Ένας Πάπας που λιώνει υπό το βάρος της ευθύνης και φοβάται να αναλάβει τα καθήκοντά του στο «Έχουμε Πάπα», ένας αντισυμβατικός αστυνομικός που φέρνει εις πέρας τα καθήκοντά του με αντισυμβατικούς τρόπους στο «Εκτός Νόμου και Χρόνου». Μια αρχική ιδέα γεμάτη προοπτικές, σε αντιδιαστολή με μια αρχική ιδέα χιλιοχρησιμοποιημένη. Κι όμως: μια αρχική ιδέα που αναπτύσσεται άτσαλα, σε αντιδιαστολή με μια αρχική ιδέα που αναπτύσσεται απολαυστικά. Ο Νάνι Μορέτι θα μπορούσε από τη βάση που ξεκινά να παραδώσει μια σημαντική ταινία, ωστόσο αποτυγχάνει. Ξεκινώντας από πολύ ταπεινότερη βάση ο Τζον Μάικλ ΜακΝτόνα παραδίδει περισσότερα απ’ όσα υπόσχεται. Ίσως επειδή ήξερε ακριβώς τι ήθελε να πει και ακριβώς το στυλ με το οποίο θα το έλεγε, την ώρα που η αμηχανία του Μορέτι στο τι ακριβώς ήθελε να πει αντανακλάται και στον τρόπο που το λέει.

Στους τρόπους μάλλον, αφού η ταινία έχει τόσο το πρόσωπο του Μισέλ Πικολί στον ρόλο του Πάπα, όσο και το πρόσωπο του ίδιου του Μορέτι στον ρόλο του ψυχαναλυτή, ο οποίος καλείται μυστικά και εσπευσμένα στο Βατικανό για να δει τι συμβαίνει με το νέο Ποντίφικα. Γιατί κάτι συμβαίνει, γιατί ήδη συνέβη το αδιανόητο: μόλις βγαίνουν στο μπαλκόνι να αναγγείλουν στο μέγα πλήθος των πιστών το «Ηabemus Papam!», αυτός βγάζει μια κραυγή πανικού και το βάζει στα πόδια. Δεν εμφανίζεται στους πιστούς και δεν θέλει να κάνει τον Πάπα. Πρέπει να τον δει ψυχαναλυτής (χα, χα), ο Μορέτι είναι ο καλύτερος (χα, χα), μόνο που τον βλέπει λίγο, κι από εκείνο το σημείο και ύστερα είναι σαν να έχουμε μια ταινία που δείχνει το θέμα των παπικών αμφιβολιών και μια άλλη ταινία που δείχνει τον Μορέτι να χαριεντίζεται με τους καρδινάλιους. Το σκέλος του Πάπα είναι το βασικά σοβαρό και το σκέλος του Μορέτι το βασικά ανάλαφρο.

Και στην αλαφράδα επάνω οι καρδινάλιοι απεικονίζονται με κραυγαλέα αναληθοφάνεια. Καμία δολοπλοκία, καμία μνησικακία ή και αντίστροφα κανένα βάθος, καμία σοφία. Ένα μάτσο άκακα παιδάκια. Ο ένας αγαθότερος από τον άλλο, τα πιο αξιαγάπητα γεροντάκια του κόσμου. Δεν θα υπήρχε θέμα αν είχαμε να κάνουμε είτε με καθαρόαιμη κωμωδία είτε με στοχευμένη σάτιρα. Αλλά δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτα από τα δύο. Κάτι που μας φέρνει στην παραφωνία της πομπώδους τελικής σκηνής. Αν είχε προηγηθεί μια διαφορετικού είδους ταινία, μια διαφορετικού είδους προσέγγιση, θα ήταν πιθανότατα μια σκηνή που θα είχε έντονη δραματικότητα. Τώρα όμως μοιάζει εντελώς ξεκάρφωτη, λες και είναι δυνατό η ταινία να αλλάξει χαρακτήρα στο τελευταίο της πλάνο.

Ένας άνθρωπος που φοβάται να παίξει τον ρόλο του Άγιου Πατέρα λοιπόν, ένας άνθρωπος που αδυνατεί να ανταποκριθεί στην Θεία αποστολή του. Υπάρχει μια ατάκα στον -άρτι βραβευθέντα με Εmmy- 4ο κύκλο του «Mad Men» που ταιριάζει γάντι: “In a nutshell, it all comes down to what I want versus what is expected of me”. Ήμουν χθες σε ένα κολυμβητήριο που μαθαίναν στα μικρά παιδιά κολύμπι. Ένα παιδί ωρυόταν να βγει έξω. Δεν ήθελε το νερό, δεν ήθελε το άγνωστο, για οποιονδήποτε λόγο κι αν ήθελε να βγει απ’ το νερό, το κρίσιμο ήταν να βγει. Κάτι αντίστοιχο έχουμε κι εδώ: για οποιονδήποτε τυχόν βαθύτερο λόγο δεν θέλει να αναλάβει τα καθήκοντά του Πάπα, το κρίσιμο είναι να μην τα αναλάβει, το κρίσιμο είναι να μην είναι μέσα στην πισίνα που τον βούτηξαν. Ο Μισέλ Πικολί περιφέρεται σε όλη την ταινία χωρίς να χρειάζεται να μας δείξει τίποτα περισσότερο από έναν άνθρωπο που τα έχει ξαφνικά χαμένα λόγω του δυσβάσταχτου φορτίου που του προέκυψε, αλλά καταφέρνει να μετατρέψει ένα σεναριακό μειονέκτημα σε υποκριτικό πλεονέκτημα, αφού ό,τι δεν αναλύεται στον χαρακτήρα του, είναι ζωγραφισμένο παραστατικότατα στο πρόσωπό του. Ο σεναριογράφος Μορέτι δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη στον Πάπα, αλλά το ίδιο δεν ξέρει κι ο ηθοποιός Πικολί, κι αυτό αποτυπώνεται στην έκφρασή του με τρόπο που σε κάνει να λες χαλάλι όλα τα υπόλοιπα, αξίζει που τον είδα.

Μιλώντας για πρωταγωνιστές, στο «Eκτός Νόμου και Χρόνου», η ταινία μπορεί πράγματι να είναι χτισμένη πάνω στον Μπρένταν Γκλίσον, αυτός μπορεί πράγματι να δίνει ρέστα και να είναι εκείνος που θα θυμάται κανείς όταν έρχεται στο μυαλό του η ταινία, ωστόσο είναι ο Ντον Τσιντλ που κάνει κάτι ακόμα δυσκολότερο. Έχοντας το ρόλο του συμπαίκτη, το ρόλο εκείνου που δεν θα πει την φαρμακερή ατάκα, αλλά εκείνου που πρέπει να αντιδράσει σε αυτήν, συγχρονίζει σε αυθεντικό κωμικό τάιμινγκ τις σιωπές του, τις εκφράσεις του, τις απαντήσεις του. Αντίθετα, θα παρακαλούσα τον Μαρκ Στρονγκ να αλλάξει ατζέντη το ταχύτερο, σήμερα κιόλας αν είναι δυνατόν, γιατί δεν γίνεται να παίζει μονίμως τον ίδιο ρόλο.

Η ταινία είναι αρκετά Ταραντινιά, αλλά με την καλύτερη του όρου έννοια, κι έχοντας το βασικότατο ατού ότι είναι ενταγμένη σε ένα αληθινό φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον (κι όχι σε κάποιο σινεφιλικό εγκεφαλικό σύμπαν), παίρνοντας διαρκώς ανατροφοδότηση από αυτό. Ο ήρωάς της πατά κι αναπνέει μέσα στην ιρλανδική επαρχία. Μολονότι η ταινία δεν είναι διόλου αδούλευτη και σε επίπεδο εικόνας, είναι στη γλώσσα και στις ατάκες που ο ΜακΝτόνα οργιάζει. Ο ΜακΝτόνα είναι ο αδελφός του δημιουργού του «Αποστολή στην Μπριζ». Αν και οι ταινίες των δυο αδελφών είναι συγγενείς θεματικά και αισθητικά (και μάλιστα μοιράζονται και τον Γκλίσον), αν και κολλάνε μια χαρά η μία δίπλα στην άλλη, θα ήταν καλύτερο να μην υπήρχε η σύγκριση με την «Αποστολή στην Μπριζ», γιατί συγκρίνοντάς τες καταλαβαίνεις τι σου λείπει απ’ το «Εκτός Νόμου και Χρόνου»: το συστατικό που θα μετέτρεπε την απόλαυση της ευρηματικότατα μαγειρεμένης συνταγής σε μια αληθινά διαφορετική γεύση.

tags /