύ το σινεμά του Άφλεκ. Λίγο αυτό, λίγο οι Χρυσές Σφαίρες, περίμενα να δω κάτι περισσότερο από αυτό που είδα. Το χιλιοειπωμένο πρόβλημα του πώς όσο ανεβαίνει ο πήχυς των προσδοκιών τόσο λιγότερο ικανοποιείσαι με την ταινία; Διόλου απίθανο. Ακόμη κι έτσι όμως, ενώ μπορώ να αναγνωρίσω όλες τις πεντακάθαρες αρετές που έχει το «Αrgo», δεν μπορώ και να μην εστιάσω στα ελαττώματα του: οι χαρακτήρες είναι μάλλον χάρτινοι (στις δύο προηγούμενες ταινίες του ο Άφλεκ είχε χαρακτήρες με πολύ περισσότερο ζουμί), η πλοκή κινείται γραμμικά χωρίς ανατροπές και χωρίς κάποιο βάθος, η ταινία παραείναι clean cut, τελικά αυτό που παρακολουθούμε είναι μεν πολύ αξιόλογο ως σινεμά, αλλά σε ουσία σου αφήνει λίγα πράγματα. Παραταύτα η ταινία είναι αξιοπρεπέστατη, εάν συγκριθεί με τη συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών δράσης είναι ένας παράδεισος μη καφρίλας, ενώ αν συγκριθεί με το τρέχον σινεμά επαναφέρει εντελώς ευπρόσδεκτα έναν αέρα των 70ς, χωρίς όμως αντίστοιχο βάθος και σκοτεινιά. Ο Άφλεκ καταφέρνει να κρατήσει όλη την ταινία του στον ίδιο τόνο (τόσο το σκέλος της Τεχεράνης όσο και το σκέλος του Χόλιγουντ), σκηνοθετεί ατάκες αστείες αποστασιοποιημένα και μην τονίζοντάς τες για να διατηρήσει το έργο του σε ένα ενιαίο ύφος. Το “Αrgo” είναι ατμοσφαιρικό, διακρίνεται από θαυμαστή σκηνοθετική οικονομία και πυκνότητα, από το πανοραμικό βλέμμα πάνω στην ιστορία του, είναι στέρεο αφηγηματικό σινεμά. Αλλά προσωπικά ήθελα κάτι παραπάνω, κάτι που να πάει την ταινία ένα σκαλί πιο πέρα από το σκαλί ενός αρτιότατα και με μεγάλο ταλέντο συμπληρωμένου παζλ.

~~~

Η ταινία μπορεί να πει κανείς πως περίπου ξεμπερδεύει με τα πολιτικά της ζητήματα μετά την εισαγωγή της. Δεν είναι μια πολιτική ταινία, είναι μια ιστορία αγωνιώδους διάσωσης βασισμένης σε μια αληθινή μεν αλλά απίθανη επιχείρηση. Χωρίς να είναι μια ακόμα πατριωτική ιστορία, χωρίς κορώνες, είναι όμως μια ταινία που έχει τελικά και την πίττα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Μας χορταίνει στην αρχή με την γενική πολιτική εικόνα και μετά έχουμε σχεδόν δυο ώρες στη διάθεσή μας για να απολαύσουμε ολόκληρη την πίττα μιας αμερικάνικης διάσωσης αμερικάνων ομήρων. Το πολιτικό σκέλος μπαίνει στην άκρη, η CIA από δημιουργός πραξικοπημάτων κι εκπαιδευτής βασανιστών γίνεται η καλή και τελικά οι Ιρανοί είναι, αν όχι οι κακοί, πάντως ο κίνδυνος από τον οποίο πρέπει να γλιτώσει ο ήρωας τους ομήρους. Από την άλλη για να είμαστε δίκαιοι κανείς δεν τα βάζει με τόση ελευθεροστομία με την πατρίδα του όσο οι ίδιοι οι Αμερικάνοι. Κι ακόμη πιο σίγουρα κανείς δεν μπορεί να πουλήσει κριτική και πατριωτισμό ταυτόχρονα, και δη με τόσο θελκτικό κινηματογραφικά τρόπο.