Σε αντίθεση με όσα λέγαμε την προηγούμενη εβδομάδα για την τάση πολλών ελληνικών ταινιών των τελευταίων ετών να εστιάζουν στην οικογένεια ως πηγή δεινών, «Ο εχθρός μου» εστιάζει στην οικογένεια ως αγαθό που βάλλεται βάναυσα απέξω. Το θέμα της ταινίας του Γιώργου Τσεμπερόπουλου δεν είναι το ενδοοικογενειακό κακό, δεν είναι η οικογένεια που πλήττει τα μέλη της, είναι η οικογένεια που πλήττεται από το κακό εκεί έξω. Ο Κώστας Στασινός είναι ένας οικογενειάρχης κοντά στα πενήντα. Έχει ένα γιο δεκαεπτά ετών και μια δεκαπεντάχρονη κόρη. Και η οικογένεια που έχει φτιάξει δεν έχει τίποτα το εφιαλτικό. Η σχέση με τη γυναίκα του είναι αρμονική. Τους βλέπουμε να πίνουν γερμένοι ο ένας πάνω στον άλλο στο μπαρ. Είναι το στέκι τους κι ο μπάρμαν είναι καλός τους φίλος. Συζητάνε χρόνια μαζί του για την Αριστερά και ανταλλάσσουν προοδευτικές ιδέες. Όταν το εξωτερικό κακό όμως χτυπάει την πόρτα του Στασινού, όταν μπαίνει βράδυ με ξενική προφορά μέσα στο σπίτι του, όταν κλέβει, χτυπά, δένει και φιμώνει, όταν βιάζει τη κόρη του, ο τρόπος που είχε μάθει μια ζωή να σκέφτεται του φαίνεται πλέον μια «κωλοθεωρία» και τίποτα περισσότερο από αυτό. Η αστυνομία το μόνο που του υπόσχεται είναι πως θα κάνει ό,τι μπορεί, καθιστώντας του όμως ξεκάθαρο ότι δε θα πρέπει να έχει και ιδιαίτερες ελπίδες πως θα πιάσει τους δράστες. Καταλύτης στην πλοκή αποδεικνύεται ο απέναντι γείτονας. Είναι στρατιωτικός που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο απόταξης γιατί πλάκωσε στο ξύλο έναν κατώτερό του. Στη γειτονιά τον λένε φασίστα. Είχαν μπει και στο δικό του σπίτι πριν λίγα χρόνια. Αποτέλεσμα αυτού του περιστατικού ήταν η γυναίκα του να κλειστεί στο ψυχιατρείο. Έκτοτε έχει εγκαταστήσει συστήματα ασφαλείας. Ο μπάρμαν ήταν ο ιδανικός συζητητής του ήρωα τον καιρό που το κακό δεν του είχε χτυπήσει την πόρτα, ο γείτονας γίνεται ο ιδανικός συμβουλάτοράς του τώρα που τα πράγματα σκούρυναν. Ο καιρός των κωλοθεωριών δίνει τη θέση του στον καιρό των κωλοπράξεων.

Ο Τσεμπερόπουλος σκηνοθετεί με μεράκι το καλά δομημένο ως κινηματογραφική πλοκή σενάριο του Γιάννη Τσίρου. Στο φόντο των όσων κάνει ο ήρωας υπάρχουν στοιχεία που σχολιάζουν τη μετάβασή του, που υπενθυμίζουν τον έως πρότινος εαυτό του. Όταν παραμονεύει με κακό σκοπό έναν από τους δράστες, ο τοίχος πίσω του γράφει αντιφασιστικό σύνθημα. Σε άλλη σκηνή κι, ενώ έχει μπει για τα καλά στο στη διαδικασία αλλαγής του, περνάει με το αυτοκίνητο έξω από τη Βουλή, ενώ ακούγεται σύνθημα διαδηλωτών υπέρ της Αριστεράς. Όταν αποκαλύπτει στην οικογένειά του τι έκανε, στέκεται μπροστά από το σύνθετο που είναι γεμάτο με βιβλία και δίσκους, μπροστά από τα τεκμήρια του πολιτισμού του, από αυτά που τον διαμόρφωσαν και τον έκαναν αυτό που είναι, είναι πια γυμνός από ό,τι τον έκανε σύνθετο ως άνθρωπο, είναι γυμνός από τα πολιτισμικά στρώματα, έχει επιστρέψει σε μια αρχική γύμνια των ενστίκτων.

«Ο εχθρός μου» είναι μια συμπαγής και αξιόλογη ταινία. Θέτει ένα εντελώς νόμιμο και έγκυρο ερώτημα. Μπορεί να μην είναι η πρώτη ταινία που το θέτει, μπορεί να έχουμε δει πολλές -κυρίως αμερικάνικες- ταινίες που δείχνουν οικογενειάρχες που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους και μετατρέπονται σε εκδικητές, ωστόσο αυτό δε σημαίνει ότι το ερώτημα δε στέκει: κι αν μπουν στο δικό σου σπίτι και βιάσουν τη δική σου κόρη, τότε τι τις κάνεις τις προοδευτικές ιδέες σου; Ωστόσο, κάπου εδώ έγκειται και μια βασική μου ένσταση: μολονότι προφανέστατα δεν είναι αυτή ούτε η πρόθεση ούτε το συνολικό ήθος της ταινίας, ωστόσο τελικά και εκ του αποτελέσματος δε βλέπω τίποτα σε αυτή με το οποίο να μην μπορεί να ταυτιστεί ένας ακροδεξιός ή ακόμα και χρυσαυγίτης. Αν οι προοδευτικές ιδέες δεν αντέχουν τη σύγκρουση με την πραγματικότητα, αν όταν μας χτυπήσει το κακό γινόμαστε εκδικητές, και δη υπέρμετροι, αν οι προοδευτικές ιδέες είναι καλές για θεωρίες και μόνο, τότε τι; Μια ταινία δεν είναι βέβαια πολιτικό μανιφέστο ούτε δοκίμο, μια ταινία εξετάζει μια κατάσταση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου και έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει. Και δεν ξινίζω με την άσκηση αυτού του δικαιώματος, ούτε αναιρείται η συνολική εκτίμησή μου για την ταινία που είναι πολύ θετική. Ωστόσο, θεωρώ πως τελικά οι δράστες είναι μόνο σχηματοποιήσεις του απόλυτου κακού και επίσης πως ο Κώστας Στασινός είναι ένας σχηματικός ήρωας, ένας ήρωας που αλλάζει χωρίς ιδιαίτερες εσωτερικές αντιστάσεις, γιατί εξαρχής δημιουργήθηκε για να εκφράσει μια εγκεφαλική ιδέα και δεν κατόρθωσε να μετασχηματιστεί σε έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα.

Στο «Gravity» του Αλφόνσο Κουαρόν, η Σάντρα Μπούλοκ και ο Τζορτζ Κλούνεϊ κάνουν βόλτες στο διάστημα με φόντο την εκθαμβωτική θέα του πλανήτη μας. Η Μπούλοκ είναι η αγχωμένη ειδική επιστήμονας που κάτι φτιάχνει στο Hubble, ο Κλούνεϊ ο πολύπειρος αστροναύτης που νιώθει σαν το ψάρι στο νερό, επιτομή του κουλ όπως ο ίδιος ο Κλούνεϊ, επιτομή του κουλ όπως η περσόνα που πολλές φορές υποδύεται στους διάφορους ρόλους του. Διαστημικά συντρίμμια από ένα δορυφόρο θα πέσουν όμως στην πορεία τους και τα μεγάλα προβλήματα θα αρχίσουν. Το «Gravity» είναι ο ορισμός του σινεμά. Δε θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο εκτός από σινεμά. Δε θα μπορούσε να είναι βιβλίο ή θεατρικό έργο, δε θα μπορούσε να είναι καν τηλεόραση. Είναι η εντελώς συγκεκριμένη ψευδαίσθηση, η εντελώς συγκεκριμένη τέχνη, το εντελώς συγκεκριμένο μέσο. Ένα μέσο το πάει με το τεχνικό ψάξιμο που κάνει λίγο πιο ‘κει. Και μας προσφέρει εικόνες μαγευτικής ομορφιάς. Το διάρκειας δεκατριών λεπτών πρώτο πλάνο καταγράφεται ως μια από τις εντυπωσιακότερες ενάρξεις ταινίας όλων των εποχών. Παραταύτα η συνέχεια κάθε άλλο παρά δικαιώνει την αρχή. Όσο εκθαμβωτική κι αν είναι οπτικά η ταινία είναι εντελώς, μα εντελώς, κoύφια στο περιεχόμενο και την ουσία της. Για να μην παρεξηγηθώ, αυτό που δείχνει και προσφέρει, λίγο δεν είναι. Ωστόσο, δεν παύει να είναι ένα εντελώς ανισοβαρές έργο: μια ακόμα ιστορία επιμονής, αντίστασης στις δυσκολίες, δίψας για επιβίωση, θριάμβου του πνεύματος. Δε νομίζω ότι είναι υπερβολή να πούμε πως σεναριακά αυτό που διαδραματίζεται είναι κάτω από τον πήχυ ακόμα και για μπλοκμπάστερ. Δεν εννοώ με αυτά ότι άρα τελικά η ταινία δεν είναι σημαντική. Εννοώ όμως ότι τελικά είναι μια μονομερώς σημαντική ταινία, ένα μονομερώς μεγάλο σινεμά. Που δεν ξέρω αν είναι αντιφατικό ως όρος, πάντως έτσι το εισπράττω. Υπάρχει η συγκίνηση της εικόνας, η συγκίνηση της ομορφιάς, όχι όμως η συγκίνηση για τεκταινόμενα, η οποιαδήποτε συγκίνηση για τους ήρωες. Όπως στην αρχή της ταινίας εμφανίζονται οι ήρωες σαν σκουπιδάκια μέσα στην απεραντοσύνη του διαστήματος, εξίσου με σκουπιδάκι μοιάζουν και όσα τους συμβαίνουν. Ας αδιαφορήσουμε λοιπόν για την ιστορία της Μπούλοκ και του Κλούνεϊ κι ας χαζέψουμε -κατά προτίμηση τρισδιάστατα- εικόνες που μόνο ο κινηματογράφος μπορεί να μας δωρίσει.