Κοντά μισόν αιώνα ο Τζέι Έντγκαρ Χούβερ ήταν ο διευθυντής του FBI. Από το 1924 (πριν ακόμα το FBI ιδρυθεί, όντας τότε, και σε ηλικία 29 μόλις ετών, διευθυντής του σκέτου Βureau of Investigations, το οποίο από το 1935 έδωσε τη θέση του στο νεοϊδρυθέν Federal Bureau of Investigations) ως τον θάνατό του το 1972. Το έχτισε το μαγαζί απ’ τα μπετά, 8 διαφορετικούς Προέδρους είχαν οι ΗΠΑ κατά τα χρόνια που ήταν διευθυντής. Τον βλέπουμε στην ταινία να παρακολουθεί από το μπαλκόνι του γραφείου του την τελετή της ορκωμοσίας δύο εξ αυτών, νέος στη μία, γέρος στην άλλη. Λένε ότι η αληθινή εξουσία δεν είναι ποτέ προσωρινή. Πόσοι μονάρχες ή δικτάτορες στην ιστορία της ανθρωπότητας να έμειναν στην εξουσία τόσα χρόνια όσα εκείνος; Μάλλον ελάχιστοι: 48 χρόνια είναι πάρα – πάρα πολλά. Είχε και θετική συμβολή στον εκσυγχρονισμό των αστυνομικών μεθόδων, δίνοντας έμφαση στα εγκληματολογικά εργαστήρια, στην επάνδρωση της υπηρεσίας με επιστήμονες, οργάνωσε ένα σύστημα κεντρικής αρχειοθέτησης των δακτυλικών αποτυπωμάτων και διάφορα άλλα. Ο ίδιος όμως υπήρξε ένα κάθαρμα ολκής. Έπαιζε βρώμικα, παρακολουθούσε και εκβίαζε, υπερέβαινε τη δικαιοδοσία του για να τα βάζει με διαφωνούντες, όντας ο ίδιος εμβληματικός αντικομμουνιστής, και γενικά ο ρόλος του ήταν φαιός.

Η ταινία πήρε μέτριες κριτικές στις ΗΠΑ, αλλά ακόμη οδυνηρότερη έκπληξη πρέπει να ήταν οι μηδέν υποψηφιότητες για όσκαρ που πήρε χθες. Μια εξήγηση είναι ότι μολονότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται ως κατεξοχήν οσκαρικό υλικό, της λείπουν βασικά συστατικά μιας αβανταδόρικης οσκαρικής βιογραφίας. Δεν έχει άνοδο και πτώση του ήρωα, δεν έχει δραματικές μεταπτώσεις, δεν έχει κορυφώσεις. Ο Χούβερ ήταν κάποιος που διοίκησε αδιατάρακτα μισό αιώνα, κι όταν κάποιος ανεβαίνει τόσο μικρός στην εξουσία και δεν πέφτει ποτέ από αυτή, όταν η εξουσία του δεν υπόκειται σε εκλογές, δεν έχει καν αυτή την αμφισβήτηση ή αγωνία, τότε και τα δράματα περιορίζονται δραστικά. Όλος κι όλος ο κίνδυνος που είχε ήταν όταν άλλαζαν οι πρόεδροι. Αλλά είχε για τον καθένα τους έναν φάκελο. Και να μην είχε αρκούσε η φήμη ότι είχε φακέλους για όλους. Έτσι στην ταινία, την έλλειψη της δραματικότητας σε σχέση με την δική του καριέρα, σε σχέση με το σχήμα άνοδος – κατάληψη της εξουσίας – αμφισβήτηση – πτώση, αναλαμβάνουν να καλύψουν επιμέρους υποθέσεις: η υπόθεση της απαγωγής του παιδιού του Τσαρλς Λίντμπεργκ, η αναζήτηση του απαγωγέα με μεθόδους πρωτόγνωρες, χωρίς αυτόπτες μάρτυρες, με ειδικούς στην ξυλεία, η υπόθεση της απειλής στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ για να μην παραλάβει το Νόμπελ, η υπόθεση του φακελώματος του Κένεντι και της Έλενορ Ρούζβελτ, το πώς πλασάριζε ψευδώς την εικόνα του, παριστάνοντας ότι έκανε ο ίδιος συλλήψεις που ποτέ δεν είχε κάνει, το πως πλασάριζε στην κοινή γνώμη την εικόνα του FBI, με κόμικ, χορηγίες σε εκπομπές κλπ. Όσο σταθερός ήταν ο δημόσιος βίος του άλλο τόσο και ο ιδιωτικός. Ο τύπος ήταν η επιτομή της σταθερότητας. Τρεις οι σχέσεις ζωής του: Η σχέση του με την μητέρα του, με την πιστή του γραμματέα που κρατούσε και τους μυστικούς φακέλους του, η σχέση του με τον υποδιευθυντή του Κλάιντ Τόλσον.

Αν δει κανείς την ταινία ως τυπική βιογραφία, όσο ικανοποιημένος κι αν μείνει από το όλο πακέτο (τα χρώματα της φωτογραφίας, το σφιχτό μοντάζ, την αδιαμφισβήτητη σκηνοθετική στόφα του Ίστγουντ, την στιβαρή ερμηνεία του Ντι Κάπριο), όσο ικανοποιημένος δηλαδή κι αν μείνει βλέποντας καλό σινεμά, θα μείνει ταυτόχρονα και ανικανοποίητος από την απεικόνιση του δημοσίου προσώπου Χούβερ. Αν λοιπόν το αληθινό θέμα της ταινίας είναι ο δημόσιος παράγοντας Χούβερ, η ταινία πράγματι δεν έχει βρει στόχο και αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που η ταινία δεν περπάτησε στα όσκαρ.

Πρόκειται όμως πράγματι για τυπική βιογραφία; Σε μια τυπική κινηματογραφική βιογραφία ενός δημόσιου προσώπου θα είχε φυσικά θέση και η προσωπική του ζωή. Αλλά θα ήταν θέση παράπλευρη, συμπληρωματική της εικόνα του ήρωα ή της ηρωίδας. Το βασικό βλέμμα θα ήταν στραμμένο στη δημόσια σφαίρα, σε όλα εκείνα για τα οποία έγινε γνωστός. Εδώ χρονικά μπορεί και πάλι το περισσότερο βλέμμα είναι στραμμένο στα δημόσια, αλλά το κόλπο που κάνει ο σεναριογράφος Ντάστιν Λανς Μπλακ είναι ότι χωρίς να ξοδεύει τρελό χρόνο στην ιδιωτική ζωή, τον κατανέμει με τέτοιο τρόπο και του δίνει τόσο βάρος που καταλαβαίνεις ότι αυτή είναι το πραγματικό κέντρο βάρους της ταινίας, ότι αυτό θέλει να μας πει ο Μπλακ με το σενάριο του και αυτό τελικά σκηνοθετεί κι ο Ίστγουντ.

Στο βραβευμένο με όσκαρ σενάριο του για τον “Μilk”, o Μπλακ έβαζε σε μια φάση τον Σον Πεν να λέει σε ένα νεαρό που περνούσε ερωτική απογοήτευση: «Θα συναντήσεις τους πιο ξεχωριστούς, σέξι, έξυπνους, αστείους άντρες, θα ερωτευθείς πάρα πολλούς από αυτούς και μέχρι το τέλος της ζωής σου δεν θα ξέρεις κι ο ίδιος ποιοί ήταν οι καλύτεροι φίλοι σου και ποιός η μεγαλύτερη αγάπη σου». Μέσα από την αλλαγή πολλών ερωτικών συντρόφων και την αναγκαστική αποδέσμευση από τα κοινωνικά προαπαιτούμενα του γάμου που ισχύουν για τους ετεροφυλόφιλους, προέκυπτε ένα όριο θολό, μια ζώνη γκρίζα, ανάμεσα στη φιλία και τον έρωτα. Στο “J. Edgar” βλέπουμε το ίδιο θολό όριο από την αντίθετη όψη. Αντί για τους πολλούς ερωτικούς συντρόφους, μια σχέση ζωής, μια σχέση βαθύτατης σύνδεσης, αντί για την πληθώρα και τη χόρταση, η στέρηση, η άρνηση, ούτε καν η μονογαμία, αλλά όπως τελικά φαίνεται να υποδεικνύει η ταινία η μονοαγαμία. Η ταινία δείχνει ότι η σχέση του Χούβερ με τον Τόλσον ίσως να μην έλαβε ποτέ σωματική μορφή, μολονότι αναμφίβολα αγαπιούνταν μια ζωή, δούλευαν μαζί, έτρωγαν μαζί, πήγαιναν ταξίδια αναψυχής μαζί. Η ταινία είναι στην επιφάνειά της μια βιογραφία για τη δημόσια περσόνα του διευθυντή του FBI και στην καρδιά της ένα “Βrokeback Mountain”, ένας άνδρας που αρνείται την ομοφυλοφιλία του κι ένας άντρας που τον πιέζει να την δεχτεί, μόνο που όλα εδώ κινούνται στο πλαίσιο της αυτοσυγκράτησης, της μη υπέρβασης των ορίων.

Θυμάμαι σε μια παλιά τηλεοπτική εκπομπή τον στρατηγό Γρυλλάκη, που έλεγε με θρησκευτική ευλάβεια και δέος πόσο μεγάλη αξία έχει η “πληροφορία”. Προσωπικά, εδώ εντοπίζω ένα σημαντικό μείον της ταινίας, ότι δηλαδή δεν μας δείχνει με κάποιο τρόπο αυτή την μανία του Χούβερ να συλλέγει “πληροφορίες”. Τα μυστικά είναι εκ των προτέρων κατακτημένα και χρησιμοποιούνται για να εκβιάσει. Υπάρχει όμως μια υπέροχη σκηνή που δείχνει την αντίστιξη των μυστικών των άλλων, με τα μυστικά που δεν έχουν οι ήρωες επειδή δεν ενέδωσαν στην σωματοποίηση του έρωτά τους. Ο Τόλσον διαβάζει ένα ερωτικό γράμμα, είναι όμως μέρος των μυστικών φακέλων. Η λατρεία για ένα άλλο πρόσωπο ως ένοχο μυστικό, ως όπλο εκβιασμών και πιέσεων, σε αντιδιαστολή με την ανεπίδοτη, η βαθιά καταπιεσμένη λατρεία.

Καταληκτικά το “J Edgar” κερδίζει την εκτίμησή μου. Μολονότι ταινία του σεναρίου της, είναι και μια ταινία του Ίστγουντ στη σταθερότητα του σκηνοθετικού χεριού του και την τρυφερότητα της ματιάς του. Δύο σκηνές ανάμεσα στον Λεονάρντο Ντι Κάπριο και τον Άρνι Χάμερ, η μία όταν είναι νέοι και του ανακοινώνει ότι θέλει να παντρευτεί και εκείνος ξεσπάει, και η άλλη όταν είναι γερασμένοι και καταβεβλημένοι και οι δύο τρώνε, συν τη σκηνή του Χάμερ – Τόλσον να διαβάζει τα ερωτικά γράμματα αρκούν και περισσεύουν για να αποδείξουν ότι η ταινία έχει μια κρυμμένη καρδιά μέσα στα ρούχα της πολιτικής βιογραφίας.