Πριν τους τίτλους της αρχής του «Κάποτε στην Ανατολία» βλέπουμε τρεις άντρες να τρώνε, να πίνουν και να γελούν. Μετά τους τίτλους της αρχής, ο ένας τους έχει ήδη δολοφονηθεί, οι άλλοι δύο συλληφθεί, κι ενάς από αυτούς έχει ομολογήσει μετά την -πιθανότατα βίαιη- ανάκρισή του. Ό,τι θα δούμε από κει και πέρα -και για 2 1/2 ολόκληρες ώρες- εκτυλίσσεται αμέσως μετά την ομολογία. Πρέπει να βρεθεί το σημείο που θάφτηκε το πτώμα. Μέσα στη μαύρη νύχτα ένα καραβάνι με τρία αυτοκίνητα και καμιά δεκαριά άντρες. Ο εισαγγελέας, ο αστυνομικός διευθυντής, ο γιατρός – ιατροδικαστής είναι οι επικεφαλής της έρευνας. Μαζί τους βοηθοί, οδηγοί, υπάλληλοι, στρατιώτες και οι δύο ύποπτοι. Ο δράστης είχε πιει, οι τοποθεσίες στις στέπες παρόμοιες. Έτσι ψάχνουν και ψάχνουν και ψάχνουν Χάνονται όλο και βαθύτερα στη νύχτα, όλο και βαθύτερα στην Ανατολία.

Είναι σαν ένα αστυνομικό έργο γυρισμένο ανάποδα, σαν ένα έργο που έχει μεν ένα έγκλημα ως κινητήριο αφηγηματικό μοχλό του, αλλά το αφορά οτιδήποτε άλλο εκτός από το έγκλημα. Ένα έγκλημα για το οποίο τελικά μένεις στο ημίφως τόσο για το ποιός και πώς ακριβώς το διέπραξε, όσο και για τα ακριβή του κίνητρα. Όλα αυτά τα ξέρεις στο περίπου. Όσο όμως κι αν η ταινία δεν σου πλασάρεται για αστυνομική σε οποιοδήποτε σημείο της, όσο κι αν είναι σαφέστατα δικαίωμά του σκηνοθέτη να δώσει αυτή την κατεύθυνση στην έργο του, εσύ καλώς ή κακώς νιώθεις κάπως μετέωρος και αδειασμένος όταν τελειώνει. Σου μοιάζει κάπως επιτηδευμένο, όχι το ότι η ταινία επικεντρώθηκε σε άλλα θέματα αντί στο έγκλημα, αλλά το ότι επέλεξε να το αφήσει τόσο πολύ στην άκρη.

Σε αντίθεση με την εξιχνίαση της υπόθεσης για την οποία σχεδόν αδιαφορεί, η ταινία ενδιαφέρεται να εξιχνιάσει μια υπόθεση του παρελθόντος, που αναβιώνει μέσα από τις συζητήσεις κατά τις ατέλειωτες ώρες της αναζήτησης του πτώματος. Ο γιατρός συζητά με έναν άλλο ήρωα για την αληθινή αιτία θανάτου μιας γυναίκας που πέθανε μυστηριωδώς και «χωρίς αιτία». Οι δύο υποθέσεις θα μπλεχθούν μεταξύ τους με έναν απροσδόκητο τρόπο, αφού στην μία ο γιατρός σκαλίζοντας με τις επίμονες ερωτήσεις του να ανακαλύψει την αληθινή αιτία θανάτου πίσω από την επίσημη «καταδικάζει» άθελά του έναν άνθρωπο, ενώ στην άλλη που η δικαιοδοσία και ο ρόλος του είναι ακριβώς να καταγράψει την αλήθεια στην επίσημη αιτία θανάτου, επιλέγει να την αποσιωπήσει.

Έχει περάσει πάνω από μια ώρα ταινίας για να πρωτοδούμε γυναικείο πρόσωπο. Το βλέπουμε όμως με τρόπο που πολύ δύσκολα θα ξεχαστεί. Το καραβάνι έχει σταματήσει να ξεκουραστεί σε χωριό της περιοχής. Ο δήμαρχος τους φιλεύει και τους κάνει διάλεξη για τα κονδύλια που χρειάζεται το χωριό για έργα. Κατά φωνή κόβεται και το ρεύμα. Δίνει εντολή στην κόρη του να φέρει λάμπες πετρελαίου. Όταν εκείνη μετά από ώρα εμφανίζεται, κρατά εκτός από τη λάμπα κι ένα δίσκο με ποτήρια τσάι. Όπως η λάμπα πετρελαίου φωτίζει τα αποκαμωμένα και προσωρινά αποκοιμισμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, ξυπνάνε, παίρνουν το ποτήρι τους και σηκώνουν το βλέμμα τους ψηλά να πουν «ευχαριστώ». Όλων το πρώτο βλέμμα ακολουθεί ενστικτώδες ξαφνιασμένο δεύτερο. Το πρόσωπο πάνω στο οποίο θα ακουμπούσαν το «ευχαριστώ» τους δεν είναι ένα συνηθισμένο ανθρώπινο πρόσωπο στο οποίο αναλογεί απλώς ευγένεια, αλλά ένα πρόσωπο απρόσμενα και αταίριαστα (με το τριγύρω περιβάλλον) αγγελικό, ένα πρόσωπο που γεννά ταραχή και γαλήνη μαζί.

Μολονότι εντελώς αντροκρατούμενη η ταινία, όσο ξεδιπλώνεται καταλαβαίνουμε πως κουβαλά στο σώμα της τα βαθιά σημάδια κατεστραμμένων σχέσεων ανδρών – γυναικών. Τη γυναίκα του γιατρού τη βλέπουμε μόνο μέσα από τις φωτογραφίες τους. Τον έχει χωρισει. Τη γυναίκα του εισαγγελέα την ακούμε μόνο μέσα από συζητήσεις. Τον έχει εκδικηθεί. Τη γυναίκα του αστυνόμου την ακούμε μόνο να ωρύεται στο τηλέφωνο για τα φάρμακα του χρόνια άρρωστου γιου τους που εκείνος ξέχασε να φέρει. Ο αστυνόμος δεν αντέχει την κατάσταση στο σπίτι και προτιμά να είναι όλο στη δουλειά. Η γυναίκα του νεκρού -που σε αντίθεση με τις άλλες τρεις, την βλέπουμε στην ταινία- σηματοδοτεί εξ ορισμού ένα ακόμα οριστικά κατεστραμμένο αντρόγυνο. Έξω από την καταστροφή μόνο το κορίτσι με την λάμπα, που ακόμα δεν είναι κανενός, που είναι για λίγο όλων, έστω και όχι κανονικά, έστω και μόνο σε αυτό το απαράμιλλο που τους προξενεί όταν σηκώνουν το βλέμμα από το σκοτάδι προς το πρόσωπό της.

Η ταινία ξεφεύγει από τον κίνδυνο να πέσει στην παγίδα των μεγάλων εικόνων της, στην παγίδα της αυτοϊκανοποίησης για την ατμοσφαιρικότητά της. Γιατί πράγματι μπορεί ο τόπος να αποτυπώνεται έξοχα, από την υποβλητική νυχτερινή ύπαιθρο ως την πρωινή επαρχιακή πόλη, από ένα μήλο που κυλά στο ρυάκι ως τη σπασμένη βάση του ακουστικού ενός τηλεφώνου, το συναρπαστικό όμως είναι πως και οι ήρωες ανήκουν στον τόπο, αποτελώντας οργανικό τμήμα του. Οι ηθοποιοί είναι όλοι εξαιρετικοί, είναι όμως σαφές πως πέραν των υποκριτικών τους ικανοτήτων, είναι κι ο Τσεϊλάν που τους χαϊδεύει με την κάμερα, σκηνοθετώντας με θέρμη και τρυφερότητα πρωταγωνιστές με κρυμμένα τραύματα και δευτεραγωνιστές που συμμετέχουν στην κωμωδία της καθημερινότητας. Έτσι, αν παρά κάποιες επιμέρους ενστάσεις η ταινία δικαιώνεται, αυτό δεν οφείλεται στην υπέροχη αισθητική των εικόνων της. Δικαιώνεται γιατί οι εικόνες της κατοικούνται από ανθρώπους με σάρκα και οστά.