Τον Μάιο του 1960, ο Άντολφ Άιχμαν, υψηλόβαθμο στέλεχος των SS και υπεύθυνος μεταφοράς των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, εντοπίζεται από την Μοσάντ στην Αργεντινή και απαγάγεται προκειμένου να δικαστεί στην Ιερουσαλήμ. Η δίκη του διήρκεσε από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 1961 και ο Άιχμαν, αφού κρίθηκε ένοχος, κρεμάστηκε το Μάιο του 1962. Η Γερμανοεβραία φιλόσοφος και πολιτική επιστήμονας Χάνα Άρεντ (μεγάλωσε και σπούδασε στη Γερμανία, από την οποία και έφυγε το 1929 λόγω του ήδη προχιτλερικά υφιστάμενου αντισημιτισμού για τη Γαλλία. Εκεί το 1940 κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γαλλία από το οποίο και δραπέτευσε έπειτα από λίγες εβδομάδες για την Αμερική) ζητά από το Νew Yorker να καλύψει τη δίκη και να γράψει σχετικά άρθρα για λογαριασμό του. Ο ναζισμός της έχει αλλάξει τη ζωή, την έχει απασχολήσει και φιλοσοφικά, αλλά ποτέ δεν έχει δει από κοντά ένα κορυφαίο στέλεχος των Ναζί. Προς μεγάλη της έκπληξη όμως δεν βλέπει το τέρας εκείνο που φανταζόταν. Βλέπει έναν ανθρωπάκο που αδυνατούσε να καταλάβει το βαθύτερο νόημα των πράξεών του. Έναν άνθρωπο που λέει πως εντολές εκτελούσε, τον όρκο του τιμούσε και το καθήκον του έκανε και πως η δουλειά του ήταν απλώς να μεταφέρει ανθρώπους από το σημείο άλφα στο σημείο βήτα. Η Άρεντ καταπατώντας κάθε έννοια ντεντλάιν παραδίδει τα άρθρα της πολύ μετά τη δίκη. Αρχίζουν να δημοσιεύονται στο περιοδικό μόλις τον Φεβρουάριο του 1963 και αμέσως μετά βγαίνουν και σε βιβλίο με τίτλο «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: η κοινοτοπία του κακού». Η καθυστέρηση όσο να ‘ναι άξιζε τον κόπο, καθώς οι θέσεις της υπήρξαν εξαιρετικά επιδραστικές και εισήγαγαν και καθιέρωσαν τον όρο «κοινοτοπία του κακού».

Η ταινία «Χάνα Άρεντ» της βετεράνου σκηνοθέτιδος Μάργκαρετ Φον Τρότα εστιάζει ακριβώς σε αυτό το σκέλος της ζωής της που αφορά τη δίκη του Άιχμαν, τα άρθρα της και τη μεγάλη αναταραχή που προκάλεσαν εκείνη την εποχή οι απόψεις της. Η Άρεντ υποστήριξε πως οι ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων, τα εβραϊκά συμβούλια στην Γερμανία και την Πολωνία, υπακούοντας στις εντολές των Ναζί βοήθησαν με τον τρόπο τους στη μεγιστοποίηση του αριθμού των θυμάτων. Πως αν δεν είχαν συνεργαστεί ο αριθμός θα ήταν πολύ μικρότερος. Πως το γεγονός αυτό αποτελεί το πιο μαύρο κεφάλαιο σε αυτήν την κατάμαυρη ιστορία. Πως ναι μεν η αντίσταση ήταν αδύνατη σε εκείνες τις συνθήκες, αλλά πως ίσως ανάμεσα στην αντίσταση και την πλήρη υπακοή και συνεργασία υπάρχει ένα ενδιάμεσο στάδιο. Η Άρεντ κατηγορήθηκε πως κατηγορεί τα θύματα και αθωώνει τους θύτες. Η ταινία επίσης κάνει αναφορές στη σχέση (ερωτική αλλά και δέους) που είχε μικρότερη η Άρεντ με τον Χάιντεγκερ, ο οποίος όμως έγινε στη συνέχεια μέλος του ναζιστικού κόμματος, γεγονός που τη σοκάρισε βαθιά.

Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα το τεράστιας κλίμακας κακό δε χρειάζεται διαβολικούς ανθρώπους για να το συντελέσουν. Ένα μηδενικό είναι κατά την Άρεντ ο Άιχμαν, ένας άνθρωπος που μπήκε στο ναζιστικό κόμμα γιατί ήθελε κάπου να ανήκει κι όχι επειδή ήταν πορωμένος αντισημίτης (Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σήμαινε πως ο Άιχμαν δεν θα άνηκε ξανά κάπου. «Ένιωσα ότι θα πρέπει από εδώ και πέρα να ζήσω μια δύσκολη προσωπική ζωή, χωρίς να έχω μια ηγεσία να ακολουθώ. Δεν θα λάμβανα εντολές από κανέναν, δεν θα υπήρχαν οδηγίες να συμβουλευθώ). Το κακό στον Άιχμαν έγκειται στο ότι έχασε το βασικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό, έπαψε να σκέφτεται το τι σήμαινε αυτό που έκανε, λειτουργούσε μηχανικά. Στο γραφειοκρατικό τρόπο οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, όμως, το να μη σκέφτεσαι το βαθύτερο νόημα των πράξεών σου είναι γενικότερο φαινόμενο. Η μη άμεση επαφή με τις επιπτώσεις αυτού που κάνεις, το να είσαι γρανάζι ενός μηχανισμού. Ανεξάρτητα από το πόσο βάσιμη ή όχι υπήρξε η θεωρία της για το συγκεκριμένο Άιχμαν, ακόμη δηλαδή πως έχουν βάση οι ενστάσεις πως όσα έλεγε ο Άιχμαν ήταν μέρος της υπερασπιστικής του γραμμής («εγώ απλώς εντολές εκτελούσα»), ακόμη κι αν υποτεθεί πως διάβασε λάθος τον Άιχμαν («Ήμουν ιδεολόγος και όχι ηλίθιος», αποκαλύφθηκε πρόσφατα ότι έλεγε ο ίδιος), η θεωρία της δεν παύει να είναι τουλάχιστον εντυπωσιακή και να διαβάζει σωστά γενικότερα κοινωνικά φαινόμενα.

Η Άρεντ μιλά για την αντιστροφή των ηθικών νόμων υπό το ναζιστικό καθεστώς. Πως παραβατικό του καθήκοντός σου θα ήταν να κάνεις το καλό. Όταν κάτι κανονικοποιείται, όταν κάτι περνάει στην κοινωνία ως η νόρμα, η ατομική συνείδηση έχει την τάση να γίνεται πάρα πολύ πιο ελαστική. Ο άνθρωπος είναι μιμητικό ον και ον που προσαρμόζεται σε όλα. Κοιτάει πώς φέρονται οι γύρω του και φέρεται παρόμοια. Όταν οι περισσότεροι δρουν με έναν τρόπο, τείνεις να δράσεις κι εσύ έτσι, αποκτώντας νομιμοποίηση απλώς και μόνο από τον τρόπο των πολλών. Η κρισιμότερη περίοδος στη Γερμανία ήταν πριν επικρατήσει ο ναζισμός. Τηρουμένων εννοείται όλων των αναλογιών, θα λέγαμε πως η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αυτήν την περίοδο σε μια παρόμοια μεταβατική και κρίσιμη περίοδο. Αυτό που ως χθες δεν τολμούσε να βγει στο φως, τώρα αρχίζει και συζητείται ολοένα και πιο απενοχοποιημένα. Ο μεγαλύτερος σύμμαχος της σταδιακής κανονικοποίησης του φασισμού είναι η αδράνεια, η σιωπή, η μη καταδίκη. Η ατομική συνείδηση του καθενός είναι ακόμη πιο κρίσιμο να εξεγείρεται εγκαίρως προκειμένου να μην έρθει η ώρα που θα την καταπιεί η νέα κοινωνική συνείδηση, προκειμένου να μην έρθει η ώρα που οι ηθικοί νόμοι θα έχουν αντιστραφεί και πλέον δε θα μπορείς να αντιδράσεις.

Καθαρά κινηματογραφικά η ταινία δεν έχει να προτείνει κάτι. Το να πεις την ταινία ακαδημαϊκή είναι η πιο ευνοϊκή κριτική που μπορείς να της κάνεις. Παρά ταύτα, είναι τόσο ενδιαφέρον το θέμα που πραγματεύεται, που ενώ παρακολουθείς μέτριο και ανέμπνευστο σινεμά, από ένα σημείο και ύστερα παύει να σε ενοχλεί, και ασχολείσαι κι εσύ μόνο με τα ζητήματα που θίγει. Και πάντως, για να είμαστε δίκαιοι, κάνει μια απόλυτα εύστοχη επιλογή, δείχνοντάς μας σκηνές από την αυθεντική δίκη και τον αληθινό Άιχμαν, αντί να βάλει έναν ηθοποιό να τον υποδυθεί.

Μπόνους τρακ, τρεις σκέψεις που είχα γράψει παλιότερα πάνω στο θέμα της κοινοτοπίας του κακού:

– Στη σειρά «Ιn Treatment» ένας από τους ασθενείς του ψυχοθεραπευτή είναι πιλότος που σκότωσε στη Βαγδάτη 16 παιδιά. Κατά λάθος. Λάθος όχι δικό του, αφού υποτίθεται πως βομβάρδιζε στρατιωτικό στόχο. Εξηγεί στον ψυχοθεραπευτή ότι ενοχές θα ένιωθε αν είχε αποτύχει στην αποστολή του. Αντίθετα εκείνος αυτό που έπρεπε να κάνει το έκανε καλά. Οι ανώτεροί του δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους, δίνοντάς του πληροφορίες που αποδείχθηκαν εσφαλμένες. Παρά τις διακηρύξεις του νιώθει βέβαια ενοχές, ενοχές όμως που είναι τελικά δυσανάλογες σε σχέση με τη δική του συμμετοχή. Φρικαλεότητα θα ήταν να είχε σκοτώσει 16 παιδιά με τα χέρια του. Εκείνος πάτησε ένα κουμπί. Πόσο φρικτό μπορεί να είναι να πατάς ένα κουμπί; Δεν έχεις καν την οπτική επαφή που θα είχες πυροβολώντας τα θύματά σου. Η απόσταση του αποτελέσματος από την πράξη σου δεν μπορεί παρά να προκαλεί σε ένα βαθμό και την αποστασιοποίησή σου. Η βία καταμερίζεται σε κομματάκια, γραφειοκρατικοποιείται και είναι σε κάθε της στάδιο τόσο μα τόσο μακρινή κι αφηρημένη. Δεν την ασκεί άμεσα και ολοκληρωτικά ούτε ο ψηφοφόρος που ψηφίζει Μπους, ούτε οι επιτελείς του Πενταγώνου, ούτε ο πιλότος του βομβαρδιστικού.

– «Είδα κάποτε κάποια φωτογραφία από εκτελέσεις Εβραίων στη Ρωσία: οι Εβραίοι περιμένουν γυμνοί στη σειρά, μερικοί στην άκρη μιας τάφρου και πίσω τους στέκονται στρατιώτες και τους πυροβολούν στον τράχηλο. Αυτό γίνεται σε κάποιο λατομείο και πάνω από τους Εβραίους και τους στρατιώτες σε κάποιο περβάζι του τοίχου κάθεται ένας αξιωματικός που κουνάει τα πόδια και καπνίζει. Δείχνει λίγο χολωμένος. Ίσως επειδή η διαδικασία δεν είναι αρκετά γρήγορη. Αλλά το πρόσωπό του δείχνει επίσης κάτι σαν ευχαρίστηση, σαν ικανοποίηση, ίσως επειδή βγαίνει η δουλειά της μέρας και σε λίγο σχολάει». (Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μπέρνχαρντ Σλινκ, «Γράμματα στη Χάννα», πάνω στο οποίο βασίστηκαν τα «Σφραγισμένα Χείλη» του Στίβεν Ντάλντρι).

– Σε μια σκηνή από τα «Σφραγισμένα Χείλη», η δεσμοφύλακας των SS, Κέιτ Γουίνσλετ, δικάζεται ως εγκληματίας πολέμου. Μετέφερε κρατούμενες από ένα στρατόπεδο σε ένα άλλο και ένα βράδυ τις φυλούσε σε μια αποθήκη. Η αποθήκη έπιασε φωτιά, αλλά δεν τους άνοιξε. Και ο δικαστής τη ρωτά γιατί. Κι εκείνη απαντά «Μα δεν μπορούσα να τις αφήσω να το σκάσουν. Αυτή ήταν η δουλειά μου. Ήμουν υπεύθυνη για αυτές τις γυναίκες».