Δεκαοκτώ χρόνια πριν, στο «Πριν το Ξημέρωμα», ο Τζέσι γνώρισε σε ένα τρένο τη Σελίν και της πρότεινε να κατέβει στη Βιέννη και να περάσει μία μέρα μαζί του, καθώς το επόμενο πρωί είχε να πάρει το αεροπλάνο για να επιστρέψει στις ΗΠΑ. Εννιά χρόνια πριν, στο «Πριν το Ηλιοβασίλεμα», ο Τζέσι βρέθηκε στο Παρίσι για να προωθήσει το βιβλίο που είχε γράψει με θέμα ακριβώς τις λίγες ώρες που πέρασε μαζί της. Η Σελίν πηγαίνει να τον συναντήσει. Θα περάσουν την υπόλοιπη μέρα μαζί, καθώς ο Τζέσι έχει μια ακόμα προγραμματισμένη πτήση επιστροφής στις ΗΠΑ, όπου μάλιστα τον περιμένουν πια σύζυγος και παιδί. Στο σήμερα, και στο «Πριν τα Μεσάνυχτα», θα δούμε τον Τζέσι να βρίσκεται σε ένα αεροδρόμιο για μια ακόμη πτήση επιστροφής στις ΗΠΑ. Το αεροδρόμιο είναι της Καλαμάτας και αυτήν τη φορά η πτήση είναι για το γιο του. Προσπαθεί να ανοίξει διάλογο μαζί του, σαν να βρισκόμασταν στις προηγούμενες δύο ταινίες. Αλλά ο γιος του δεν είναι η Σελίν, κι έτσι ο Τζέσι ασκεί την τέχνη του προφορικού λόγου χωρίς συμπαίκτη. Ο Τζέσι είναι αμήχανος και ψιλοδιαλυμένος που βλέπει το γιο του να φεύγει. Ο γιος του μπορεί να είναι ως έφηβος μία φορά σιωπηλός και ως παιδί χωρισμένων γονιών μία παραπάνω, αλλά ανταμοίβει τον πατέρα του λέγοντας του πως φέτος πέρασε το καλύτερο καλοκαίρι της ζωής του. Στην είσοδο του αεροδρομίου, σε ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο, περιμένουν τον Τζέσι στο κάθισμα του συνοδηγού η Σελίν και στο πίσω κάθισμα τα δίδυμα εφτάχρονα κοριτσάκια τους. Ο Τζέσι και η Σελίν είναι επιτέλους μαζί. Οι περιορισμοί του χρόνου των περασμένων δύο συναντήσεών τους ανήκουν στο παρελθόν, ο χρόνος που παρήλθε από την τελευταία συνάντησή τους στο Παρίσι είναι χρόνος που αξιοποίησαν στο φουλ, περνώντας πια μαζί όχι μία μέρα αλλά μια ζωή. Βρίσκονται στη Μεσσηνία καιρό, για διακοπές έξι βδομάδων, φιλοξενούμενοι ενός συγγραφέα, ο τόπος είναι παραδεισένιος, τα δίδυμα που κοιμούνται στο αυτοκίνητο αγγελικά, μόνο που, σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες ταινίες, οι συζητήσεις του Τζέσι και της Σελίν θα σκιάζονται από τη φθορά που προκαλεί η χρόνια συμβίωση, τα παιδιά τους και το παιδί που έχει ο Τζέσι με την πρώην γυναίκα του, για το οποίο νιώθει τύψεις και πως είναι απών από τη ζωή του λόγω της απόστασης.

Δύο διαμετρικά αντίθετα βλέμματα: Ο Τζέσι λέει πως, όταν βλέπει τις κόρες του να τσακώνονται για ασήμαντες αφορμές και να ανταγωνίζονται η μία την άλλη, κάνει δυσοίωνες σκέψεις. Σκέφτεται πως ο άνθρωπος είναι κατασκευασμένος εκ γενετής έτσι, ώστε να αναλώνεται σε όλη αυτή τη μικροπρέπεια και τη δίχως νόημα μανούρα. Η Σελίν του απαντάει πως αν αυτά είναι τα συναισθήματά του όταν βλέπει τις κόρες του να αρνούνται να υποχωρήσουν, τότε είναι καταθλιπτικός. Εκείνη χαίρεται και γουστάρει να τις βλέπει να το κάνουν, γιατί εισπράττει μια ζωτικότητα από αυτό. Θεωρεί πως είναι δείγμα του ότι γενικότερα στη ζωή τους θα διεκδικούν αυτό που τους αναλογεί και δε θα παραχωρούν σε κανέναν αμαχητί οτιδήποτε θεωρούν δικό τους.

Πιστεύουν οι άντρες στις νεράιδες; Οι άντρες πιστεύετε ακόμη στις νεράιδες, λέει η Σελίν. Πιστεύετε ότι μια νεράιδα θα βάλει αντιηλιακό στο παιδί στη θάλασσα, πιστεύετε ότι μια νεράιδα θα φτιάξει το σάκο του. Πιστεύετε ότι ένα σωρό θέματα που αφορούν τα παιδιά και το σπίτι και γενικά τις δουλειές γίνονται από μόνα τους. Μα δε με αφήνεις ποτέ να φτιάξω το σάκο τους, διαμαρτύρεται ο Τζέσι. Αν σε άφηνα, θα ξέχναγες τα μισά, του απαντά. Εσύ θεωρείς αυτονόητο όλον αυτόν το χρόνο που έχεις για τον εαυτό σου. Κι εγώ θα ήθελα να έχω αυτήν την πολυτέλεια, αλλά δεν την έχω.

Δεν είσαι ο Χένρι Μίλερ: Η Σελίν έχει πάρει φόρα: «Με τον τρόπος που γράφεις στα βιβλία σου για τον τρόπο που κάνουμε έρωτα, ο κόσμος νομίζει ότι κάνω έρωτα με τον Χένρι Μίλερ. Ε, δεν είσαι ο Χένρι Μίλερ. Σε κανέναν τομέα». Ούτε σεξουαλικά ούτε σαν συγγραφέας. Με ένα σμπάρο χτυπάει τα δυο τρυγόνια που θα τον πονέσουν περισσότερο, επιδιώκοντας, έστω στο θυμό της πάνω, μια ολική ακύρωση του συντρόφου της ζωής της.

Μετά το «Δε σ’ αγαπώ πια»: Όταν στο αποκορύφωμα ενός τσακωμού τους, η Σελίν φτάνει να πει στον Τζέσι ότι δεν τον αγαπά πια, ο Τζέσι θα επιμείνει κάνοντας πως δεν κατάλαβε τίποτα. «Δεν άκουσες τι σου είπα;», τον ρωτάει. Άκουσα αλλά θεώρησα ότι το είπες έτσι. Αν το εννοείς, αλλάζει το πράγμα. Όσο ερωτευμένος κι αν παραμένω κι όσο κι αν σε αγαπάω, δεν είμαι σκυλάκι να τρέχω από πίσω σου. Το «δε σε αγαπάω» είναι το όριο το απομυθοποιητικό, το όριο πέραν του οποίου παύει να έχει νόημα να μάχεσαι, το όριο που κρασάρει το όραμα. Δεν αρκεί να αγαπάς εσύ τον άλλο, η ερωτική σχέση ποτέ δεν είναι ένα όραμα της δικής σου μόνο αγάπης, είναι όραμα αμοιβαιότητας. Τι απομένει αν ο άλλος δε σε αγαπάει; Να σε αγαπήσει με το ζόρι; Να τον πείσεις ότι κάνει λάθος και σε αγαπάει;

Αν το εννοεί ή δεν το εννοεί τελικά η Σελίν, μπορεί να το δει κανείς στην οθόνη. Πάντως, για να μην υπάρχει παρανόηση από τα όσα έγραψα, η ταινία ούτε σκοτεινή είναι ούτε αφίσταται τόσο πολύ από το πνεύμα και το ύφος των δύο προηγούμενων ταινίών. Αντίθετα, έρχεται σαν φυσικό τους συμπλήρωμα, έρχεται να δείξει τα προβλήματα και τις συγκρούσεις που αναπότρεπτα προκύπτουν όταν μοιράζεσαι τη ζωή σου με έναν άνθρωπο. Και το κάνει με τρόπο ουσιαστικό. Μακάρι να συνεχίσουμε και στο μέλλον να βλέπουμε τον Ίθαν Χοκ και την Ζιλί Ντελπί να συζητούν υπό την καθοδήγηση του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, αρκεί να συνεχίσουν να έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν. Μακάρι να συνεχίσουμε να βλέπουμε τον Τζέσι και τη Σελίν να μεγαλώνουν και να μεστώνουν, καθώς μεγαλώνουμε κι εμείς μαζί τους.