Ούτως ή άλλως οι μέρες που έρχονται θα ήταν για τον Ματ Κινγκ από τις πιο σημαντικές της ζωής του. Η συμφωνία για την πώληση ενός τεράστιου κομματιού παρθένας γης στη Χαβάη ήταν έτοιμη να ολοκληρωθεί. Και ο Ματ δεν είναι απλώς ένας από τους κληρονόμους, είναι επίσης και ο διαχειριστής του κληρονομικού καταπιστεύματος στο οποίο ανήκει η γη, είναι εκείνος που παίρνει τις τελικές αποφάσεις. Η πώληση θα κάνει τον Ματ και τους υπόλοιπους κληρονόμους πάρα πολύ πλούσιους. Όχι ότι δεν έχει ήδη αρκετά κληρονομημένα λεφτά στην άκρη. Έχει, αλλά προτιμά να ζει την οικογένειά του με τα λεφτά που βγάζει ως δικηγόρος. Μας εξηγεί ότι είναι της σχολής να δίνεις στα παιδιά σου αρκετά ώστε να μπορούν να κάνουν κάτι στη ζωή τους, αλλά όχι τόσα πολλά ώστε να μην κάνουν τίποτα. Οι μέρες που έρχονται όμως μετατρέπονται στις πιο δραματικές της ζωής του. Η γυναίκα του τραυματίζεται σοβαρότατα σε θαλάσσιο ατύχημα, με αποτέλεσμα να είναι σε κώμα και να κινδυνεύει η ζωή της: η γυναίκα του ως θύμα. Έπειτα μαθαίνει από τα πιο ακατάλληλα χείλη, αυτά της μεγάλης του κόρης (“Δεν είχες ιδέα, έτσι;”), ότι η μαμά της τον απατούσε: η γυναίκα του ως θύτης. Σαν τον Πολ Τζιαμάτι στο «Πλαγίως» και τον Τζακ Νίκολσον στο «Σχετικά με τον Σμιντ», ο Τζορτζ Κλούνεϊ στους «Απόγονους» είναι ένας ακόμα άντρας σε ταινία του Αλεξάντερ Πέιν που χάνει όλα τα εδάφη στα οποία πατούσε και καλείται, αντί να γκρεμοτσακιστεί, να αναπροσδιορίσει τον ρόλο του στα νέα δεδομένα.

Κι έτσι τώρα έχει να αντιμετωπίσει υπό την διπλά και αλληλοαντικρουόμενα επώδυνη νέα οπτική γωνία τη γυναίκα του, που είναι παρούσα – απούσα σε ένα θάλαμο νοσοκομείου, όπως ήταν άλλωστε σε μεγάλο βαθμό και ο ίδιος παρών – απών πριν το ατύχημα. Γιατί με τις κόρες του δεν πολυασχολούνταν, αυτά ήταν δουλειά της γυναίκας του. Και με την ίδια τη γυναίκα του βρισκόταν σε φάση σταδιακής αποξένωσης, της αποξένωσης εκείνης που δεν προκύπτει από δραματικά γεγονότα, αλλά κατασταλάζει σιγά σιγά. Όταν δε έγινε το ατύχημα έλειπε σε ταξίδι για δουλειές κι είχε να μιλήσει μαζί της τρεις μέρες.

Κι έτσι τώρα εκτός από εκείνην, έχει να αντιμετωπίσει ένα σωρό άλλους ανθρώπους, που, σε αντίθεση με εκείνη, είναι παρόντες – παρόντες:

  • την μεγάλη του κόρη που έχει προβλήματα με το ποτό

  • την μικρή του κόρη που βρίζει σα λιμενεργάτης

  • τον φίλο της μεγάλης του κόρης που λέει συνεχώς το λάθος πράγμα

  • τον πεθερό του που τον κατηγορεί ότι ήταν τσίπης απέναντι στη γυναίκα του

  • τους φίλους του ζευγαριού που θέλουν να ξέρουν τα νέα για την υγεία της

  • τον τύπο που οδηγούσε το μοιραίο σκάφος στο οποίο έκανε σκι η γυναίκα του

  • τον εραστή της γυναίκας του

  • ακόμη και την γυναίκα του εραστή της γυναίκας του

  • και φυσικά τους υπόλοιπους κληρονόμους της προς πώληση γης.

Εννοείται πως αντιμετωπίζοντας όλους αυτούς τους ανθρώπους και όλες αυτές τις καταστάσεις, με τον εαυτό του έρχεται κανείς πρώτα απ’ όλα αντιμέτωπος.

Μολονότι η ταινία ξεκινάει με τον Κλούνεϊ να μας προειδοποιεί ρητώς ότι κακώς σκεφτόμαστε τη Χαβάη ως έναν Παράδεισο όπου όλοι περνούν καλά και έχουν ανοσία απέναντι στα προβλήματα της ζωής, μολονότι η ταινία ξεκινάει προετοιμάζοντάς μας για μια τέτοιου είδους ανατροπή, αυτό που βλέπουμε στη συνέχεια ανατρέπει εν μέρει την διακηρυχθείσα ανατροπή, δείχνοντάς μας τη Χαβάη ακριβώς με τον τρόπο που την έχουμε στο μυαλό. Οπότε έχουμε μια αντίστιξη των δυσάρεστων καταστάσεων που συμβαίνουν με τον πανέμορφο τόπο όπου συμβαίνουν. Η Χαβάη δεν είναι το ντεκόρ της ταινίας, είναι η ψυχή της. Την ντύνει με τα τραγούδια της, την ντύνει με τα ρούχα της, την ντύνει με τα τοπία και τις παραλίες της. Όλα αυτά διαμορφώνουν τον χαρακτήρα της, το ήθος της, το είδος της. Η ταινία δεν είναι χαμηλών τόνων, είναι χαλαρών χαβανέζικων τόνων. Μέχρι κι ο καπιταλισμός μοιάζει να είναι εκεί χαλαρών τόνων. Η κληρονομημένη γη θα μπορούσε να είχε πωληθεί πολλά χρόνια πριν. Την πουλάνε επειδή υπάρχει νόμος σύμφωνα με τον οποίο το καταπίστευμα πρέπει να διαλυθεί σε μερικά χρόνια. Το σχέδιο δεν είναι να την πουλήσουν σε εκείνους που τους δίνουν τα περισσότερα λεφτά, αλλά σε έναν ντόπιο κροίσο. Ένα σκασμό λεφτά θα βγάλουν και έτσι, υπερπλούσιοι θα γίνουν και έτσι, αλλά δεν επιλέγουν το καθαρά οικονομικό κριτήριο του αυξημένου πλειοδότη, αλλά εκείνου που τηρεί και κάποια άλλα στάνταρ. Η ψηφοφορία των κληρονόμων για το ποιόν αγοραστή προτιμούν δεν γίνεται σε κάποιο βαρύ δικηγορικό γραφείο, αλλά σε μεγάλο κήπο σπιτιού, στο χαλαρότατο, ανάμεσα σε ποτά και κουβέντες, με τους κληρονόμους όλους ντυμένους με βερμούδες και μπλουζάκια.

Μιλώντας για ρούχα και μουσικές που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα της ταινίας, ο Κλούνεϊ π.χ. αφρίζει από θυμό και κατηγορεί μια γυναίκα με κώμα, φορώντας το πιο άκυρα φανταχτερό χαβανέζικο πουκάμισο του κόσμου. Δεν είναι ρούχο αυτό για μια τέτοια σκηνή. Είναι όμως ρούχο για σκηνή της συγκεκριμένης ταινίας, αφού υπονομεύει το δραματικό βάρος της σκηνής, χωρίς να την καθιστά και φάρσα. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με την μουσική που ακούγεται σε μια άλλη σκηνή, που μπορεί να δει κανείς και στο τρέιλερ: ο Κλούνεϊ μόλις έχει μάθει από την κόρη του ότι η γυναίκα του τον απατούσε. Βάζει τα παπούτσια του και τρέχει σε ένα γειτονικό σπίτι, για να ρωτήσει το ζευγάρι των κολλητών τους φίλων, με ποιόν τον απατούσε. Η σκηνή θα μπορούσε να είναι το σήμα κατατεθέν της ταινίας. Δεν είναι το τρέξιμο μιας δραματικής ταινίας, δεν ειναι το τρέξιμο μιας κωμωδίας. Είναι κάτι ανάμεσα. Είναι σήμα κατατεθέν της ισορροπίας ανάμεσα στο δράμα και τη κομεντί. Κι αυτή είναι μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία, όπου έχεις πάμπολλες πιθανότητες να φας τα μούτρα σου, ωστόσο ο Πέιν βρίσκει αριστοτεχνικά και στη σκηνή αυτή και σε όλη την ταινία τον σωστό τόνο. Τον βοηθά και ο Κλούνεϊ που ισορροπεί κι αυτός μια χαρά ανάμεσα στα δύο. Μας είχε συνηθίσει να παίζει είτε τον υπερκούλ πανέξυπνο είτε (σε ταινίες των Κοέν) τον πανηλίθιο. Εδώ δεν είναι τίποτα από τα δύο και καταφέρνει να τσαλακώνεται κόντρα στον τύπο του με τον ίδιο φυσικό τρόπο που έπαιζε τον τύπο του στον «Μάικλ Κλέιτον» ή στο «Up in the Air». Και παραδίδει κι έναν αληθινά συγκινητικό μονόλογο, αποτελούμενο από ελάχιστες λέξεις, αλλά άψογα διαλεγμένες από τον Πέιν.

Μολονότι ο Ματ Κινγκ είναι ένας πολύ ενδιαφέρων και πολύ αληθινός χαρακτήρας, μολονότι δραματουργικά ορίζεται σε σχέση με το παρελθόν του και τις αλλαγές που καλείται τώρα να κάνει, παραδόξως μοιάζει σαν να «ήρθε στη ζωή» την στιγμή που αρχίζει η ταινία. Δυσκολευόμαστε δηλαδή να φανταστούμε τη ζωή του πριν το ατύχημα. Δυσκολευόμαστε να τον σκεφτούμε σε ένα δικαστήριο, αλλά και γενικώς. Ήταν τόσο αφοσιωμένος στη δουλειά του, ώστε να φτάσει να αποξενωθεί από γυναίκα και παιδιά; Συνολικά πρόκειται σίγουρα για μια αξιοπρεπέστατη και αξιοπρόσεκτη ταινία, αλλά όλοι αυτοί οι έπαινοι που εισπράττει μου φαίνονται υπερβολικοί. Είναι μια ταινία που ξέρει ακριβώς που θέλει να πάει και πηγαίνει εκεί που θέλει, ωστόσο προσωπικά θα ήθελα να ήθελε κάτι περισσότερο, κάτι που να με ενθουσίαζε όπως με είχε ενθουσιάσει το «Πλαγίως».