Δείξε μου έναν άνθρωπο που δεν έχει απαράβατους κανόνες σε δευτερεύοντα ζητήματα. Όλοι λίγο πολύ έχουμε κολλήματα, νευρώσεις, ψυχαναγκασμούς -όπως θες τα λες- σχετικά με θέματα ήσσονος σημασίας -και που πάντως ζωής και θανάτου δεν τα λες- έχοντας μάθει να τα κάνουμε με ένα συγκεκριμένο τρόπο και μόνο. Μια τέτοια δική μου ιεροτελεστία έχει να κάνει με το σινεμά. Δεν παίζει να μη δω ταινία από την αρχή της. Και μια σκηνή να έχω χάσει θεωρώ ότι κάτι είναι λειψό, ότι δεν την έχω δει σωστά. Θεωρώ ότι η σχέση με μια ταινία πρέπει να είναι αυτή της απόλυτης αφοσίωσης. Δείξε μου τώρα έναν άνθρωπο που δεν έχει απαράβατους κανόνες σε δευτερεύοντα ζητήματα και δεν τους παραβίασε ποτέ. Μπαίνω στο «Fish ‘Ν Chips» έχοντας χάσει όχι μια σκηνή, αλλά κανένα δεκάλεπτο. Πρωτοσυναντώ τους ήρωές της, όχι όπως ήθελε να μου τους συστήσει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ηλίας Δημητρίου, αλλά μέσα σε ένα μικρό αυτοκίνητο. Ο Άντι οδηγεί, η μητέρα του είναι στο κάθισμα του συνοδηγού, στο πίσω κάθισμα η Γερμανίδα φίλη του Άντι με την κόρη της, που θα μπορούσες να την περάσεις και για μικρή της αδελφή. Τα κομμάτια του παζλ που έχασα, προσπαθώ να τα αναπληρώσω εκ των υστέρων διαβάζοντας κριτικές. Και δεν έχουν να κάνουν τόσο με το παζλ της υπόθεσης, όσο με την πλήρη ενσυναίσθηση των ηρώων, την πλήρη κατανόησή τους.

Ο Άντι είναι Κύπριος μετανάστης στο Λονδίνο. Έχει περάσει τη ζωή του όλη μέσα στην τηγανίλα. «Χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει» που θα έλεγε κι ο Καββαδίας ή όπως περίπου λέει διαμαρτυρόμενη η κόρη στην μαμά, για να της αντιγυρίσει εκείνη ότι καλύτερη η τηγανίλα από τα ναρκωτικά, με τα οποία η κόρη έχει περιστασιακά ντράβαλα. Ο Άντι δουλεύει στο «φισάδικο» (μαγαζί που πουλάει fish ‘n chips) ενός μεγαλύτερου του σε ηλικία Τουρκοκύπριου, με τον οποίο επίσης γνωρίζονται όλη του τη ζωή. Ο Άντι δεν έχει γνωρίσει τον πατέρα του που σκοτώθηκε από τους Τούρκους. Η μητέρα του φλερτάρει με το αλτσχάιμερ. Δεν είναι σίγουρη που ακριβώς βρίσκεται, μαζεύει χόρτα του τόπου της στο Λονδίνο. Ξέρει όμως ότι δεν θέλει να πεθάνει σε αυτόν «τον λασπότοπο». Ο Άντι αποφασίζει να πάνε στην Κύπρο. Όχι οι δυο τους, αλλά όλη «η οικογένειά του» όπως του αρέσει να λέει. Και η φίλη του με την κόρη της δηλαδή. Τους λέει ότι θα πάνε για καλοκαιρινές διακοπές. Τους φιλοξενεί ο αδελφός του. Φαλακρός κι αυτός όπως ο Άντι, αλλά νεότερος, ψηλότερος, ομορφότερος και σαφώς πλουσιότερος. Έχει μια όμορφη γυναίκα και μια κόρη λίγο πριν την εφηβεία, ζουν σε μια εντυπωσιακή ολοκαίνουρια μονοκατοικία, που έχει μέχρι και πισίνα. Μια Κύπρος που ευημερεί.

Είτε επειδή το είχε ήδη στο μυαλό του, είτε επειδή το αποφάσισε πατώντας το πόδι του στην Κύπρο, ο Άντυ παίρνει αποφάσεις για ανατροπές. Θέλει να ανοίξει εκεί το δικό του φισάδικο. Έχουν μπουχτίσει από ντονερ οι συμπατριώτες του. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Οι Κύπριοι θα το λατρέψουν. Βρίσκει κι ένα πιασάρικο λογοπαίγνιο. «Codfather». Ένας μπακαλιάρος νονός. Πόσο μακριά μπορεί να σε φτάσει ένα λογοπαίγνιο; Ως πού μπορεί να σε πάει μια λέξη; Δανείζεται λεφτά από τον αδελφό του και βρίσκει μια καντίνα στην παραλία, που είναι ό,τι πρέπει για αυτή τη δουλειά. Ο Άντι θέλει δηλαδή ταυτόχρονα και να αλλάξει και να συνεχίσει την ίδια ζωή. Ίδια δουλειά αλλά διαφορετική συνθήκη. Προτείνει στη φίλη του να την παντρευτεί. Ίδια σχέση αλλά διαφορετική συνθήκη. Θέλει να λανσάρει μαζί με το κατάστημα και τον εαυτό του στον τόπο του. Είναι έτοιμος να εξελίξει την ταυτότητά του. Από μετανάστης – στην πατρίδα του. Από υπάλληλος – αφεντικό. Από σε σχέση – οικογενειάρχης.

Ταυτότητες μεθοριακές, ταυτότητες που ανήκουν λίγο εδώ και λίγο εκεί. Tι είναι ο Άντυ; Στην Αγγλία τον λένε «Bubble». Στην Κύπρο τον λένε «Τσάρλι». BBC (Γεννημένοι στη Βρετανία Κύπριοι), CBC (Γεννημένοι στην Κύπρο Κύπριοι), CBB (Γεννημένοι στην Κύπρο Βρετανοί), Ελληνοκύπριοι, Αγγλοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Κύπριοι, Τούρκοι, Έλληνες. Η νέα ταυτότητα της Κύπρου ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα κατεχόμενα. Το ότι για να ταξιδέψεις μέσα στο ίδιο σου το νησί και στα εδάφη που γεννήθηκες πρέπει να σου σφραγίζουν χαρτιά. Κι η γλώσσα κατ’ εξοχήν εργαλείο ταυτότητας, ανάμικτη κι αυτή, μισή μισή κι αυτή, ούτε καν μια πρόταση στα αγγλικά – μια πρόταση στα κυπριακά, αλλά μέσα στην ίδια πρόταση οι μισές λέξεις αγγλικές οι μισές κυπριακές. Και η φίλη του να μιλάει με την κόρη της πότε στα αγγλικά πότε στα γερμανικά. Ακόμα και η δική της ταυτότητα είναι τρόπον τινά μπερδεμένη, αφού είναι ανατολικογερμανίδα. Σε αντίθεση με τον Άντι δεν προέρχεται από πατρίδα που διχοτομήθηκε, αλλά από πατρίδα που ενώθηκε. Δεν ζούμε μόνο μέσα στη γλώσσα, ζούμε και μέσα στη μνήμη μας. Η ανάμικτη πατρίδα της γλώσσας και η συγχυσμένη πατρίδα της μνήμης της μητέρας του. Είναι στην Αγγλία και νομίζει ότι βρίσκεται στην Κύπρο. Είναι στην Κύπρο και δεν ξέρει ότι βρίσκεται στην Κύπρο.

Το «Fish ‘n Chips» δεν επιδιώκει να παραστήσει την εντυπωσιακή ταινία, επιδιώκει και καταφέρνει όμως να είναι μια ουσιαστική ταινία. Η ματιά του (πριν από λίγες μέρες βραβευθέντα από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη) Ηλία Δημητρίου είναι ανθρωποκεντρική και η σκηνοθεσία του ανεπιτήδευτη. Στηρίζει την ταινία στους ηθοποιούς του και όλοι τους -με προεξάρχοντα τον πρωταγωνιστή Μάριο Ιωάννου, που στήνει τη φιγούρα ενός ήρωα που μένει στο μυαλό- βοηθάνε να αποκτήσει η ταινία συναισθηματικό αντίκτυπο. Ίσως τελικά το «Fish ‘n Chips» δεν λέει κάτι που δεν έχει ξαναειπωθεί, αλλά άλλο ο γενικός προβληματισμός για τις ταυτότητες και άλλο να τον βλέπεις εντοπισμένο ως προς την Κύπρο. Έχοντας τέτοια ειδική σχέση με τα ζητήματα ταυτότητας των Κυπρίων η ταινία αποκτά αναμφίβολο λόγο ύπαρξης, αιχμή και ιδιοπροσωπία. Και ομολογώ ξαφνιάστηκα μαθαίνοντας ότι η ταινία πασχίζει ακόμη να εξασφαλίσει διανομή στην Κύπρο.

Σε μια αληθινά ποιητική σκηνή, η παραίσθηση ενός ναρκωτικού παγώνει τη θάλασσα και μαζί της την παγώνει ο σκηνοθέτης. Μια κοπέλα περπατάει για λίγο στη θάλασσα, σε ένα απρόσμενο μικρό θαύμα, μέσα σε μια ταινία που κατά τα άλλα πατάει γερά στη γη.