Αυτό το καιρό μεγάλη εταιρία αθλητικής ένδυσης έχει λανσάρει καμπάνια με τον Γιουσέιν Μπολτ να έχει στην πλάτη του τη σημαία της χώρας του και από κάτω την λεζάντα «Και μετά η Τζαμάικα κατέκτησε την Αγγλία». Αν όμως το 2012 πρόσωπο και πρεσβευτής της Τζαμάικα είναι ο Μπολτ, την θέση πριν απ’ αυτόν κατείχε (και διόλου απίθανο να συνεχίσει να την κατέχει και μετά από αυτόν) ο Μπομπ Μάρλεϊ, ο οποίος δεν κατέκτησε μόνο την Αγγλία, αλλά τον κόσμο, κάνοντας με την καριέρα του γνωστό ένα νεογέννητο τότε είδος μουσικής, τη ρέγκε. Στους τίτλους τέλους του «Μπομπ Μάρλεϊ», του εξαιρετικού και χορταστικότατου ντοκιμαντέρ του Κέβιν ΜακΝτόναλντ, βλέπουμε ακριβώς σκηνές από πιθανές κι απίθανες γωνιές του πλανήτη, όπου απλός κόσμος σήμερα είτε τραγουδάει τραγούδια του Μάρλεϊ, είτε φορά μπλουζάκια που τον απεικονίζουν, είτε και τα δύο μαζί.

Στις 2 1/2 ώρες που διαρκεί, το ντοκιμαντέρ καλύπτει με απόλυτη χρονολογική σειρά τη ζωή του, από τη γέννησή του το 1945 ως τον θάνατό του σε ηλικία μόλις 36 ετών το 1981.Ο πατέρας του ήταν ένας λευκός Βρετανός. Ήταν στα εξήντα του όταν παντρεύτηκε την μάμα του που ήταν δεκαοκτώ. Ήταν απών και ο Μάρλεϊ τον είδε ελάχιστες φορές. Το γεγονός ότι ήταν μισός λευκός μισός μαύρος φαίνεται να έπαιξε ρόλο στον τρόπο που αντιλαμβανόταν τον κόσμο, όχι πολωτικά αλλά με διάθεση συγκερασμού. Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό στο πουθενά, στο όμορφο όμως πουθενά (τα καταπράσινα λιβάδια που διασχίζει η κάμερα από ψηλά στην αρχή της ταινίας θα μπορούσαν να είναι από το Σάιρ του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών»), ώσπου στα δώδεκα του η μαμά του τον πήρε και μετακόμισαν στο Κίνγκστον. Ζούσαν σε ένα γκέτο, το Τρενστόουν. Εκεί τα παιδιά έπαιζε και να περάσουν μέρες που δεν είχαν να φάνε και η φράση «πιες λίγο νερό για να κοιμηθείς» φοριόταν πολύ. Στο Τρεντστόουν υπήρχαν βασικά τρεις κατηγορίες ανθρώπων. Εκείνοι που θα γίνονταν απατεώνες, εκείνοι που θα γίνονταν αθλητές κι εκείνοι που θα γίνονταν μουσικοί.

Παρακολουθούμε όλη την καριέρα του, από την αρχή ως το απόγειό της· μια δολοφονική απόπειρα εναντίον του εξαιτίας του τεταμένου πολιτικού κλίματος· μια συναυλία σε μια προσπάθεια να συμφιλιώσει τις αντιτιθέμενες πλευρές στην πατρίδα του. Τραγούδησε στην τελετή ανεξαρτητοποίησης της Ζιμπάμπουε, αλλά πήγε να τραγουδήσει και στην Γκαμπόν χωρίς να έχει πληροφορηθεί εκ των προτέρων ότι είναι δικτατορία. Το μεγάλο του παράπονο -και το παράδοξο επίσης- ήταν ότι το κοινό του στις ΗΠΑ ήταν λευκοί, ότι στους μαύρους των ΗΠΑ η μουσική του δεν είχε πέραση. Έκανε 11 παιδιά από 7 διαφορετικές γυναίκες, ήταν πολύ ανταγωνιστικός, ήταν σε μια διαρκή τσίτα, έπαιζε ποδόσφαιρο συνέχεια, έδινε χρήματα σε όσους του ζητούσαν, δεν έφτιαξε ποτέ διαθήκη να μοιράσει τα υπάρχοντά του στην οικογένειά του. Ο Μάρλεϊ όπως και όλοι οι Ρασταφάρι (αυτή η περίεργη θρησκεία στην οποία το χασίσι είναι επίσημο εξάρτημα) πίστευαν ως Θεό τον αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ.

Το αρχικό μελάνωμα στο δάκτυλο του ποδιού, το ότι δεν έκανε στη συνέχεια τσεκ απ, ο καρκίνος που έκανε λίγα χρόνια μετά μετάσταση παντού και ήταν μη αναστρέψιμος. Για τον καρκίνο η Ρίτα Μάρλεϊ, η νόμιμη σύζυγός του, λέει ότι είναι μια λευκή ασθένεια και ότι τον νίκησε η ασπράδα μέσα του. Τον μετέφεραν σε θεραπεία ολιστικής ιατρικής κάπου στη Βαυαρία. Η κάμερα του ΜακΝτόναλντ κεντράρει στο βαυαρικό καμπαναριό σαν να θέλει να μας δείξει πόσο εκτός τόπου ήταν. Και όχι μόνο εκτός τόπου. Βλέπουμε φωτογραφίες από όταν είχε χάσει τα εμβληματικά μαλλιά του (νωρίτερα τον είχαμε δει να λέει ότι τα ντρέντλοκς του ήταν τμήμα του εαυτού του). Όταν άρχισαν να του πέφτουν με τη χημειοθεραπεία, οι γυναίκες της ζωής του μαζεύτηκαν και του τα έκοβαν από κοινού.

Το ντοκιμαντέρ χωρίς να είναι αγιογραφία, φωτίζει προφανώς τον Μάρλεϊ με φως ευνοϊκό. Όμως η κόρη του Σιντέλα δίνει ένα διαφορετικό τόνο, παραμένοντας πληγωμένη, ματαιωμένη, γεμάτη άρνηση και οργή για την απόρριψη που εισέπραξε απ’ τον πατέρα της. Είναι εντελώς συχνή αυτή η ιστορία με τους προικισμένους – ταλαντούχους γονείς που δεν δίνουν στα παιδιά τους μεγάλο χώρο στη ζωή τους. Χρειάζονται να είναι ελεύθεροι ακόμα κι από αυτά; Αλλά από το να εξετάζουμε τι είδους πατέρας υπήρξε ο Μάρλεϊ, πιο δόκιμο είναι μάλλον όλοι εμείς που δεν είμαστε Μάρλεϊ να μην παραμελούμε τα δικά μας, γιατί και ελευθερία να έχουμε δεν την αξιοποιούμε με παρόμοια παραγωγικό τρόπο.

~~~

Πολύ λιγότερο διάσημη και πολύ λιγότερο σταρ από τον Μάρλεϊ η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, δεν παύει να αποκαλείται -ή έστω να αυτοαποκαλείται- «η ντίβα της περφόρμανς» και «η γιαγιά της περφόμανς». Γεννήθηκε στη Γιουγκοσλαβία, ένα μόλις χρόνο μετά τον Μάρλεϊ, το 1946, από παρτιζάνους γονείς, που ήταν ήρωες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Για να πιάσουμε το θέμα από τις αμαρτίες των γονέων που το αφήσαμε πριν, στο ντοκιμαντέρ «Μαρίνα Αμπράμοβιτς: Η καλλιτέχνης είναι εδώ», η ίδια λέει ότι οι γονείς της ήταν πολλοί σκληροί μαζί της, ότι η μαμά της τη φιλούσε σπανιότατα για να μην την κακομάθει, ότι την ξυπνούσε το βράδυ για να φτιάξει τα σκεπάσματα και να πάψει να κοιμάται ανήσυχα. Ωστόσο δεν λέει το εξής πολύ ενδιαφέρον που βρήκα στη wikipedia «Mέχρι τα 29 μου έπρεπε να είμαι ως τις δέκα το βράδυ στο σπίτι. Είναι εντελώς παρανοϊκό. Όλα αυτά που έκονα, κόβοντας τον εαυτό μου, μαστιγώνοντας τον εαυτό μου, καίγοντας τον εαυτό μου, κινδυνεύοντας να χάσω τη ζωή μου στις φλόγες, έπρεπε να τα κάνω νωρίς ώστε στις δέκα το βράδυ να είμαι σπίτι».

Μετά όμως μετακόμισε στην Ολλανδία, όπου στο πρόσωπο του περφόρμερ Ουλάι, βρήκε τον σύντροφο, τον συνεργάτη, τον άνθρωπο με τον οποίο μοιραζόταν τις ίδιες καλλιτεχνικές ανησυχίες και έναν μεγάλο έρωτα. Έκαναν μαζί μια σειρά από περφόρμανς, έζησαν μαζί δώδεκα συνολικά χρόνια, τα πέντε μάλιστα από αυτά όχι σε σπίτι αλλά σε ένα βανάκι. Όταν αποφάσισαν να χωρίσουν -και ήταν ένας πολύ πονεμένος χωρισμός για εκείνη και λιγότερο απ’ ό,τι φαίνεται για αυτόν- χώρισαν με έναν τρόπο αν μη τι άλλο μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητα: έκαναν μια περφόρμανς στην οποία διέσχισαν το Σινικό Τείχος διασχίζοντας 2.500 χιλιόμετρα για να βρουν ο ενας τον άλλο στα μισά του. Αφού χώρισαν τους δρόμους τους με τον Ουλάι, εκείνη έγινε σταδιακά φίρμα και πλούσια (ο επιμελητής της δείχνει μερικούς από τους τρόπους για τους οποίους όπως λέει «δημιούργησε μια αγορά» για αυτήν) εκείνος πάλι όχι.

Το ντοκιμαντέρ εστιάζει στην αναδρομική της έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη, μια έκθεση που προκάλεσε αίσθηση και είχε μεγάλη επιτυχία, προσελκύοντας 750.000 θεατές Από τις 14 Μαρτίου ως τις 31 Μαϊου του 2010, έξι ημέρες τη βδομάδα και επτάμιση συνεχείς ώρες τη μέρα η Αμπράμοβιτς καθόταν σε μια καρέκλα. Πολλοί από τους 750.000 θεατές έκατσαν στην καρέκλα απέναντί της, την κοίταξαν στα μάτια και τους κοίταξε κι αυτή. Δάκρυσαν, συγκινήθηκαν, άλλοι όχι, όλοι τους όμως είχαν μια μάλλον ασυνήθιστη εμπειρία. The artist is present. Ο καλλιτέχνης είναι παρών και μας κοιτά. Το πρόσωπο μου γίνεται καθρέφτης όσων με κοιτούν, θα πει η Αμπράμοβιτς. Αλλά εκείνο που κάνει ο καλλιτέχνης δεν είναι τόσο το να μας προσφέρει το διαφορετικό δικό του βλέμμα, όσο την διαφορετική ιδέα: το να μας κοιτάξει στα μάτια κατά πρόσωπο ένα άλλο πρόσωπο. Που δεν θα μας εξομολογήσει, δεν θα μας ψυχαναλύσει, δεν είναι φίλος μας, συγγενής μας, γνωστός, ο έρωτας μας. Σε αυτή τη διαδικασία δεν έχει θέση ο λόγος. Ο λόγος μπορεί και να λειτουργεί συγκαλυπτικά. Δύσκολα όμως, πάρα πολύ δύσκολα, αν καθίσεις απέναντι σε μια καρέκλα με έναν άνθρωπο και μόνο κοιτάζεστε δεν θα δεις στο πρόσωπό του την αλήθεια του. Ο γκαλερίστας της Αμπράμοβιτς λέει ότι είναι ερωτευμένη με όλο τον κόσμο. Ότι αν κοιτάζει τον κάθε έναν που κάθεται απέναντί της με αγάπη, δεν είναι κάτι προσωπικό. Μήπως όμως όλοι μας είμαστε κατά βάθος ερωτευμένοι με όλον τον κόσμο; Μήπως αν μας κάθιζαν σε μια καρέκλα και κοιτούσαμε για ώρα απέναντί μας τα διαφορετικά ξένα πρόσωπα που θα κάθονταν, θα το νιώθαμε κι εμείς; Μήπως θα νιώθαμε δηλαδή πως ένας άνθρωπος που κοιτάζει κατά πρόσωπο και με προσοχή έναν άλλο άνθρωπο δεν μπορεί παρά να συνδεθεί μαζί του, δεν μπορεί παρά να νιώσει κάτι θερμό;