Η ζωή μέσα σε ένα πολυτελή παριζιάνικο οίκο ανοχής στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Μιλώντας για τέλος 19ου και αρχές 20ου, εννοούμε ότι στο ξεκίνημα βλέπουμε κάποιες σκηνές που διαδραματίζονται τους τελευταίους μήνες του 1899 και στη συνέχεια σκηνές που διαδραματίζονται στο 1900. Θα μπορούσαν βέβαια κάλλιστα να διαδραματίζονται όλες οι σκηνές στο 1899 ή στο 1900, αλλά αλλιώς είναι να διαδραματίζεται η ταινία σου σε έναν αιώνα και αλλιώς σε δύο. Με δύο αιώνες στις αποσκευές σου ξεκινάς από πλεονεκτική θέση, πουλάς την ταινία καλύτερα, είσαι λίγο περισσότερο καλλιτέχνης, έχεις ήδη αρχίσει να ψαρώνεις τους έτοιμους να ψαρώσουν. Ο «Οίκος Ανοχής» υποτίθεται ότι λέει την ιστορία από τη σκοπιά των γυναικών, το πρόβλημα όμως είναι πως μολονότι διαρκεί ένα γεμάτο δίωρο, δυσκολεύεσαι να εντοπίσεις ποιά ακριβώς είναι αυτή η ιστορία. Η μαντάμ που διαχειρίζεται τον οίκο -και μεγαλώνει και τα δυο παιδιά της εκεί- αντιμετωπίζει πρόβλημα με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, έναν συμβολαιογράφο που της αυξάνει συνεχώς το νοίκι, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να διατηρήσει την επιχείρησή της. Από συνέντευξη του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Μπερτράν Μπονελό, βλέπω ότι οι γυναίκες που δουλεύουν στον οίκο είναι δώδεκα. Για τις οκτώ από αυτές δεν θυμάμαι τι ξεχωριστό τους συμβαίνει ή τι ξεχωριστό έχουν ως χαρακτήρες. Οπότε ας πω για τις τέσσερεις που θυμάμαι. Μια εικοσιοκτάχρονη -που ζει ήδη δώδεκα χρόνια εκεί- παθαίνει καταθλιψάρα και το ρίχνει στο όπιο. Μια άλλη κοπέλα προσβάλλεται από σύφιλη. Μιας άλλης της χαράζει το πρόσωπο ο αγαπημένος της πελάτης, με αποτέλεσμα να περιφέρεται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας με χαμόγελο σαν του Τζόκερ. Το χαράκωμά της είναι τρόπον τινά η ατραξιόν του έργου, η σκηνή που γυρίστηκε για να τη θυμόμαστε, αφού ναι μεν ο Μπονελό επιλέγει -και με αυτήν του την επιλογή συμφωνώ- να μην έχει προκλητικές σεξουαλικές σκηνές, αλλά στο shock value του χαρακώματος επενδύει και με το παραπάνω. Τέλος, ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι που έρχεται να δουλέψει στον οίκο, έχοντας σχετική επιστολή από τους γονείς της που δίνουν την άδεια τους. Στις σχετικές ερωτήσεις που της κάνει η μαντάμ, η πιτσιρίκα απαντάει ότι επέλεξε να δουλέξει εκεί για να είναι ελεύθερη. Η μαντάμ της εξηγεί ότι η ελευθερία βρισκόταν έξω από τον οίκο. Όχι μόνον επειδή οι οι πόρνες επιτρεπόταν να βγουν έξω μόνο ορισμένες ημέρες και μόνο αν συνοδεύονταν, αλλά και επειδή όλες οι κοπέλες αντί σιγά σιγά να βγάζουν λεφτά, άρχιζαν να κυλάνε στο χρέος προς την μαντάμ για τα αρώματα, τα φορέματα κλπ, με αποτέλεσμα όποια έμενε αρκετό καιρό να άρχιζε να «της ανήκει», να μπορεί εκείνη αν ήθελε να την πουλήσει σε άλλον οίκο κλπ. Στις αρχές του 19ου αιώνα άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλές γαλλικές πόλεις νόμιμα μπορντέλα, τα οποία ονομάζονταν «οίκοι ανοχής». Ο νόμος απαιτούσε να τα διαχειρίζεται γυναίκα. Το 1810 το Παρίσι είχε 180 νόμιμα μπορντέλα. Στο πρώτο μισό του 20υ αιώνα μάλιστα, υπήρχαν φορές που η Γαλλικη κυβέρνηση συμπεριλάμβανε μια επίσκεψη στο πιο πολυτελές από αυτά ως μέρος της φιλοξενίας των αρχηγών των ξένων κρατών, μεταμφιέζοντάς την στο επίσημο πρόγραμμα υπό τον τίτλο «ξενάγηση με τον Πρόεδρο της Γερουσίας»

Το ότι η πλοκή είναι απούσα από την ταινία δεν είναι υποχρεωτικά πρόβλημα. Αν αυτό που θέλει να μας δείξει είναι «η ζωή» μέσα στον κλειστό κόσμο του οίκου, το πρόβλημα συνίσταται σε αυτό που βλέπουμε να αποτελεί τη ζωή. Μπανάλ καταστάσεις, μπανάλ συζητήσεις, γραμμένες και σκηνοθετημένες με τρόπο εξίσου μπανάλ. Τίποτα αλήθεια δεν συμβαίνει εδώ. Δεν υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση ή δυναμική ανάμεσα στις κοπέλες. Σα να βαριούνται όλοι μαζί, πόρνες, πελάτες, μαντάμ, ο σκηνοθέτης και σίγουρα εμείς. Νυσταλέα: αυτή είναι η δεύτερη πιο ταιριαστή λέξη που μου έρχεται στο μυαλό, μετά τη λέξη «δήθεν». Η αναπαράσταση της ζωής μπορεί να είναι εικαστικά ενδιαφέρουσα -είχε πολλές υποψηφιότητες για τεχνικά βραβεία στα σεζάρ, όπου κέρδισε τελικά και το βραβείο για τα κουστούμια- σε ουσιαστικό επίπεδο όμως είναι νυσταλέα. Υπάρχουν δύσκολες ταινίες που απαιτούν κι από σένα μια προσπάθεια για να γίνεις μέλος του κόσμου τους και να πάψεις να αντιστέκεσαι στους ρυθμούς τους, υπάρχουν όμως -όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση- και ταινίες που χωρίς να έχουν κάτι το δύσκολο, προσποιούνται πως έχουν κάτι σημαντικό να πούν. Έλεγα παλιότερα, για μια άλλη ταινία χωρίς ιδιαίτερη πλοκή ότι ο σκηνοθέτης έπαιρνε το μικρό, το τετριμμένο και απομυζούσε από μέσα του το ουσιώδες και το αληθινό. Εδώ το τετριμμένο μένει τετριμμένο και όση ατμόσφαιρα εποχής κι αν του προσθέτεις, κάτι αληθινά ενδιαφέρον δεν έχεις να πεις. Ούτε μας προσφέρει καμία καλύτερη κατανόηση του φαινομένου, ούτε εμβαθύνει ιδιαίτερα σε κάποιον χαρακτήρα. Το δήθεν γιγαντώνεται στην τελευταία σκηνή της ταινίας, την οποία και θα αποκαλύψω ευθύς αμέσως, αφού δεν θεωρώ ότι πρόκειται για σπόιλερ. Μεταφερόμαστε λοιπόν στο σημερινό Παρίσι -τρεις λοιπόν τελικά και όχι δύο οι αιώνες που καλύπτει- όπου βλέπουμε πόρνες να κάνουν πεζοδρόμιο. Μια από αυτές είναι μια από τις ηθοποιούς που έπαιζε την πόρνη του 1900. Σηκώνω τα χέρια ψηλά. Όχι από την αδυναμία να καταλάβω τι θέλει να πει ο ποιητής, όσο γιατί αν δεν είσαι ποιητής τι το θέλεις και μιλάς.

Σε μια υποτίθεται συγκινησιακά φορτισμένη σκηνή, όλες οι κοπέλες του οίκου χορεύουν στο σαλόνι μεταξύ τους με ηχητική υπόκρουση το «Nights in White Satin». Δεν με χαλάει αυτή η επιλογή. Αντίθετα την βρήκα ενδιαφέρουσα. Μέχρι που μεταφερόμαστε σε ένα άλλο δωμάτιο και ακούμε την μουσική να έρχεται από το σαλόνι σε χαμηλότερη ένταση. Άλλο είναι λοιπόν να υπάρχει η πραγματικότητα της ταινίας και το τραγούδι να είναι το αισθητικό σχόλιο του σκηνοθέτη πάνω της και άλλο να αντιλαμβανόμαστε ότι στα αλήθεια το ακούν. Αλλό δηλαδή το τραγούδι να είναι η ηχητική μπάντα της ταινίας και άλλο να χορεύουν στα αλήθεια με αυτό. Στη δεύτερη εκδοχή το πράγμα γίνεται εκτός των άλλων και αστείο.

Μετά που την χαρακώνουν στο πρόσωπο αποκτά ψευδώνυμο. Γίνεται «το κορίτσι που γελάει». Οι πελάτες παύουν φυσικά να την προτιμούν. Μέχρι που την επιλέγει ο διεστραμμένος. Θα την χρησιμοποιήσει πληρώνοντας αδρά και για ιδιωτικό πάρτι που κάνει. Έχει και γυναίκες νάνους εκεί, σκέτο freak show. Η κατάσταση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μεταφορά για μια φράση που ακουγόταν πολύ στην χώρα μας την τελευταία διετία (αν και τώρα υπό το βάρος της πραγματικότητας έχει μάλλον πάψει να πολυφοριέται): «Να αντιμετωπίσουμε την κρίση σαν ευκαιρία». Κάθε πράγμα λοιπόν έχει και την αντίστροφη όψη του, κι ακόμα και αν μέχρι τώρα σε προτιμούσαν για το πρόσωπό σου, για κάθε πόρτα που κλείνει υπάρχει μία που ανοίγει. Και τώρα μπορούν να σε προτιμούν για το νέο σου πρόσωπο, απλώς σε λίγο διαφορετικά συμφραζόμενα.