Όταν μια δασκάλα επιλέγει να κρεμαστεί μέσα στην τάξη του σχολείου που έκανε μάθημα, ο κύριος Μπασίρ Λαζάρ εμφανίζεται αυτόκλητος ενώπιον της διευθύντριας, με την αίτησή του να προσληφθεί και το επισυναπτόμενο βιογραφικό του. Βρισκόμαστε στο χιονισμένο Μόντρεαλ, ο κύριος Λαζάρ είναι από την Αλγερία, αλλά η γαλλική γλώσσα είναι τρόπον τινά μια κοινή πατρίδα και σε κάθε περίπτωση ένα ενοποιητικό στοιχείο ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς πολιτισμούς. «Διάβασα στην εφημερίδα», της λέει, «για το περιστατικό, υπέθεσα ότι χρειάζεστε δάσκαλο και ήρθα». Αν ήταν δικηγόρος θα τον αποκαλούσαν μάλλον «κυνηγό νοσοκομειακών». Εκείνη του εξηγεί πως εδώ δεν γίνονται βέβαια έτσι αυτά τα πράγματα, πως εδώ υπάρχουν διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν, αλλά εκείνος επιμένει: «Ναι, καταλαβαίνω, η γραφειοκρατία, αλλά πάλι γιατί όχι; Είμαι μόνιμος κάτοικος Καναδά πια, δίδασκα σχεδόν δυο δεκαετίες στο Αλγέρι, αγαπάω πολύ τα παιδιά, θέλω να διδάξω, σας λείπει δάσκαλος. Γιατί να μην κάνουμε τα πράγματα αλλιώς;». Και τα κάνει έχοντας και μικρότερες οικονομικές απαιτήσεις. Η διευθύντρια παίρνει τα ρίσκα της: οι δυτικοί κανόνες μπορούν να υποχωρήσουν λίγο ενόψει της πρακτικότητας. Όταν κανείς δεν θέλει να πάει να κάνει τη βρωμοδουλειά, αναλαμβάνοντας μια τάξη που υφίσταται τέτοιο τραύμα, ο μετανάστης μπορεί να είναι μια κάποια λύσις.

Κι οι μέθοδοι του μπορεί να μοιάζουν παρωχημένες, μπορεί να είναι ένας παλαιομοδίτης που βάζει τα θρανία σε ευθείες αντί σε ημικύκλιο που τα είχε η προηγούμενη δασκάλα για να δημιουργήσει ένα αισθημα κοινότητας, η γραμματική που διδάσκει μπορεί να είναι παλιά, οι σνομπ γονείς του σνομπ παιδιού μπορεί να του λένε «Είστε από άλλη κουλτούρα και δεν έχετε ίσως συλλάβει απόλυτα τις ιδιαιτερότητες της δικής μας, αρκεστείτε λοιπόν να διδάσκετε την κόρη μας και πάψτε να προσπαθείτε να την διαπαιδαγωγείτε», μπορεί μέχρι και μια σφαλιαρίτσα στο κεφάλι ενός μαθητή να δίνει, ωστόσο τελικά η διευθύντρια ικανοποιείται από το αποτέλεσμα: ο Μπασίρ Λαζάρ την κουμαντάρει την τάξη. Και θα ήταν και δύσκολο να μην την κουμαντάρει εδώ που τα λέμε, αφού αυτά τα εντεκάχρονα παιδάκια του δημοσίου σχολείου του Μόντρεαλ μια χαρά μοιάζουν, μακριά από άλλες απεικονίσεις τάξεων που έχουμε δει στο σινεμά.

Κάθε αυτοκτονία μεταφέρει ένα βίαιο μήνυμα. Αλλά ειδικά μια αυτοκτονία μέσα στην τάξη είναι απαράδεκτη: κάτι βίαιο έχει εισβάλλει στην ψυχή των παιδιών. Και ένα μείζον θέμα της ταινίας είναι η διαχείριση του πένθους τους. Η επίμαχη αίθουσα βάφεται. Σαν να μπορεί η μπογιά να πάρει το τραύμα. Όταν ο κύριος Λαζάρ ρωτά την διευθύντρια γιατί δεν πάει τα παιδιά αλλού, εκείνη του απαντά ότι δεν έχει άλλη αίθουσα και πως το να έβαζε σε αυτήν την αίθουσα μια άλλη τάξη, θα ήταν σαν να έριχνε τα σκουπίδια σε ξένη αυλή. Να παραμείνουν λοιπόν τα σκουπίδια στην αυλή που έπεσαν, να παραμείνει η ψυχολογική ζημιά περιορισμένη στους ήδη τραυματισθέντες. Και να αφεθεί εννοείται η μεταχείρισή της στα χέρια των αρμοδίων, στην ψυχολόγο του σχολείου και μόνο. Οι δάσκαλοι δεν κάνει να μιλάνε για αυτό το θέμα. Εκτός από την σωματική επαφή τούς απαγορεύεται ουσιαστικά και η ψυχική. Γιατί κάθε σωματική επαφή με τα παιδιά είναι εκτός ορίων. Ο γυμναστής λέει ότι δεν μπορεί καν να τα ανεβάσει στους ζυγούς. Η αγκαλιά και το χαστούκι είναι εξίσου απαγορευμένα. Και τελικά, όταν η επαφή η σχολική απαγορεύεται δια ροπάλου ως ύποπτη και η επαφή η οικογενειακή είναι προβληματική, το μίγμα είναι εκρηκτικό και μπορεί να δημιουργήσει απρόβλεπτα αποτελέσματα.

«O εξαιρετικός κύριος Λαζάρ» του Φιλίπ Φαλαρντό είναι η δεύτερη σερί υποψηφιότητα του Καναδά στα όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, μετά το «Μέσα από τις φλόγες» του Ντενί Βιλνέβ. Έχουν μια σειρά από κοινά στοιχεία ακόμα: τους ίδιους παραγωγούς – και τα δύο προέρχονται από θεατρικά – και τα δύο είναι γαλλόφωνα που διαδραματίζονται ολικά ή μερικά στο Κεμπέκ – και των δύο οι πρωταγωνιστές είναι μετανάστες που ήρθαν στον Καναδά για να ξεφύγουν από τις πληγές του τόπου τους. Για την ακρίβεια ο κύριος Λαζάρ ήρθε στον Καναδά σε μια ανεπιτυχή προσπάθεια να τις αποφύγει. Γιατί δεν πρόλαβε: η γυναίκα του και τα δύο του παιδιά σκοτώθηκαν σε τρομοκρατική ενέργεια, όταν εκείνος είχε ήδη έρθει στον Καναδά και προετοίμαζε την δική τους εγκατάσταση. Ενώ όμως το «Μέσα από τις φλόγες» ήταν μια μεγάλη ταινία ενός μεγάλου δημιουργού, «Ο εξαιρετικός κυριος Λαζάρ» είναι μια ταινία που μιλά με συμβατικό κινηματογραφικά τρόπο για ενδιαφέροντα θέματα, μια ταινία από αυτές που αρέσουν στην Ακαδημία, μια ταινία που θυμίζει περισσότερο από την «συμπατριώτισσά» της με την οποία την συνδέουν τόσα, το δανέζικο «Ίσως, Αύριο» που την είχε αδίκως κερδίσει.

Μπορεί κανείς να εικάσει πως η απάτη του κυρίου Λαζάρ (καθώς το βιογραφικό του αποδεικνύεται ψευδές σε διάφορα σημεία του) είναι ο δικός του τρόπος αντιμετώπισης του πένθους. Προβαίνει σε μια ενέργεια διπλής υποκατάστασης. Αντιμετωπίζει το πένθος του για τη γυναίκα του, που ήταν όντως δασκάλα, κάνοντας τη δουλειά της. Η γυναίκα του συνεχίζει να ζει μέσα από την απάτη του. Και αντιμετωπίζει το πένθος του για τα παιδιά του, όντας ανάμεσα σε άλλα παιδιά. Ωστόσο ενώ -παρά τις οδηγίες και τις συστάσεις της διευθύντριας- παροτρύνει τα παιδιά να μιλήσουν για το σοκ του θανάτου, εκείνος δεν μιλά για το δικό του σοκ σε κανένα σημείο. Η ταινία δεν ασχολείται ποτέ ευθέως με το πένθος του, αλλά και εν γένει με τα συναισθήματά του. Και είναι διαφορετικό να υπάρχουν θέματα, όπως η αυτοκτονία της δασκάλας, που μένουν χωρίς μια απόλυτα ξεκάθαρη διευκρίνιση (αφού αυτό αποτελεί μια χαρά θεμιτή προσέγγιση στο μυστήριο του θανάτου) και διαφορετικό να παραμένει ο πρωταγωνιστής χωρίς ένα ξεκάθαρο συναισθηματικό στίγμα (αφού αυτό είναι -στα μάτια μου τουλάχιστον- δείγμα σεναριακής ατέλειας).

Ο εξαιρετικός πρωταγωνιστής Μοχάμεντ Φελάγκ, και μαζί με αυτόν τα παιδιά που συμπρωταγωνιστούν, αναδεικνύονται στα δυνατότερα χαρτιά της ταινίας. Η σκηνή που ένας μικρός μαθητής ξεσπά σε κλάμματα, μιλώντας για ένα μυστικό που τον βασανιζει, είναι πιθανότατα η πιο δυνατή του έργου. Είναι μια σκηνή που θα μπορούσε να έχει προδοθεί κι από ενήλικο ηθοποιό, πόσο μάλλον από παιδάκι. Κι όμως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ίσως ο μικρός δεν είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, ίσως ο συγκεκριμένος αναδειχθεί σε μεγάλο ηθοποιό, ίσως ακόμη κι ο Φαλαρντό έχει ειδικό ταλέντο με τα παιδιά. Ωστόσο, σχεδόν σε όλες τις ξένες ταινίες ή σειρές που παίζουν παιδιά, τα παιδιά δεν σε ξενίζουν με το παίξιμό τους. Αντίθετα, στις ελληνικές ταινίες ή σειρές, σχεδόν πάντα μα πάντα τα παιδιά είναι αλλού για αλλού. Κι επειδή μάλλον αποκλείεται ειδικά τα παιδιά των Ελλήνων να στερούνται υποκριτικού ταλέντου, υποπτεύεσαι ως αιτία μια διπλή ευκολία: αφενός την ευκολία της ήσσονος προσπάθειας στο συγκεκριμένο σκέλος, στο σκέλος του να θεωρείς πολυτέλεια να ψάξεις εξαντλητικά να βρεις τα κατάλληλα παιδιά, και αφετέρου την ευκολία να παραδοθείς σε κάποια εγγενή γλύκα και χαριτωμενιά που έχουν όλα τα παιδιά των ανθρώπων, ιδιαίτερα όταν πιθανότατα το βύσμα έρχεται να δηλώσει την παρουσία του, με την προτίμηση παιδιών γνωστών και φίλων. Επιείκεια: «Έλα μωρέ, παιδάκι είναι. Μια χαρά γλυκό. Τι ζητάς; Μην είσαι φασίστας και το κόψεις». Πριν απενοχοποιηθεί απότομα και τόσο άγρια το τελευταίο καιρό ο αληθινός φασισμός στην Ελλάδα, για δεκαετίες μια απίθανη γκάμα συμπεριφορών μπορούσε ανά πάσα στιγμή να καταγγελθεί ως φασιστική.