Βρισκόμαστε στην Νέα Ορλεάνη, όχι την εποχή της τοπικής καταστροφής του Κατρίνα, αλλά λίγα χρόνια αργότερα, στο ιστορικό φθινόπωρο του 2008 όταν μια συστημική καταστροφή χτυπάει τις ΗΠΑ και τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Η κρίση με τα ενυπόθηκα δάνεια, η κατάρρευση της Lehman Brothers, η απειλή ολικού κραχ, το bailout, η διάσωση των μεγάλων τραπεζών με κρατικό χρήμα. Βρισκόμαστε επίσης στην καρδιά της προεκλογικής περιόδου. Ο Ομπάμα εναντίον του Μακέιν. Ο Ομπάμα που τα λόγια του στη διάρκεια της ταινίας εναλλάσσονται με αυτά του Μπους συγκλίνοντας όμως και των δύο στην ανάγκη διάσωσης των τραπεζών. Ενώ ο καπιταλισμός στην κορυφή της πυραμίδας τραντάζεται, στην βάση της πυραμίδας ο υπόκοσμος αντιμετωπίζει τα δικά του προβλήματα. Ένας χαμηλού βεληνεκούς απατεώνας νομίζει ότι έχει συλλάβει ένα πανέξυπνο σχέδιο για να κλέψει τη μαφία. Η βλακεία του δεν περιορίζεται στο ότι προσπαθεί να απλώσει τα χέρια του πέρα από εκεί που τον παίρνει, επεκτείνεται και στο ότι απευθύνεται για αυτή τη δουλειά σε δυο εξαθλιωμένους εγκληματίες της συμφοράς. Ένας από αυτούς είναι ο χαρισματικός ηθοποιός Μπεν Μέντελσον (του “Animal Kingdom“) που κερδίζει το βραβείο του πιο βρώμικου ήρωα που έχουμε δει εδώ και πολλά χρόνια: λερός, κίτρινος, ζέχνει ολόκληρος, με τη βρώμα του να βγαίνει σχεδόν από την οθόνη και να τρυπάει τα ρουθούνια σου. Αυτός δουλεύει παράλληλα το δικό του μικρό σχέδιο: κλέβει σκυλιά ράτσας κι όταν μαζέψει πολλά θα πάει σε άλλη πόλη να τα πουλήσει για να μαζέψει χρήματα και να κάνει εμπόριο πρέζας. Το βασικό σχέδιο όμως είναι άλλο. Ένας μαφιόζος που οργανώνει χαρτοπαικτικά παιχνίδια (ο Ρέι Λιότα) είχε πριν χρόνια ληστέψει το ίδιο του το παιχνίδι. Το γεγονός προκάλεσε κλυδωνισμό της εμπιστοσύνης, τα υπόλοιπα παιχνίδια στην περιοχή σταμάτησαν προσωρινά, η μαφία έχανε χρήματα. Είχε καταφέρει να ξεγελάσει τους ανακριτές της μαφίας πείθοντάς τους ότι δεν είχε καμία σχέση με τη ληστεία, αλλά χρόνια αργότερα μεθυσμένος το αποκάλυψε μόνος του. Του τη χάρισαν επειδή ήταν ένας από αυτούς και το περιστατικό είχε παλιώσει. Τώρα όμως αν ξαναληστέψουν παιχνίδι του, οι μαφιόζοι δεν θα υποπτευθούν άλλον και θα πάνε σε αυτόν απευθείας.

Με όλα αυτά ο Μπραντ Πιτ αργεί να κάνει την είσοδό του στην ταινία. Όταν την κάνει όμως, την κάνει πανηγυρικά, με μουσική υπόκρουση τα λόγια του Τζόνι Κας: There’s a man goin’ ’round takin’ names. And he decides who to free and who to blame. Ο Πιτ είναι ο ανακριτής και ο hit man, ο δολοφόνος που έρχεται στην πόλη να καθαρίσει το μπέρδεμα και να καθαρίσει τους εμπλεκόμενους. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια, προτιμά να σκοτώνει τα θύματά του «γλυκά». Που σημαίνει να τους σκοτώνει από απόσταση, δεν θέλει να εμπλέκεται σε πολλά συναισθηματικά πάρε δώσε μαζί τους, γιατί η κατάσταση τότε γίνεται πολύ δυσάρεστη: τα θύματα κλαίνε, κατουριούνται πάνω τους, ικετεύουν, επικαλούνται τις μανάδες τους. Τα εξηγεί όλα αυτά στον Ρίτσαρντ Τζέκινς που είναι ο “consigliere” της τοπικής μαφίας. Εκείνος με τη σειρά του του λέει πως η τοπική μαφία πια δεν έχει αρχηγό, αλλά είναι μια επιτροπή, σαν ΔΣ εταιρίας. Ο Πιτ αγανακτεί. «Επιτροπή; Που πηγαίνει αυτή η χώρα;». Οι δυο τους έχουν μια ανθρωπιστικού τύπου διαφωνία. Ο Τζέκινς λέει πως η απόφαση είναι να δείρουν απλώς τον Λιότα ανακρίνοντάς τον και ο Πιτ λέει πως θα τον υποβάλλουν έτσι σε περιττό πόνο, ενώ είναι προτιμότερο να τον σκοτώσουν απευθείας.

Ο Ρέι Λιότα είναι σαφές πως βρίσκεται στην ταινία για να μας θυμίζει τους “Goodfellas” του Σκορσέζε. Αν είχαμε την παραμικρή αμφιβολία για το λόγο ύπαρξης του Τζέιμς Γκαντολφίνι, το καστ περιλαμβάνει δύο ακόμα ήρωες από την πινακοθήκη των «Σοπράνος». Η θυμωμένη εντολή του Μπραντ Πιτ προς έναν βοηθό του να αφήσει το φιλοδώρημα πάνω στο τραπέζι είναι φωναχτή αναφορά στον Ταραντίνο. Η ηλιθιότητα των ληστών φέρνει στο νου τις ταινίες των Κοέν. Κι ωστόσο κάτι τελικά δεν κολλάει. Το “Drive” μας ήρθε πέρσι από τις Κάννες τίγκα στο ύφος και με λιγοστή ουσία, αλλά η αισθητική του σφραγίδα ήταν αναμφισβήτητη, η κινηματογραφική του πρόταση ήταν τελικά διαφορετική. Το «Σκότωσέ τους γλυκά» έρχεται από τις φετινές Κάννες κι αυτή η αισθητική σφραγίδα λείπει. Κι όμως ο Άντριου Ντόμινικ την είχε πετύχει και με το παραπάνω στην προηγούμενη ταινία του, την υπέροχη «Δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Τομ Φορντ». Εδώ τα πράγματα λίγο μπερδεύονται. Ενώ είναι μια ταινία υπέροχα σκηνοθετημένη, δεν παύει απλώς να θυμίζει και να ξαναθυμίζει πράγματα που έχουμε ξαναδεί, χωρίς να μετουσιώνεται σε κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, χωρίς να δημιουργεί τον δικό της κόσμο. Και τελικά η ταινία χάνει σε όλες τις συγκρίσεις. Με τους Σοπράνος η σύγκριση λειτουργεί εις βάρος της. Εις βάρος της και με τον Σκορσέζε. Εις βάρος της και με τον Ταραντίνο. Εις βάρος της και με τους Κοέν. Εις βάρος της και με τον Τζέσε Τζέιμς. Το όλο ύφος δεν είναι όσο συνεκτικό πρέπει. Υπάρχουν σκηνές ανθολογίας και σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας, αλλά και σκηνές διαλόγου που η ταινία παραπατάει αμήχανα. Ίσως βέβαια το πρόβλημα οφείλεται στην σφαγή που μάλλον έγινε στο μοντάζ για να μικρύνει η ταινία από τις 2 1/2 ώρες του αρχικού κοψίματος στην 1 1/2 (μάλλον επειδή η μεγάλη διάρκεια του Τζέσε Τζέιμς είχε αρνητική επίπτωση στην εμπορική του απήχηση). Και τελικά παραδόξως σε κυριεύει η αίσθηση πως βλέπεις κάτι μπανάλ. Και είναι παράδοξο αυτό γιατί σου αρέσει η ταινία που βλέπεις, είναι μια καλή ταινία, που αν χάνει σε όλες τις παραπάνω συγκρίσεις δεν παύει να χάνει από τους καλύτερους. Αλλά πόσο νόημα έχει να βλέπεις κάτι που έχεις ξαναδεί;

Η προφανής απάντηση εδώ είναι πως η ταινία δεν περιορίζεται στην καταγραφή της μαφιόζικης ιστορίας της, αλλά την τοποθετεί σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, με το οποίο σε καλέί να κάνεις αναγωγές με τους κανόνες λειτουργίας του εγκληματικού υπόκοσμου, κάνοντας και η ίδια μερικές ευθέως. Ωστόσο ενώ βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την βασική αυτή ιδέα, στην πράξη δε νομίζω πως λειτουργεί τόσο πολύ. Μου μοιάζει σαν μια ιδέα όχι αρκετά δουλεμένη. Και τελικά αν το «Σκότωσέ τους Γλυκά» είναι ένα κολάζ κινηματογραφικών αναφορών με πολιτική αιχμή, στο αισθητικό επίπεδο η ταινία δεν κατορθώνει να υπερβεί τις αναφορές της και να αποκτήσει τη δική της ταυτότητα και στο πολιτικό επίπεδο η αιχμή μου φαίνεται περισσότερο αβανταδόρικη και λιγότερο επεξεργασμένη. Επίσης για μια ταινία που θέλει να πάρει τέτοια πολιτική θέση, το στυλιζάρισμα της βίας είναι στα μάτια μου μια αντίφαση. Αλλά επειδή αντιφατικοί δεν είναι μόνο οι δημιουργοί αλλά και οι θεατές, είναι ακριβώς οι σκηνές της στυλιζαρισμένης βίας που με κέρδισαν περισσότερο. Το αιώνιο θέμα με το στυλιζάρισμα της βίας, με την κινηματογραφική βία να αυτονομείται σχεδόν από την κυριολεκτική, το αιώνιο κινηματογραφικό παράδοξο να παίρνεις κάτι τόσο αποτρόπαιο όσο η βία και να φτιάχνεις πάνω του ποιητικές εικόνες.

Ο Ομπάμα κερδίζει τις εκλογές και λέει λόγια ανάτασης. Εδώ οι στιγμές είναι ευχάριστα ιστορικές. Ο Τζέκινς τα επικαλείται και ο Πιτ τα φτύνει με αγανάκτηση. «Αυτός ο τύπος θέλει να πει πως ζούμε μέσα σε μια κοινότητα; Μην με κάνεις να γελάω. Ζω στην Αμερική και στην Αμερική ο καθένας είναι μόνος του. Οι ΗΠΑ δεν είναι χώρα. Οι ΗΠΑ είναι απλώς μπίζνες».