Μια ιστορία για ένα παιδί που σε ηλικία 18 μηνών διαγιγνώσκεται με καρκίνο στον εγκέφαλο, αλλιώς γράφει μέσα σου όταν τη βλέπεις ως ένα ακόμα έργο ατόφιας μυθοπλασίας και αλλιώς όταν ξέρεις ότι είναι βασισμένη στην αληθινή ιστορία του άντρα και της γυναίκας που πρωταγωνιστούν. Πράγματι, στο «Πολεμώντας για τη Νίκη» η Βαλερί Ντονζελί και ο Ζερεμί Ελκάιμ όχι μόνο πρωταγωνιστούν, αλλά έχουν γράψει και το σενάριο, ενώ η Ντονζελί είναι και η σκηνοθέτης. Έχοντας αυτή τη πληροφορία, αλλάζει όλη η συνθήκη παρακολούθησης του έργου. Πλέον μια βασικότατη ερώτηση που ίσως έχεις την τάση να κάνεις για κάθε ταινία που παρακολουθείς (πού το πάει, ποιός ο λόγος ύπαρξής της, γυρίστηκε με σκοπό να μας δείξει και να μας πει τι;) έχει εκ των προτέρων απαντηθεί. Ο λόγος που έχει γυριστεί είναι εγκαθιδρυμένος και δικαιωμένος εξαρχής. Ακόμη κι αν το κινηματογραφικό αποτέλεσμα δεν αποδειχθεί αντάξιο μιας τόσο ακραίας ανθρώπινης εμπειρίας, όπως είναι η αντιμετώπιση μιας τόσο άγριας αρρώστιας ενός μικρού παιδιού, υπάρχει τέτοιος σεβασμός και δέος για αυτή καθαυτή την εμπειρία, που ξεκινάς να βλέπεις την ταινία προκατειλημμένος θετικά. Όλα αυτά βέβαια τελούν υπό την αίρεση ότι η προσέγγιση του θέματος δεν θα υπερβεί κάποια όρια (εκβιάζοντας π.χ. τη συγκίνησή μας και προσφέροντάς μας μια πορνογραφία του πόνου), που θα κάνουν το όλο πράγμα να γυρίσει μπούμερανγκ .

Ωστόσο κάθε άλλο παρά τέτοιου είδους περίπτωση συντρέχει εδώ. Αντίθετα η ιδιαιτερότητα της ταινίας έγκειται ακριβώς -δεν ξέρω πώς να το γράψει κανείς αυτό χωρίς να παρεξηγηθεί- στη θετική διάθεση που συνολικά τη διαπνέει. Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με γονείς που την ώρα που σταυρώνονται σφυρίζουν και σιγοτραγουδούν «Always look on the bright side of life». Το μεγάλο επίτευγμα της Ντονζελί όμως είναι ότι πετυχαίνει να σκηνοθετήσει μια τόσο δυσάρεστη ιστορία με τρόπο εντελώς ξένο προς τη μιζέρια. Υπάρχουν και οι σκηνές του έντονου ψυχικού πόνου, όμως και ποσοτικά είναι λίγες και δεν χαρακτηρίζουν την ταινία. Εκ των υστέρων μάλιστα, όσο κι αν εκείνη την ώρα που τις βλέπεις αμφιβάλλεις για τη σκοπιμότητα ύπαρξής τους, καταλήγεις ότι καλό είναι που υπάρχουν, γιατί θα ήταν ύποπτο να απουσιάζουν εντελώς σε μια ταινία με αυτή τη θεματική. Πώς τα καταφέρνει λοιπόν και σου παρουσιάζει μια τέτοια ιστορία αποφεύγοντας το σκόπελο να σε πάρει από τα μούτρα και να σε ρίξει μιάμιση ώρα στη μαύρη μαυρίλα, προτού σε οδηγήσει στο λυτρωτικό φινάλε; Καθοριστικότατο ρόλο παίζει η επιλογή των τραγουδιών και της μουσικής. Δεν είναι υπερβολή να πεις πως είναι το μουσικό γούστο και ο τρόπος χρήσης των τραγουδιών που ανεβάζει επίπεδο την ταινία. Η αισθητική των τραγουδιών και της μουσικής δίνει τον τόνο στη συνολική αισθητική της ταινίας, που προσδιορίζει με τη σειρά της την ηθική στάση της ταινίας, τη στάση ζωής των βασικών συντελεστών της απέναντι σε αυτό που τους συνέβη. Ένας φίλος έγραψε πρόσφατα: «Θα έπρεπε να είμαστε μόνο ένα τραγούδι. Να μπορούμε να περιγράψουμε τους εαυτούς, σαν μια σειρά από νότες». Η Ντονζελί με τον Ελκάιμ -δύο όμορφοι, αέρινοι και φωτεινοί άνθρωποι- είναι τα τραγούδια με τα οποία ντύνουν την ταινία. Αν θέλει πάντως κανείς να γκρινιάξει και λίγο, υπάρχουν επιμέρους αισθητικές επιλογές που μοιάζουν πολύ λιγότερο εύστοχες (οι περιστασιακοί αφηγητές με φωνή off θα ήταν μάλλον καλό να λείπουν, ενώ ένα γλυκερό αυτοσχέδιο τραγούδι λατρείας που τραγουδούν ο ένας στον άλλο μόλις πληροφορούνται την ασθένεια του γιου τους θα ήταν σίγουρα καλό να λείπει).

«Γιατί συνέβη σε εμάς;», θα ρωτήσει σε μια σκηνή ο πατέρας τη μάνα. «Γιατί εμείς μπορούμε να το αντιμετωπίζουμε», θα του απαντήσει αυτή. Και όχι μόνο να το αντιμετωπίσουν, αλλά μερικά χρόνια μετά να το κάνουν και ταινία. Και μάλιστα αξιοπρόσεκτη. Τόσο αξιοπρόσεκτη που την είδαν 1.000.000 θεατές στη χώρα τους. Τόσο αξιοπρόσεκτη που είναι η προτεινόμενη από τη Γαλλία ταινία για τα φετινά όσκαρ. Το «Πολεμώντας για τη Νίκη» δεν ήρθε με την πρόθεση να αλλάξει την ιστορία του κινηματογράφου, δεν ήρθε με την πρόθεση να μας προσφέρει μεγάλη τέχνη. Είναι όμως μια ταινία γυρισμένη με ιδιαίτερη χάρη και τοποθετημένη με περισσή χάρη απέναντι σε ένα τόσο άχαρο θέμα. Και ακόμα κι αν δεν έχουμε να κάνουμε με μεγάλη τέχνη, έχουμε να κάνουμε με μια χειρονομία μεγάλης κατάφασης στη ζωή, με ένα γενναίο και γενναιόδωρο κοίταγμα της.

Με το που πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, μολονότι δεν μιλάω γαλλικά, καταλαβαίνω ότι η Ντονζελί ευχαριστεί κάποια δημόσια νοσοκομεία ή το δημόσιο σύστημα υγείας. Και σκέφτομαι ότι αυτή η Ευρώπη που με δημόσια νοσοκομεία κατορθώνει να κατανικά ένα επιθετικό καρκίνο σε παιδί, είναι μια Ευρώπη άξια του ονόματός της. Ότι στην Ευρώπη που έχει ήδη αρχίσει να την αντικαθιστά, τους καρκίνους θα τους κατανικούν μόνο εκείνοι οι λίγοι που θα το αντέχει η τσέπη τους. Ότι η ιστορία του μικρού Γκαμπριέλ Ελκάιμ (του γιου της Ντονζελί και του Ελκάιμ, που παίζει και ο ίδιος ένα μικρό ρόλο στην ταινία, όταν ο γιατρός ανακοινώνει στους γονείς ότι ο οκτάχρονος γιος τους δεν έχει πλέον πρόβλημα), μπορεί να αποτελεί λόγω της μακροχρόνιας επιτυχούς θεραπείας του, μια μικρή δημοσιονομική πληγή για τη γαλλική οικονομία, ένα μικρό δημοσιονομικό σκάνδαλο, που συσσωρευόμενο μαζί με όλα τα άλλα απειλεί το ΑΑΑ της οικονομικής αξιολόγησης της χώρας. Συνταγματοποιώντας τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, συνταγματοποιώντας ως ανώτατη αρχή τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη καταπολέμηση των ελλειμμάτων, οι μελλοντικοί Γκαμπριέλ Ελκάιμ, δύσκολα θα έχουν αντίστοιχη μεταχείριση, αφού οι προτεραιότητες των κρατών πλέον αλλάζουν, οι αρχές των κοινωνιών πλέον αλλάζουν και κανένα μεμονωμένο παιδί δεν μπορεί να βάζει τη δική του υγεία πάνω από τη δημοσιονομική.