Εις το όνομα του Αλλάχ: Πριν δούμε την πρώτη εικόνα της ταινίας, βλέπουμε το πρώτο μήνυμα της ταινίας. Που δεν είναι δικό της όμως. Που είναι η πρώτη ένδειξη του τόπου προέλευσής της, της κουλτούρας μέσα στην οποία γυρίστηκε: «Εις το όνομα του Αλλάχ». Τα «Πυροτεχνήματα την Τετάρτη» όμως είναι η προ-προηγούμενη ταινία του Ασγκάρ Φαραντί, είναι μια ταινία του 2006, που προβάλλεται τώρα στη χώρα μας μετά την αίσθηση που προκάλεσαν το «Τι Απέγινε η Έλι» και ακόμα περισσότερο ο περσινός παγκόσμιος θρίαμβος του οσκαρικού «Ένας Χωρισμός». Με τον αστερίσκο λοιπόν πως δεν με απατά η μνήμη μου, δεν υπήρχε παρόμοια αναγραφή στις επόμενες δύο ταινίες του Φαραντί. Έχει να κάνει με την κόπια που προβάλλεται; Χαλάρωσαν στο μεταξύ κάποιοι κανόνες στο Ιράν;

Πάντως, ό,τι κι αν γράφει στην αρχή, είναι το περιεχόμενο της που καθορίζει στην πραγματικότητα στο όνομα τίνος έχει γυριστεί η ταινία. Και ειδικά στο σινεμά του Φαραντί είναι το περιεχόμενό της που φωτογραφίζει την περσική κοινωνία με έναν απρόσμενα γόνιμο και συναρπαστικό τρόπο: Το σασπένς είναι η παγίδα που στήνει ο Φαραντί για να κερδίσει το πλήρες ενδιαφέρον μας, ώστε να αναδείξει πτυχές της ζωής στη χώρα του. Αντί να μας δείξει σε πρώτο πλάνο τα κοινωνικά θέματα, μας δείχνει σε πρώτο πλάνο ένα αστυνομικού τύπου μυστήριο και μέσω αυτού μας εντυπώνονται καλύτερα. Όχι ως «κατηγορώ» (ή εν πάση περιπτώσει ως ευθεία καταγραφή), αλλά ως κλειδιά της λύσης του μυστηρίου, ως αιτίες που οδήγησαν σε αυτό. Και που δεν θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε αυτό σε άλλες κοινωνίες, γιατί όταν ξετυλίγεται το κουβάρι, στη βάση του βρίσκονται συμπεριφορές που συνιστούν σκάνδαλο σύμφωνα με τα ιρανικά ήθη, καθώς και η προσπάθεια αποφυγής του δια της πλαγίας οδού, δια αποκρύψεων, δια τεχνασμάτων. Σκανδαλίζοντάς μας με ένα μυστήριο μας οδηγεί στην πηγή του σκανδάλου. Το ακόμη πιο γόνιμο είναι πως όλα αυτά δεν τα εξετάζει μονοσήμαντα. Ο Φαραντί δεν σκηνοθετεί έξω από την κοινωνία που μας δείχνει, αλλά εντελώς από μέσα της. Οι ήρωές του δεν είναι σύμβολα της μιας ή της άλλης ιδέας, αλλά ολοζώντανοι άνθρωποι μιας ολοζώντανης ψυχικά κοινωνίας.

Συμπτωματικά αυτές τις μέρες ο Φαραντί ξεκίνησε τα γυρίσματα της καινούριας του ταινίας στο Παρίσι, αρχίζοντας δηλαδή να σκηνοθετεί κυριολεκτικά έξω από την ιρανική κοινωνία. Το αν η μετάβαση αυτή θα τον αναδείξει ακόμη περισσότερο, καθιερώνοντάς τον ως έναν αληθινά μεγάλο δημιουργό της εποχής μας, ή αν το έξω από τον τόπο του θα τον καταπιεί και η οικουμενικότητά του έργου του προϋποθέτει της τοπικότητάς του, είναι κάτι που θα μάθουμε στο μέλλον. Προς το παρόν ας γυρίσουμε μερικά χρόνια πίσω και στα «Πυροτεχνήματα την Τετάρτη».

Το τμήμα του προσώπου: Η ταινία διαδραματίζεται μέσα σε μια μέρα. Στην παραμονή της ιρανικής πρωτοχρονιάς. Η Ρούχι είναι μελλόνυμφη, ευτυχισμένη, ενθουσιασμένη από την προοπτική του γάμου της. Για να εξοικονομήσει λίγα χρήματα πηγαίνει σε ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας. Της λένε να επιλέξει μια κάρτα στην τύχη. Την επιλέγει. Θα ταξιδέψει στην άλλη άκρη της Τεχεράνης με το λεωφορείο. Όπως συνέβαινε και στο «Ένας Χωρισμός» η ζωή της κοπέλας από τα φτωχότερα στρώματα της εργατικής τάξης θα συνδεθεί με διάφορους τρόπους με τις ζωές των ανθρώπων από την μεσοαστική τάξη. Η κοπέλα που πρόκειται να παντρευτεί παρατηρεί ένα παντρεμένο ζευγάρι να υποφέρει και να είναι σε οριακή κατάσταση εξαιτίας της υποψίας της Μόζντε (της συζύγου), ότι ο άντρας της δεν της είναι πιστός, αλλά ότι έχει σχέση με τη διαζευγμένη γειτόνισσα. Σε αντίθεση όμως με τις επόμενες δύο ταινίες του σκηνοθέτη, δεν φωτίζονται τόσο διεξοδικά οι βαθύτερες δομές της ιρανικής κοινωνίας, το κύριο αντικείμενο της ταινίας είναι οι σχέσεις μεταξύ ζευγαριών. Ένα ζευγάρι πριν το γάμο, ένα ζευγάρι με ζορισμένο γάμο και ένα ζευγάρι του οποίου ο γάμος έχει λήξει. Υπάρχει πάντως ένα τσαντόρ που μπλέκεται στις ρόδες μιας μηχανής, υπάρχουν τσαντόρ που συνέχεια τα στερεώνουν με τα χέρια τους οι γυναίκες, υπάρχει ένα φωτοσόπ σε επτάχρονο κορίτσι για να μη φαίνονται τα μαλλιά του, υπάρχει η Ρούχι που όταν δοκιμάζει το νυφικό της βλέπει σε ένα μικρό καθρεφτάκι ένα μικρό ελεύθερο τμήμα του προσώπου της, υπάρχουν οι τίτλοι της αρχής όπου βλέπουμε τμήμα του χεριού της να βγαίνει έξω από το παράθυρο του λεωφορείου, με τα δάκτυλά της έξω από το παράθυρο, να ζητούν ίσως λίγο περισσότερη ελευθερία.

Υποψίες: Αυτό που βρίσκεται όμως στην καρδιά της ταινίας, η υποψία, είναι ανεξάρτητο από κουλτούρες και πολιτισμούς. Είναι η Μοζντε φαντασιόπληκτη, είναι παθολογικά ζηλιάρα, ή υποπτεύεται δικαίως τον άντρα της; Προφανώς και έχει μεγάλη σημασία αν της έχει δώσει δικαιώματα να τον υποπτεύεται, προφανώς και έχει μεγάλη σημασία αν τον υποπτεύεται δίκαια ή άδικα. Δεν θα πω τι από τα δύο συμβαίνει. Αξίζει και με το παραπάνω να δει κανείς άλλωστε αυτή την εξαιρετική ταινία, οπότε ας έχει το έξτρα κίνητρο να λύσει την απορία μόνος του. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτού του κειμένου ας μην μάθουμε αν ο άντρας της απατά την Μοζντε, ας μείνουμε στην ίδια κατάσταση αμφιβολίας με εκείνη, ας παραμείνει στα μάτια μας ύποπτος, ας μην του δώσουμε το στάτους ούτε του αθώου ούτε του ένοχου. Είναι πάντως ενδιαφέρον πως ανεξαρτήτως των λόγων γενέσεών της, είτε βάσιμα δηλαδή μπαίνει στο μυαλό κάποιου η υποψία, είτε γεννιέται από μόνη της, το αποτέλεσμα είναι λίγο πολύ το ίδιο: η υποψία είναι μια αρρώστια που σε καταλαμβάνει, μια μόλυνση που σταδιακά σε ποτίζει ολόκληρο. Φτάνεις να μην είσαι κάποιος ή κάποια που υποψιάζεται. Φτάνεις να κυριεύεσαι από την υποψία, φτάνεις να είσαι η υποψία. Η Μοζντε ανεβαίνει συνέχεια στη μπανιέρα της για να ακούσει από τον εξαερισμό αν ο άντρας της είναι στο διπλανό σπίτι με τη γειτόνισσα. Τη βασανίζει το νούμερο που εμφανίζεται στην αναγνώριση κλήσης του τηλεφώνου του σπιτιού. Τη βασανίζει το άρωμα που λέει ότι μυρίζει πάνω του. Λέει στην καθαρίστρια που μόλις γνώρισε, να πάει να πάρει το παιδί της από το σχολείο, κι εκείνη πάει να παρακολουθήσει τον άντρα της στη δουλειά. Ο κόσμος όλος γίνεται μια ταινία μυστήριου. Ταϊζεται διαρκώς με στοιχεία. Και ίσως μόνο η βεβαιότητα της ενοχής του άλλου, η μετατροπή των εικασιών σε αποδείξεις είναι ο τρόπος να σου φύγει το μικρόβιο. Ίσως δηλαδή η υποψία δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει με την αθωότητα. Όσα στοιχεία και αν υπάρχουν ότι ο άλλος είναι αθώος, όσες διαψεύσεις κι αν υπάρχουν, η υποψία θα εξακολουθεί να παραμένει αδικαίωτη. Η υποψία σε εγκαταλείπει οριστικά μόνο με την επιβεβαίωση. Μόνο τότε καταλύεται ο λόγος ύπαρξής της. Είναι αμφίβολο κατά πόσο λυτρώνεσαι αν ο άλλος αποδειχθεί αθώος. Η αθωότητα άλλωστε είναι υπό διαρκή αίρεση, η αθωότητα σήμερα είναι αύριο δεν είναι. Αντίθετα η ενοχή άπαξ και είναι, είναι.