Δυο ταινίες πολύ διαφορετικές η μία από την άλλη, αλλά ταυτόχρονα και με πολλά κοινά: το «μικρό», σινεφίλ “Holy Motors” του Λεός Καράξ και η ανεξάρτητη υπερπαραγωγή “Cloud Atlas“, που έχει την σπανιότατη ιδιαιτερότητα να υπογράφεται από τρεις σκηνοθέτες, και συγκεκριμένα τους αδελφούς Γουατσόφσκι (ένας εκ των οποίων, μετά από εγχείριση αλλαγής φύλου, είναι πλέον γυναίκα) και τον Τομ Τίκβερ. Τι κοινά; Στο “Ηοly Motors” ένας άντρας ζει στη διάρκεια μιας ημέρας, επτά και πλέον διαφορετικές «ζωές», ενώ στο “Cloud Atlas” παρακολουθούμε σε παράλληλο μοντάζ έξι διαφορετικές ιστορίες, που εκτείνονται χρονικά από τον 19ο αιώνα ως το μακρινό μέλλον. Οι ίδιοι ηθοποιοί (ο Τομ Χανκς, η Χάλι Μπέρι, ο Τζιμ Μπρόουντμπεντ, ο Τζιμ Στάρτζες, ο Μπεν Γουίνσοου και άλλοι) παίζουν από έναν ρόλο στην κάθε ιστορία, μακιγιαρισμένοι μάλιστα σε βαθμό μεταμόρφωσης, όπως ακριβώς μεταμορφώνεται και ο Ντενί Λαβάν στην ταινία του Καράξ, υποδυόμενος τους διάφορους ρόλους του. Επίσης και οι δύο ταινίες λειτουργούν σε ένα βαθμό -μέσα από τις ιστορίες των διαφορετικών εποχών και τις διαφορετικές «ζωές» του Λαβάν- και ως αναφορές σε κινηματογραφικά είδη. Επειδή όμως το παράλληλο μοντάζ είναι κόλπο ζόρικο, ας δούμε τις ταινίες μεμονωμένα.

Το “Ηoly Motors” ξεκινά στους τίτλους με εμβόλιμα πλάνα που παραπέμπουν στις πρώτες – πρώτες κινηματογραφικές εικόνες. Και μετά, σε μια πολύ δυνατή εικόνα, βλέπουμε μια κατάμεστη κινηματογραφική αίθουσα. Καταλαβαίνουμε όμως ότι οι θεατές παρακολουθούν (;) την ταινία με τα μάτια τους κλειστά. Εν συνεχεία μεταφερόμαστε σε ένα δωμάτιο όπου ένας άντρας (δεν τον υποδύεται κάποιος ηθοποιός, αλλά ο ίδιος ο Καράξ) ξυπνάει και ξεκλειδώνει μια μυστική είσοδο στην ταπετσαρία του τοίχου, που μας βγάζει στην συγκεκριμένη κινηματογραφική αίθουσα. Τώρα στον διάδρομο της αίθουσας των κοιμισμένων θεατών προχωρούν κάτι άγρια σκυλιά κι ανάμεσά τους ένα μωράκι. Ως το σημείο αυτό η ταινία μου αρέσει και μου υπόσχεται διάφορα: ένας σκηνοθέτης θέλει να παρέμβει μέσα στο σινεμά των κοιμισμένων θεατών και να ταρακουνήσει τα πράγματα, προξενώντας μας ίσως το δέος που ένιωσαν οι θεατές που πρωτοείδαν εικόνες να κινούνται. Ναρκισσιστικό πιθανότατα, αλλά απ’ την άλλη γιατί όχι;

Μετά από όλα αυτά ξεκινά η κυρίως ταινία, όπου βλέπουμε έναν προφανώς ζάμπλουτο άντρα να βγαίνει από το σπίτι του, να χαιρετάει τα παιδιά του, κι αφού περάσει μπροστά από μερικά παρκαρισμένα πανάκριβα αυτοκίνητα, να μπαίνει σε μια λευκή λιμουζίνα, σαν αυτή που είχε μπει τον προηγούμενο μήνα ο Πάτινσον στο “Cosmopolis“. Και σαν το “Cosmopolis” η ταινία καλύπτει μια ημέρα από τη ζωή του ήρωα, μια ημέρα μάλιστα που διασχίζει μέσα στη λιμουζίνα. Τον βλέπουμε να μιλάει στο τηλέφωνο και να ρωτάει την οδηγό του πόσα ραντεβού έχει σήμερα. Εκείνη του απαντάει επτά. Ως εδώ είναι στο μυαλό μας επιχειρηματίας. Με το που βγαίνει όμως από τη λιμουζίνα για το πρώτο ραντεβού του, τον βλέπουμε να έχει μεταμφιεστεί σε ζητιάνα, που μιλάει merdogon (μια «γλώσσα» την οποία έχει εφεύρει ο ίδιος ο Καράξ). Στη συνέχεια, για λόγους που δεν θα μάθουμε ποτέ, μπαινοβγαίνει στη λιμουζίνα και μεταμφιέζεται για κάθε «ραντεβού» του. Η λιμουζίνα είναι το καμαρίνι του. Στα ραντεβού του οι αποστολές του είναι από το να παραλάβει την έφηβη «κόρη» του από ένα πάρτι, ως το να μαχαιρώσει κάποιον σε ένα υπόγειο. Θα δούμε επίσης την Έβα Μέντες ως ωραία με τον Λαβάν ως ένα ανεκδιήγητο τέρας και την Κάιλι Μινόγκ σε μια ανεκδιήγητα ψεύτικη σκηνή.

Κάπου ανάμεσα στα ραντεβού ο Μισέλ Πικολί θα βρεθεί στη λιμουζίνα ως ελεγκτής των μεγάλων αφεντικών, να τον ρωτήσει γιατί συνεχίζει να κάνει αυτή τη δουλειά. Ο Λαβάν του απαντάει πως, σύμφωνα με ένα ρητό, η ομορφιά βρίσκεται στο βλέμμα εκείνου που κοιτά. Τι γίνεται όμως αν κανείς πια δεν κοιτά; Που πηγαίνει τότε η ομορφιά; Εξαφανίζεται; Ο Καράξ θέλει να ξυπνήσει τους κοιμισμένους θεατές κοιτάζοντας, προσφέροντάς μας δηλαδή ομορφιά. Κι ο βασικός λόγος που η ταινία είναι δήθεν, είναι επειδή έχει αυτήν την πόζα της σπουδαίας. Έχουμε να κάνουμε με μια παραβολή για τους ρόλους που καλούμαστε να παίξουμε στη ζωή μας, ακόμη και στη διάρκεια της ίδιας μέρας; Μια παραβολή για τη βιομηχανία του θεάματος; Για εμάς ως ηθοποιούς; Για τη ζωή μας ως σινεμά; Πρόκειται για έναν «ύμνο στο σινεμά»; Εκείνο που βασικά με χαλάει είναι η οίηση που βασίζεται στην ευκολία. Ότι του φαίνεται πως κάνει κάτι εξαιρετικά βαθύ, με χιουμοριστικές ταυτόχρονα πινελιές (το χιούμορ είναι το χειρότερο κομμάτι της ταινίας, όπως στη σκηνή με το φωτογράφο που κυνηγάει το τέρας). Κάτι βαθύ όμως για το τι και το πώς του οποίου, για το τι και το πώς της αφηγηματικής συνθήκης υπό την οποία παρουσιάζεται, δεν πρέπει να λογοδοτήσει και πουθενά, αφού μας το παρουσιάζει με αυτόν τον τρόπο ποιητική αδεία. Το “Holy Motors” μοιάζει αποτέλεσμα μιας πολύ ενδιαφέρουσας μεν, αλλά μη επαρκώς επεξεργασμένης και εμπλουτισμένης ιδέας. Το τέλος της ταινίας (μολονότι ειδικά το κομμάτι του τελευταίου ραντεβού το βρήκα γόνιμο) αποδεικνύει πως μάλλον ο Καράξ δεν κριτικάρει και ιδιαίτερα τις ιδέες του, πως ό,τι του φαίνεται έξυπνο το βάζει και στο πανί χωρίς πολλά πολλά.

Στο “Cloud Atlas” τώρα, παρακολουθούμε να ξετυλίγονται μαζί: Μια ιστορία λευκών και σκλάβων στο Νότιο Ειρηνικό το 1849. Μια ιστορία ενός μεγάλου πιανίστα και του εξίσου ταλαντούχου βοηθού του στο Κέμπριτζ το 1936. Μια ιστορία για την αποκάλυψη ενός μεγάλου βιομηχανικού μυστικού στο Σαν Φρανσίσκο του 1973. Μια ιστορία για έναν εκδότη που μπαίνει χωρίς τη θέλησή του σε έναν δεσποτικό οίκο ευγηρίας στη Βρετανία του 2012. Μια ιστορία για μια κλώνο που αλλάζει τη μοίρα της στη Σεούλ του 2144. Μια ιστορία για τη νίκη επί του φόβου και της πρόληψης στην μετα-αποκαλυπτική ανθρωπότητα. Ο Τίκβερ σκηνοθέτησε τις τρεις μεσαίες ιστορίες, οι Γουατσόφσκι τις υπόλοιπες. Άνθρωποι που τα βάζουν με δυνάμεις που τους ξεπερνούν, άνθρωποι που σκέφτονται διαφορετικά ή παίρνουν ρίσκα, άνθρωποι που αντιστέκονται σε αυθεντίες. Σε κάθε ιστορία υπάρχει είτε ένα είδος σκέψης έξω από τη καθιερωμένη ως τότε τάξη των πραγμάτων, είτε κάτι σαν αντίσταση σε ανώτερες καταπιεστικές δυνάμεις, είτε και τα δύο.

Όταν είχα δει το τρέιλερ είχα σκεφτεί ότι είναι μια από τις ταινίες που είτε την ερωτεύεσαι είτε τη βρίσκεις ανυπόφορη. Όταν μια ταινία στοχεύει τόσο ψηλά και με τόσο φιλόδοξο τρόπο ή τα καταφέρνει ή γκρεμοτσακίζεται. Τελικά όμως βρίσκομαι κάπου στη μέση. Το “Cloud Atlas” δεν εκπέμπει το μεγαλείο που θα ήθελε, τα νοήματά της περιορίζονται σε μια new age μεγαλοστομία, ωστόσο δεν γκρεμοτσακίζεται επειδή την παρακολουθείς με σχετικό ενδιαφέρον. Σαν να βλέπεις καλογυρισμένα κομμάτια ενός παζλ, που ενώ αποτυγχάνουν να δώσουν μια τελική μεγάλη εικόνα με συγκίνηση και νόημα αντάξιο όλης αυτής της φασαρίας, αρκετά από αυτά είναι αυτοτελώς ευφρόσυνα στο μάτι, ενώ αξιοσημείωτη είναι και η σύνδεση κομματιού με κομμάτι, όχι τόσο επειδή οι ιστορίες αναπτύσσονται αρμονικά και αψεγάδιαστα, αλλά επειδή δεν παύει από μόνο του να είναι κάτι ότι παρακολουθούμε έξι ιστορίες ταυτόχρονα, επειδή δηλαδή η ταινία σε μεγάλο βαθμό είναι το μοντάζ της. Αν παρακολουθούσαμε τις έξι ιστορίες μεμονωμένα, τότε πράγματι η ταινία μπορεί να ήταν αφόρητη, αφού δύσκολα θα άντεχαν να σταθούν από μόνες τους. Είναι η παράλληλη αφήγηση που κρατάει την ταινία όρθια και την κάνει να λειτουργεί, όσο τουλάχιστον λειτουργεί.

Και κλείνοντας το θάψιμο για σήμερα, συμπερασματικά το μεν “Holy Motors” πάσχει από τη δηθενιά της ευκολίας, στο δε “Cloud Atlas” υπάρχει περισσή δυσκολία, που όμως καταλήγει σε ένα αποτέλεσμα δυσανάλογα απλοϊκό.