Δυο ανθεκτικά στις αίθουσες υπολείμματα από την προηγούμενη χρονιά, πριν μπούμε από εβδομάδα για τα καλά στην καινούρια, την άφιξη της οποίας προαναγγέλλουν τα σιδερένια βήματα της Μάργκαρετ Θάτσερ Στριπ. Γούντι Άλεν εναντίον Επικίνδυνης Αποστολής. Τρόπον τινά και οι δύο ταινίες προϊόν ενός φραντσάιζ είναι. Απλά το ένα μετρά 4 ταινίες την τελευταία δεκαπενταετία, ενώ του Γούντι πλησιάζει το εξωπραγματικό νούμερο των 45 ταινιών τα τελευταία ισάριθμα χρόνια. Mια κινηματογραφική βιοτεχνία που φτιάχνει με σταθερότατο ρυθμό ένα προσωπικό προϊόν ανά έτος και μια κινηματογραφική βιομηχανία που παρουσιάζει κάθε μερικά χρόνια το τελευταίο της πανάκριβο και υπερσύγχρονο μοντέλο.

Σε ένα από τα λίγα χαριτωμένα αστεία του «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» ο πρωταγωνιστής λέει σε μια γυναίκα που του δηλώνει ότι έχει υπάρξει ερωμένη κορυφαίων καλλιτεχνών του 20ου αιώνα, πως έχει πάρει τον όρο “γκρούπι της τέχνης” και τον έχει πάει σε ένα εντελώς άλλο επίπεδο. Είναι όμως ο ίδιος ο Γούντι Άλεν που παίρνει την ούτως ή άλλως αγαπημένη σε κάθε του ταινία συνήθεια του namedropping (και δη των κλασικών της κάθε τέχνης) και την πηγαίνει σε ένα εντελώς άλλο επίπεδο, μετατρέποντάς το namedropping σε ταινία. Απλά από την αναφορά ονομάτων κλασικών περνάμε και στην αυτοπρόσωπη παρουσία τους, με τον πρωταγωνιστή (τον πολύ καλό Όουεν Γουίλσον, που μακάρι να ξαναπαραστήσει τον Άλεν και σε επόμενες ταινίες) να τους συναντά μεταφερόμενος κάθε μεσάνυχτα με μαγικό τρόπο από το Παρίσι του σήμερα (όπου βρίσκεται για ολιγοήμερες διακοπές) στο Παρίσι του 1920, που είναι και η αγαπημένη του εποχή όλων των εποχών. Κι εκεί συναντάει τους πάντες. Τον Χέμινγουέι, τον Πικάσο, το Νταλί, τον Φιτζέραλντ, τον Μπουνιουέλ, τoν Κόουλ Πόρτερ, την Γερτρούδη Στάιν, τον Τι Ες Έλιοτ, τον Μαν Ρέι. Θα μπορούσε να είναι εικοσάλεπτο – τριαντάλεπτο σκετς του Άλλεν σε σπονδυλωτή κωμωδία της πρώτης περιόδου του, οπότε θα ήταν πιθανότατα και πολύ καλύτερο. Γιατί όλη η υπόλοιπη πλοκή που προσπαθεί να γεμίσει την διάρκεια της ταινίας, με τον ήρωα να μην ταιριάζει με την αρραβωνιαστικιά του, τα πεθερικά του και τους φίλους της, θα ήταν προτιμότερο να λείπει. Καταφανώς δύο μόνο πράγματα ενδιαφέρουν τον Άλεν και τον έκαναν να θέλει να κάνει την ταινία. Το πρώτο ήταν να αναπαραστήσει μερικά από τα είδωλά του, είτε βάζοντάς τα -με αγαπητικό εννοείται βλέμμα- να φέρονται ως καρικατούρες της περσόνας τους (ο Άντριεν Μπρόντι κλέβει την παράσταση στη συντομότατη παρουσία του, όντας απολαυστικός ως Νταλί που μιλάει συνέχεια για ρινόκερους), είτε ως ευκαιρία για να κάνει μερικά ωραία παιχνίδια με τον χρόνο (βάζει π.χ. τον ήρωά του να υποβάλλει στον Μπουνιουέλ την κεντρική ιδέα για τον «Εξολοθρευτή Άγγελο» κι εκείνον να μην την καταλαβαίνει). Το δεύτερο ήταν μια ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα: σε κάθε εποχή οι άνθρωποι που ζουν εντός της χρωματίζουν το παρελθόν με νοσταλγικά χρώματα, ώστε χρυσή να θεωρούν μόνο κάποια προηγούμενη εποχή και ποτέ τη δική τους. Έτσι και όταν ο ήρωας μεταφέρεται στη δεκαετία του 20 βρίσκει να νοσταλγούν εκεί την Μπελ Επόκ, στην Μπελ Επόκ βρίσκει να νοσταλγούν τα χρυσά χρόνια της Αναγέννησης κλπ. Α, υπάρχει κι ένα τρίτο που ήθελε να χωρέσει στην ταινία του, την αγάπη του για το Παρίσι. Μας το προβάλλει βέβαια και αυτό εντελώς τουριστικά όπως προ λίγων ετών τη Βαρκελώνη, ωστόσο μια ατάκα που δηλώνει τη λατρεία του για τις πόλεις, δείχνει ότι αν μη τι άλλο ελάχιστοι σκηνοθέτες στην ιστορία του σινεμά ερωτεύτηκαν και εμπνεύστηκαν τόσο πολύ από πόλεις. Κανένα έργο τέχνης δεν μπορεί να συγκριθεί με μια σπουδαία πόλη, μας λέει. Και μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το πιστεύει.

Το τέταρτο επεισόδιο των Επικίνδυνων Αποστολών, το «Πρωτόκολλο Φάντασμα» περνάει από τα χέρια του Μπράιαν Ντε Πάλμα, του Τζον Γου και του Τζ. Τζ. Έιμπρααμς, σε απροσδόκητα χέρια, αυτά του Μπραντ Μπερντ, σκηνοθέτη και σεναριογράφου του Ρατατούη και των Ιncredibles, δύο animation δηλαδή της Pixar, τα οποία είχαν όχι μόνο μεγάλη εμπορική επιτυχία και κριτική αποδοχή, αλλά του απέφεραν και δύο όσκαρ. Μια σκηνή στο ψηλότερο κτίριο του κόσμου (από αυτά που θάμπωσαν πρόσφατα το Νίκο Δήμου), το ύψους 828 μέτρων και 160 ορόφων ξενοδοχείο Μπουρτζ Χαλίφα στο Ντουμπάι (όπου ο Τομ Κρουζ φέρεται να κρεμάστηκε αντί κάποιου κασκαντέρ ο ίδιος, δεμένος βέβαια με πολλαπλά καλώδια που ύστερα αφαιρέθηκαν ψηφιακά), μια σκηνή σε φυλακή, μια σκηνή καταδίωξης σε αμμοθύελλα, μια σκηνή σε γκαράζ αυτοκινήτων πολλών μετακινούμενων ορόφων. Γαμάτες. Ε και; Ο Ίθαν Χαντ ούτε σκοτεινιά έχει ούτε φως ούτε χαρακτήρα, τίποτα δεν έχει ο Ίθαν Χαντ που να μας κάνει να νοιαστούμε για την πάρτη του. Και η ταινία τίποτα άλλο δεν έχει από τη δράση της. Τίποτα δεν μπορεί να μιλήσει καλύτερα για την ταινία, αλλά και γενικότερα για ταινίες του είδους της, από τη σκηνή όπου ο Κρουζ έχει κάνει ένα ακόμη πανέξυπνο κόλπο για να γλιτώσει τον ίδιο και τον Ρένερ από τον βέβαιο θάνατο (ο βέβαιος θάνατος σε τέτοιου είδους ταινίες είναι -βέβαια- βέβαια σωτηρία). Μόλις έχουν γλιτώσει και περπατάνε ασφαλείς λοιπόν και ο Ρένερ αρχίζει να εξετάζει με λογικά επιχειρήματα το κόλπο που μόλις έκανε ο Κρουζ. Και συνειδητοποιούμε και εμείς ότι τελικά δεν ήταν και τόσο πανέξυπνο, όσο μας είχε φανεί στην άψη της έκκρισης αδρεναλίνης. «Μα δεν καταλαβαίνω πως έπιασε. Τι περίμενες να σκεφτούν δηλαδή;», τον ρωτάει. «Να σκεφτούν;» του απαντά ο Κρουζ. «Μην τους υπερτιμάς. Δεν είναι τίποτα διάνοιες». Εδώ απαντά ο ηθοποιός Κρουζ για εκείνους που τους πυροβολούσαν για να τους σκοτώσουν, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να απαντά και ο παραγωγός Κρουζ για εκείνους που πληρώνουν για να τους δουν. Η απάντησή του δηλαδή μπορεί να είναι και μια παραβολή για τον θεατή που δεν προλαβαίνει να αναρωτηθεί μέσα στον καταιγισμό των σκηνών αν αυτό που βλέπει γίνεται. Και δεν μιλάμε μόνο για τους νόμους της φυσικής που παραβιάζονται σε κάθε πρόσκρουση και πτώση του Τομ Κρουζ περισσότερο από ό,τι παραβιάστηκαν με την μεταφορά του Όουεν Γουίλσον στο χρόνο, αλλά και για τους νόμους της κοινής λογικής (ο Κρουζ π.χ. κρέμεται από το ξενοδοχείο ανεβοκατεβαίνοντας ορόφους χωρίς να αγχωθεί αν θα τον δουν και χωρίς κανείς να τον βλέπει). Προκειμένου να φαίνονται όλα όσα συμβαίνουν έξυπνα, πρέπει να πάψεις κι εσύ να σκέφτεσαι.

Δυσκολεύεσαι να κατηγορήσεις ταινίες τέτοιου τύπου. Το θέαμα που προσφέρουν είναι πρώτης ποιότητας. Και είναι ένα θέαμα που δεν θα μπορούσε να στο προσφέρει κανένα άλλο μέσο, καμιά άλλη τέχνη. Είναι ένα θέαμα που αξίζει τον κόπο; Και ναι και όχι. Το “ναι” πηγαίνει στο πόσο χόρτασε για δύο ώρες το μάτι σου. Το “όχι” στο ότι χόρτασε αποκλειστικά και μόνο αυτό. Τα συναισθήματά σου και το μυαλό σου όχι μόνο δεν χόρτασαν, αλλά τέθηκαν εκ προοιμίου εκτός του πεδίου ενδιαφέροντος της ταινίας. Δυσκολεύεσαι να κατηγορήσεις την ταινία, δυσκολεύεσαι να μην παρασυρθείς την ώρα που την βλέπεις, αλλά δυσκολεύεσαι ακόμη περισσότερο να την αγαπήσεις ή να βρεις κάτι άλλο θετικό εκτός από μαεστρικά συγχρονισμένες σκηνές όπως αυτή της εξέγερσης στη φυλακή ή από ατμοσφαιρικά διαφορετικές όπως αυτή με την καταδίωξη στην αμμοθύελλα. Μιλώντας όμως για ατμόσφαιρα, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι στην πρώτη ταινία της σειράς ο Ντε Πάλμα είχε κατορθώσει να φτιάξει και κάτι περισσότερο από ακατάπαυστη δράση. Κάτι από αυτά που τελικά μένουν.