Blancanieves“, δηλαδή Χιονάτη στα ισπανικά. Γιατί, αν όχι σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, σίγουρα στις συντριπτικά περισσότερες θα υπάρχει ένα όνομα για τη Χιονάτη. Μερικά παραμύθια διαπερνούν τις κουλτούρες, μερικοί μύθοι έχουν γίνει παγκόσμιοι. Κι ακριβώς επειδή είναι παγκόσμιοι, τόσο ευρέως γνωστοί και τόσο βαθιά ριζωμένοι, έχεις τη δυνατότητα να παίξεις μαζί τους, να πάρεις ένα οικουμενικό στόρι και να το χρωματίσεις με στοιχεία της παράδοσης του δικού σου τόπου. Ο Πάμπλο Μπεργκέρ, στην ταινία του που σάρωσε τα βραβεία Γκόγια, παίρνει ένα κλασικό παραδοσιακό παραμύθι το μπολιάζει με την ισπανική παράδοση των ταυρομαχιών και όλο αυτό μέσα στην ρετρό γλώσσα του βωβού κινηματογράφου. Αναμιγνύοντας τρια παραδοσιακά κλασικά υλικά παραδίδει ένα αποτέλεσμα μεταμοντέρνο.

Έλα να τα ανακατέψουμε όλα μαζί να δούμε τι θα βγει. Το να μπαίνεις μέσα σε έναν αρχετυπικό μύθο και να τον μεταλλάσσεις, να τον εμπλουτίζεις, να του δίνεις τη δική σου εκδοχή, να δημιουργείς μια αφήγηση στη Σεβίλλη του 1910 – 1920 που συνομιλεί με την αρχική αφήγηση, να παίρνεις το αρχικό υλικό και να φτιάχνεις με βάση αυτό τον δικό σου μύθο. Έτσι, γιατί οι νάνοι να είναι πάντα εφτά και να μην είναι έξι, γιατί η Χιονάτη να μη γίνει η έβδομη της παρέας; Έτσι, οι πρίγκιπες δεν μένουν πια εδώ, γιατί εκτός από τους πρίγκιπες δικαίωμα στον έρωτα έχουν και οι νάνοι, αλλά άλλο το δικαίωμα και άλλο η δύναμη, το φιλί της ζωής πόσες φορές να το δώσεις μέσα σε ένα -έστω και μεταλλαγμένο- παραμύθι, η νεκροφιλία των παραμυθιών, τα παραμύθια που σερβίρονται ως freak show, το φιλί ως freak show, κι αν οι νεκροί δεν μπορούν πια να ανασταθούν, δεν σημαίνει πως δεν μπορούν ακόμα να δακρύζουν.

Το τελικό κινηματογραφικό υβρίδιο που προκύπτει είναι αναμφίβολα και γόνιμο και ευπρόσδεκτο, ένα αεράκι ποιητικότητας διαπερνάει ένα σωρό πλάνα, η φωτογραφία, η μουσική και τα τραγούδια είναι ισχυρότατα χαρτιά, το πρόσωπο της Μακαρένα Γκαρσία είναι ένα από τα πιο καθαρά πρόσωπα που έχουμε δει τον τελευταίο καιρό στον κινηματογράφο και δεν γράφει απλά στην οθόνη αλλά ζωγραφίζει, ωστόσο σε μεγάλο μέρος της ταινίας προσωπικά έβρισκα κάτι να μη λειτουργεί. Κι εδώ είναι η διαφορά μου με όσους στην αναπόφευκτη σύγκριση με το “Αrtist” λένε πως το “Βlancanieves” είναι μακράν καλύτερο. Βασική επιτυχία του “Αrtist” είναι πως από την αρχή ως το τέλος αντιμετώπιζε τον εαυτό του σαν μια ακόμα «κανονική» ταινία, όχι σαν κάτι το αξιοπερίεργο, όχι σαν άσκηση κινηματογραφοφιλίας, αλλά σαν μια ταινία που πρωταρχικά σου διηγούνταν μια ιστορία και που για τους ήρωές της ενδιαφερόσουν αυθεντικά, καθώς καταλάβαινες πως όσα τους συμβαίνουν συμβαίνουν στο δικό τους πολύ αληθινό σύμπαν. Κι επίσης μια και μιλάμε για μεταμοντέρνα κινηματογραφικά παιχνίδια, η πρωταγωνίστρια Μαριμπέλ Βερντού φέρνει στο νου τον «Λαβύρινθο του Πάνα», δηλαδή άλλη μια ταινία που είχε κατορθώσει να λειτουργήσει υποδειγματικά σε όλα τα επίπεδα, πετυχαίνοντας την πλήρη συναισθηματική εμπλοκή μας. Εδώ όμως, σε μεγάλο μέρος της ταινίας ο Μπεργκέρ είναι σαν να σου λέει έλα να δεις τι ωραίο καλλιτεχνικό παιχνίδι παίζω, η ταινία μοιάζει με ένα κατασκεύασμα φτιαγμένο για να το επαινέσεις, για να πεις κοίτα τι ωραία ιδέα και πόσο υπέροχα εκτελεσμένη, με τη διαφορά πως νιώθεις ότι αυτό που βλέπεις είναι περισσότερο μια καλλιτεχνική πρόταση προς επίδειξη, παρά μια ταινία που σου ζητάει να γίνεις συμμέτοχος σε όσα διαδραματίζονται. Σαν να σου λέει θαύμασε αυτό το κάτι σαν μελόδραμα με υπόνοιες παρωδίας, αλλά μην αγγίζεις, δεν ενδιαφέρομαι να αγγίξω τόσο το συναίσθημά σου όσο να σε εντυπωσιάσω εγκεφαλικά

Μπαίνοντας στο τελευταίο τρίτο της η ταινία όμως ανεβάζει συγκινησιακά στροφές και με το παραπάνω, διορθώνει τα ως τότε εσφαλμένα της και κατορθώνει να σε κάνει συμμέτοχο. Κι επειδή στο σινεμά είναι μάλλον το φινάλε και όχι η αρχή το ήμισυ του παντός, είναι το σε τι διάθεση θα σε βγάλει από την κινηματογραφική αίθουσα εκείνο που τελικά μετράει, αφήνεις κατά μέρος τις όποιες ενστάσεις είχες ως εκείνη την ώρα και της παραδίδεσαι με μια μαγεμένη τελική εντύπωση, με το μόνο τελευταίο παράπονο πως αν είχε πάρει από την αρχή έναν αντίστοιχο δρόμο, θα είχαμε να κάνουμε με αριστούργημα.