Ο Ναύαρχος – Στρατηγός Αλαντίν είναι ο δικτάτορας του βορειοαφρικανικού κράτους της Γουαντίγια. Ανέλαβε την εξουσία από παιδάκι, μετά το θάνατο του επίσης δικτάτορα πατέρα του. Πήρε 14 χρυσά στους Ολυμπιακούς της Γουαντίγια που διοργάνωσε, έχει σαρώσει όλα τα Έμυ της Γουαντίγια όντας μακράν ο πιο επιτυχημένος ηθοποιός της χώρας, είναι ο επικεφαλής χειρούργος του γενικού νοσοκομείου της χώρας. Έχει μειώσει δραστικά τις λέξεις του λεξιλογίου του λαού του, με τη λέξη «Αλαντίν» να αντικαθιστά πολλές από αυτές. «Αλλαντίν» ας πούμε είναι πλέον τόσο το «θετικό» όσο και το «αρνητικό». Το γεγονός μπορεί να προξενήσει και μικροπροβλήματα στην καθημερινότητα των πολιτών, όπως αποδεικνύεται και από αυτήν την καταπληκτική σκηνή. Η Γουαντίγια είναι πηγμένη στο πετρέλαιο, οπότε λεφτά υπάρχουν. Χτίζει μια πυρηνική βόμβα. Η υπόλοιπη ανθρωπότητα αντιδρά και αναγκάζεται να μεταβεί στη Νέα Υόρκη και στον ΟΗΕ, προκειμένου να εξηγήσει στον πλανήτη ότι ότι στο λαό του του αρέσει να καταπιέζεται και ότι θα παραμείνει πιστός στη δικτατορία. Ο θείος του όμως σχεδιάζει να τον βγάλει από την μέση, προκειμένου να εγκαταστήσει στη χώρα του τη δημοκρατία και να μοσχοπουλήσει έτσι σε αμερικάνικους, κινέζικους και ρώσικους ενεργειακούς κολοσσούς τον ενεργειακό πλούτο της χώρας του.

Τι είναι αυτό που σε ενδιαφέρει όταν πας σε μια κωμωδία; Προφανώς το αν θα γελάσεις. Τι είναι αυτό που μπορεί -ίσως- να σε ενδιαφέρει δευτερευόντως; Αν το γέλιο που προκαλεί είναι «εύκολο» ή αν, αντίθετα, τα αστεία είναι έξυπνα. Και στα δύο αυτά κριτήρια ο «Δικτάτορας» παίρνει πολύ καλό βαθμό: και μπόλικες αστείες σκηνές έχει και το χιούμορ του είναι κατά κανόνα ευφυές, ενίοτε και εξαιρετικά ευφυές. Οπότε εκ πρώτης όψεως είναι μια χαρά ταινία, μια ταινία που πετυχαίνει τους στόχους της. Επειδή όμως πρόκειται για ταινία του Σάσα Μπάρον Κοεν, με τον Λάρι Τσαρλς στη σκηνοθεσία, μπαίνει στην μέση κι ένα τρίτο, ειδικό, κριτήριο, το οποίο πιθανώς να αφορά αρκετούς από τους φαν του «Μπόρατ» και του «Μπρούνο» (των προηγούμενων δύο δηλαδή συνεργασιών του Κοεν και του Τσαρλς). Εμένα πάντως με αφορά και μολονότι γέλασα πολύ με τον «Δικτάτορα», απογοητεύτηκα κιόλας.

Ποιό είναι αυτό το κριτήριο; Όπως λέγαμε στον «Μπρούνο»: Ο Σάσα Μπάρον Κοέν παίρνει την πραγματικότητα και της προτείνει -ψέμματα, της επιβάλλει- να γυρίζουν ταινίες ρεφενέ. Εκείνος θα βάζει την πρόκληση κι εκείνη την αντίδρασή της. Εκείνος θα τραβά το σκοινί στα άκρα κι εκείνη θα αναγκάζεται να το τραβά πίσω. Και η κάμερα θα είναι stand by για να καταγράφει τα αποτελέσματα, για να βλέπει ποιός θα χάνει οριστικά την ισορροπία του και θα σωριάζεται μαζί με τα προσχήματά του. Με αυτόν τον τρόπο οι ταινίες του λειτουργούσαν και ως «καθρέφτες βλακών», καθώς έβρισκε στην πραγματικότητα επάξιους συμπαραστάτες των ακραίων ηρώων που δημιουργούσε. Ήταν καθρέφτες τόσο της ατομικής όσο και μια ευρύτερης πολιτισμικής βλακείας. Δυστυχώς στον «Δικτάτορα» το καινούριο είδος κωμωδίας που είχε σκαρφιστεί και εφαρμόσει (το οποίο δεν ήταν ούτε μυθοπλασία ούτε ντοκιμαντέρ, αλλά κάτι ενδιάμεσο, κάτι που ούτε mockumentary δεν θα ήσουν εντελώς ακριβης αν το χαρακτήριζες) δίνει τη θέση του σε μια εκατό τοις εκατό «καθαρή» κωμωδία. Το συναρπαστικό κινηματογραφικό παιχνίδι δίνει τη θέση του στην πεπατημένη και στο κλασικό σινεμά είδους. Πρόκειται σαφώς για μια οπισθοχώρηση. Η πραγματικότητα κάνει στην άκρη, θα γελάσουμε με τον τρόπο που γελούσαμε πάντα, οι ηθοποιοί θα έρθουν επί σκηνής να πουν τα καλαμπούρια τους. Κρίμα.

Και αναφορικά με τον ίδιο, στον «Μπόρατ» και τον «Μπρούνο» έλαμπε και ερμηνευτικά, με την έννοια του πώς αυτοσχεδίαζε διαρκώς, πώς έπαιζε αναλόγως με τις αντιδράσεις των αληθινών ανθρώπων, τις οποίες αξιοποιούσε συνεχώς στο έπακρο. Εδώ λέει απλά τα λόγια του. Επίσης και η ταινία είναι αρκετά πιο συγκρατημένη σε σχέση με το που έφταναν από πλευράς προκλητικότητας και υπέρβασης ορίων οι προηγούμενες. Αλλά ας μην προτρέχουμε: κυκλοφορεί σύντομα σε dvd και η «απαγορευμένη» εκδοχή, με «αυτό που δεν μπορούσατε να δείτε στις αίθουσες». Σε άλλα καθεστώτα η λογοκρισία είναι γάγγραινα, στον καπιταλισμό -ή έστω στο Χόλιγουντ- ένας ακόμη τρόπος για να βγάλεις λεφτά.

Οπισθοχωρώντας επίσης στην κωμωδία της καθαρής μυθοπλασίας, ο Κοεν παίρνει προίκα και μερικά από τα πάγια προβλήματά της: εντελώς χάρτινοι χαρακτήρες των δευτεραγωνιστών κακών (όπως αυτός του Μπεν Κίνγκλσεϊ), σημεία της μη κωμικής πλοκής που είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά, εντελώς προσχηματικά και με μηδενική πειστικότητα, νερόβραστες ρομαντικές υποπλοκές (αν και για να είμαστε δίκαιοι, κανείς άλλος μέχρι τώρα δεν πιστοποίησε την ύπαρξη ενός έρωτα, βάζοντας τον άντρα και τη γυναίκα να πιαστούν από το χέρι μέσα στην μήτρα μιας γυναίκας που βρίσκεται στον τοκετό).

Η ταινια έχει και πολιτική αιχμή (με την ένσταση πάντως, πως για μια ταινία που θέλει να είναι ασεβής και αιχμηρή, το Ισραήλ δεν μένει απλώς στο απυρόβλητο, αλλά παρουσιάζεται ως θύμα και μόνο). Έχει πολιτική αιχμή στο τι σημαίνει εκδημοκρατισμός μη πλούσιων ενεργειακά δικτατοριών, αλλά και στο τι σημαίνει η δημοκρατία στις ΗΠΑ. Ο Ναύαρχος Στρατηγός Αλλαντίν αναρωτιέται: «Γιατί είστε τόσο κατά της δικτατορίας; Φανταστείτε τι θα γινόταν αν οι ΗΠΑ ήταν δικτατορία. Θα μπορούσατε να αφήσετε το 1% του πληθυσμού να καρπώνεται τον πλούτο όλου του έθνους. Θα μπορούσατε, μειώνοντας τη φορολογία, να βοηθάτε τους πλούσιους φίλους σας να γίνονται πλουσιότεροι. Και να τους σώνετε όταν στοιχηματίζουν και χάνουν. Θα μπορούσατε να αγνοείτε τις ανάγκες των φτωχών για υγειονομική περίθαλψη και παιδεία. Τα ΜΜΕ σας θα έμοιαζαν ελεύθερα, αλλά στα κρυφά θα τα ήλεγχε ένας άνθρωπος και μια οικογένεια. Θα μπορούσατε να βάζετε κοριούς στα τηλέφωνα. Θα μπορούσατε να βασανίζετε ξένους κρατούμενους. Θα μπορούσατε να μαγειρέψετε τις εκλογές. Θα μπορούσατε να πείτε ψέμματα για τους λόγους που κηρύσσετε πόλεμο. Θα μπορούσατε να γεμίσετε τις φυλακές σας με μια συγκεκριμένη φυλετική ομάδα και κανείς να μην διαμαρτύρεται. Θα μπορούσατε να χρησιμοποιήσετε τα ΜΜΕ για να τρομάξετε τους ανθρώπους, ώστε να υποστηρίξουν πολιτικές που είναι ενάντια στις φυλές τους».

Καταληκτικά και επειδή κάθε ταινία κρίνεται αυτοτελώς χωρίς ο χρόνος να συγκρατεί εξωγενείς ενστάσεις, ο χρόνος δεν θα συγκρατήσει αν στον «Δικτάτορα» ο Σάσα Μπάρον Κόεν εγκατέλειψε το κινηματογραφικό υβρίδιο που είχε εφαρμόσει, αλλά αν η κωμωδία του είναι αστεία. Είναι και μάλιστα πολύ. Αλλά μακάρι από την επόμενη να επιστρέψει στο ρεφενέ με την πραγματικότητα. Και μακάρι να έχουμε όλοι ένα καλό καλοκαίρι. Ραντεβού το Σεπτέμβρη 🙂