«Γίνεται να μην είσαι ρομαντικός με το μπέιζμπολ;», θα αναρωτηθεί ο Μπραντ Πιτ, υποδυόμενος -σε μια πολύ μεστή και ώριμη ερμηνεία- τον Μπίλι Μπιν, τον τζένεραλ μάνατζερ της ομάδας μπέιζμπολ του Όκλαντ (το “Μοneyball” είναι βασισμένο στην αληθινή σαιζόν της ομάδας το 2002). Η ερώτηση μπορεί ανετότατα να μεταφερθεί σε κάθε ομαδικό σπορ. Γίνεται να μην είσαι ρομαντικός με το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ κ.ο.κ; Ενώ λοιπόν κάθε αθλητική ταινία είναι τίγκα σε αυτού του είδους το ρομαντισμό, το “Moneyball” βρίσκεται στην εντελώς δύσκολη θέση να έχει σαν θέμα της μια τρόπον τινά αντιρομαντική αθλητική επανάσταση. Αν οι φίλαθλοι παρακολουθούν αθλητισμό με την προσδοκία να δουν αθλητικά κατορθώματα και αν οι αθλητικές ταινίες μεγεθύνουν αυτή τη συνθήκη προσφέροντας μας τα εντυπωσιακότερα αληθινά ή φανταστικά κατορθώματα, είναι και επειδή το αθλητικό κατόρθωμα είναι το βασίλειο του μη απτού, του μη ελέγξιμου, του πέραν των μετρήσεων και των προβλέψεων. Το “Μοneyball” έρχεται αντίθετα να μιλήσει για το απτό και το ελέγξιμο, για το μετρήσιμο και το προβλέψιμο, έρχεται να μιλήσει για αριθμούς και στατιστικές που αν διαβαστούν σωστά μπορούν να σε οδηγήσουν στην επιτυχία.

Γίνεται όμως να είσαι ρομαντικός με τη στατιστική; Όχι. Και γίνεται ο σεναριογράφος να μην ψάξει να βρει κάπου αλλού το ρομαντισμό; Επίσης όχι. Έτσι ο ρομαντισμός μετατίθεται στην τόλμη για την υιοθέτηση της καινοτόμου ιδέας, στην τόλμη να σκεφτείς και να δράσεις αντισυμβατικά, στην επιμονή να τη στηρίξεις παρότι αρχικά έχει καταστροφικά αποτελέσματα. Η ομάδα του είχε πολύ φτωχό μπάτζετ, οπότε ο Μπιν αποφασίζει να πετάξει στα σκουπίδια τη «συμβατική σοφία» των σκάουτερ και των κριτηρίων με τα οποία ως τότε όλες οι ομάδες αγόραζαν και να υιοθετήσει ως αποφασιστικό κριτήριο μια νέα μέθοδο στατιστικών μετρήσεων. Έτσι, στην τελικά ρομαντική καρδιά του “Μοneyball” δεν είναι οι στατιστικές, αλλά μια ιδέα, μια ιδέα για μια στηριγμένη σε στατιστικές μέθοδο που αν πετύχει, θα αλλάξει συνολικά τον τρόπο που όλοι ως τότε αντιλαμβάνονταν ότι παιζόταν το μπέιζμπολ.

Η ταινία έχει ένα βασικότατο προτέρημα για μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή και ταινία είδους: δεν σου δίνει την αίσθηση του χιλιοειδωμένου πράγματος. Αν αυτό είναι βασικά σεναριακή αρετή (Στίβεν Ζαϊλιαν το πρώτο χέρι, Άαρον Σόρκιν το τελικό), η στόφα που διατηρεί η ταινία σε όλη της την -εξαιρετικά μονταρισμένη- διάρκεια πρέπει να πιστωθεί στον σκηνοθέτη Μπένετ Μίλερ. Στη θέση του κάποιος πιο ταλαντούχος ή πιο επιδειξιομανής θα έκανε ίσως περισσότερα κόλπα με τα στατιστικά και τις στήλες με τα ποσοστά, αλλά ο Μίλερ παίρνει εξαιρετικό βαθμό στο βασικότερο, στον τρόπο δηλαδή που υπηρετεί την ιστορία του, κινηματογραφώντας το υλικό του διακριτικά, αλλά καίρια και ενίοτε γοητευτικά. Μελανό σημείο που όντως η ταινία θυμίζει συνταγές, είναι οι -ευτυχώς ελάχιστες- οικογενειακές σκηνές του Μπίλι Μπιν με την κόρη του και τη χωρισμένη γυναίκα του. Νά το άγχος για τα τάργκετ γκρουπ, νά το «βάλε οπωσδήποτε και λίγη οικογενειακή ζωή του ήρωα στο μίγμα» κι ας μην έχει καμία σχέση με την υπόλοιπη ιστορία.

Το “Moneyball” κερδίζει πολλούς πόντους και τελικά και τη νίκη, επειδή η κατάληξή του –μπορείς αυτή τη στιγμή να σταματήσεις να διαβάσεις, αφού επίκειται κάτι σαν spoiler- δεν είναι αυτή που όλοι αναμένουν μετά απολύτου βεβαιότητας από μια αθλητική ταινία. Έτσι, δεν αρκείται σε όλο το ταρακούνημα που έκανε στη συνθήκη της αθλητικής ταινίας, αλλά πάει κόντρα και στο καθοριστικότερο συστατικό της συνταγής, την τελική επικράτηση στο γήπεδο. Και ο Σόρκιν επιλέγει για την τελική σκηνή της ταινίας να παρουσιάσει τον Μπίλι Μπιν όπως παρουσίασε στην τελική σκηνή του “Social Network” τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ: έναν άνθρωπο που μες στην καρδιά του θριάμβου του φέρεται σαν λούζερ.