Δανέζικη επαρχία, στο «Κυνήγι» του Τόμας Βίντερμπεργκ. Ο Λούκας είναι ένας σαραντάρης δάσκαλος στο νηπιαγωγείο. Παλιά δούλευε στο τοπικό δημοτικό, αλλά αυτό έκλεισε. Παλιά ζούσε με τη γυναίκα του και το παιδί του, αλλά τώρα ζει μόνος του. Τον έφηβο πια γιο του τον βλέπει κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο. «Ο μπαμπάς μου σε λυπάται που μένεις μόνος σου σε ένα άδειο σπίτι», του λέει η Κλάρα, μαθήτρια του νηπιαγωγείου και κόρη του καλύτερου του φίλου. Πάντως, όσο κι αν η ζωή του είναι σε άσχημη καμπή, έχει από κάπου να κρατηθεί. Αφενός τα παιδιά στο νηπιαγωγείο τον λατρεύουν και παίζουν συνέχεια μαζί του κι αφετέρου είναι απόλυτα ενταγμένος στην τοπική κοινότητα. Οι άντρες της ηλικίας του είναι μια παρέα, κάνουν χειμερινό μπάνιο στα εντελώς παγωμένα νερά μαζί, κυνηγάνε μαζί. Και μέσα σε αυτήν την κοινότητα, το πρόσωπό του είναι σαν να ξεχωρίζει, κι όλοι να θέλουν να το πιάσουν και να το φιλήσουν. Από τον μεθυσμένο πατέρα της Κλάρα που τον φιλάει φιλικά, ως την ίδια την Κλάρα που τον φιλάει με έναν παιδικό έρωτα, ως μια αλλοδαπή κοπέλα που εργάζεται στο νηπιαγωγείο και τον φιλάει με κανονικό έρωτα.

Ξαφνικά η τύχη του αρχίζει να αλλάζει. Κάνει δεσμό με την κοπέλα, ενώ και ο γιος του αποφασίζει πως θέλει να έρθει να ζήσει μαζί του. Την ίδια ώρα όμως αλλάζει και προς το πολύ χειρότερο. Η Κλάρα -για λόγους της παιδικής της ψυχοσύνθεσης που διαφαίνονται πολύ εναργώς στην ταινία- λέει στη διευθύντρια του νηπιαγωγείου μισή φράση σεξουαλικού περιεχομένου σε σχέση με τον Λούκας. Κι αν τη μισή φράση την βάζει η φαντασία ενός νηπίου και η έλειψη συναίσθησης του τι ακριβώς λέει εκείνη την ώρα, την άλλη μισή αναλαμβάνουν να τη συμπληρώσουν οι φρικαρισμένοι ενήλικοι. Τι κι αν η Κλάρα στην αρχή δεν θέλει να τη συμπληρώσει μόνη της; Τι και αν μετά, όταν καταλαβαίνει και η ίδια ότι ο Λούκας τιμωρείται εξαιτίας της, αρχίζει να λέει και να ξαναλέει πως είπε μια βλακεία και πως ο Λούκας δεν έκανε τίποτα κακό; Οι μεγάλοι έχουν σπεύσει να συμπληρώσουν μόνοι τους τα κομμάτια του παζλ. «Είναι πολύ φυσιολογικό να μη θες να θυμάσαι» – «Είναι πολύ φυσιολογικό να τα απωθείς από την μνήμη σου».

Και το όλο πράγμα βγαίνει με ταχύτατους ρυθμούς εκτός διαστάσεων. Ο Λούκας δεν χάνει απλώς τη δουλειά του. Χάνει τα πάντα, τη δυνατότητα να είναι με το γιο του, την υπόσταση του στην κοινότητα. Για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα κι αν κατηγορούνταν, ακόμα κι αν ομολογημένα και διαπιστωμένα το είχε κάνει, θα αντιμετωπιζόταν από την κοινότητα με περισσότερη επιείκεια. Εδώ όμως το ταμπού είναι τεράστιο. Ο παιδόφιλος είναι ένα τέρας και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό. Όταν η υστερία διαδίδεται από τους γονείς κι έρχονται και άλλα παιδιά να συμπληρώσουν την ιστορία της Κλάρα, η τοπική κοινωνία δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Οι διωκτικές αρχές προφανώς χρειάζονται κάτι περισσότερο, καθώς τον συλλαμβάνουν μεν, την επόμενη μέρα όμως τον αφήνουν ελεύθερο και δεν τον προφυλακίζουν, αφού δεν υπάρχουν στοιχεία εις βάρος του και τα λεγόμενα των παιδιών είναι γεμάτα αντιφάσεις. Αλλά για την τοπική κοινωνία ο Λούκας δεν είναι πια απλά ύποπτος. Ή μάλλον, ναι, ύποπτος είναι, με την υποψία όμως να βαραίνει περισσότερο κι από ενοχή.

Κατά την πορεια της ταινίας ο Λούκας περνάει τα εξής στάδια (κι επειδή ακολουθεί εν μέρει σπόιλερ, όποιος θέλει μπορεί να παρακάμψει αυτή την παράγραφο): 1) Ενσωματωμένος, 2) Εκτοπισμένος, 3) Συγκρουόμενος για να αποδείξει την αθωότητά του, 4) Επανενσωματωμένος, 5) Αλλά ακόμα ύποπτος. Η επανενσωμάτωση δεν μπορεί να είναι πλήρης. Ο Λούκας ξαναγίνεται ένας από αυτούς, αλλά η υποψία παραμένει παρούσα. Άπαξ και το κακό γίνει, άπαξ και πέσει η ρετσινιά, δεν βγαίνει τόσο εύκολα. Μπορεί οι κοινωνικές συμβάσεις που απαίτησαν να εκδιωχθεί από την κοινότητα, να του επιτρέπουν τώρα να επιστρέψει, άλλά ό,τι κι αν λένε οι συμβάσεις, στο μυαλό κάποιων τα παιδιά δεν λένε ποτέ ψέμματα για τέτοια θέματα. Άπαξ και σχηματίσεις στο μυαλό σου τον άλλο ως τέρας είναι δύσκολο να τον αποδεχθείς ξανά στο καθεστώς του ανθρώπου.

Η εικόνα που έχουμε όλοι για τον εαυτό μας, εξαρτάται αφενός από το μας βλέπουμε εμείς οι ίδιοι και αφετέρου από το πώς νομίζουμε πως μας βλέπουν οι άλλοι. Και το πώς νομίζουμε πως μας βλέπουν εξαρτάται από εκείνο που οι άλλοι αφήνουν να φαίνεται, από εκείνο που λένε μπροστά μας. Κάθε άνθρωπος ακολουθείται εν αγνοία του από ένα σύννεφο εις βάρος του λόγων, από όλα εκείνα που λέγονται για αυτόν πίσω από την πλάτη του. Κατά την περίοδο της έξωσης του Λούκας από την κοινότητα, δεν υπάρχουν πια σύννεφα: κανείς δεν έχει πια λόγο να μιλάει πίσω από την πλάτη του ανοικτά στοχοποιημένου. Τα σύννεφα έχουν γίνει καταιγίδα. Η επιστροφή του στους κόλπους της μπορεί να σημαίνει πως η καταιγίδα τελείωσε, αλλά τα σύννεφα που τον ακολουθούν είναι πλέον πολύ βεβαρημένα.

Όπως και στον «Εξαιρετικό κύριο Λαζάρ», έτσι και στο «Κυνήγι», σημαντικότατο ρόλο παίζει ένα ψέμμα ενός παιδιού για ανάρμοστη συμπεριφορά δασκάλου. Είναι ενδιαφέρουσα η αντίστιξη αυτών των δύο ταινιών που προβάλλονται τώρα στην Ελλάδα, με το σκάνδαλο Τζίμι Σάβιλ που συγκλονίζει αυτήν την περίοδο την Βρετανία, το σκάνδαλο δηλαδή ενός διάσημου τηλεπαρουσιαστή που μετά τον θάνατό του αποκαλύφθηκε πως κατά την διάρκεια της ζωής του είχε σεξουαλικές επαφές με δεκάδες παιδιά.

Ο Μαντς Μίκελσεν έχει μια από τις πιο έντονες κινηματογραφικές φάτσες παγκοσμίως και πήρε το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες, κερδίζοντας ακόμη και τον Ζαν Λουι Τρεντινιάν του “Αmour“. Στον ρόλο του καλύτερου του φίλου ο Τόμας Μπο Λάρσεν (που έπαιζε έναν γιο στο “Festen“, την ταινία δηλαδή με την οποία καθιερώθηκε ο Βίντερμπεργκ) είναι συγκινητικός με το αποσβολωμένο του ύφος. Όσο το ξανασκέφτομαι οι γυναίκες μάλλον χρωματίζονται αρνητικά από τον Βίντερμπεργκ. Η μητέρα της Κλάρα είναι σαφώς πιο κουφή στις διαψεύσεις της κόρης της και σαφώς λιγότερο διατεθειμένη να πιστέψει τον Λούκας από ό,τι ο άντρας της. Η πρώην γυναίκα του Λούκας είναι αρνητική στο θέμα του γιου τους, ενώ το σκυλί του Λούκας αγριεύει και γαβγίζει όποτε ακούγεται το όνομά της. Η διευθύντρια του νηπιαγωγείου όταν πρωτοβλέπει τον Λούκας μετά την «καταγγελία» της Κλάρα, αρχίζει και φεύγει πανικόβλητη, δεν αντέχει καν να τον αντικρύσει. Όλο το προσωπικό του νηπιαγωγείου πλην του Λούκας αποτελείται από γυναίκες και ενώνεται μαζί της στο σοκ. Την γυναικεία τιμή σώζει μια μη Δανέζα, η κοπέλα του Λούκας.

Η ταινία έχει μια εξαιρετικά επιδραστική σκηνή βίας: κι όμως δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πέτρα που πετάνε και σπάνε το παράθυρο του Λούκας. Στο σινεμά όμως νιώθεις ολόκληρη την αίθουσα να τινάζεται. Και ταράζεσαι γιατί πρόκειται για μια σκηνή που δείχνει όντως τι είναι η βία: κάτι διαφορετικό από τη συνήθη αναπαραστατική κινηματογραφική απεικόνισή της, κάτι που δεν ξέρεις από που σου ήρθε, κάτι που σε πιάνει απροετοίμαστο και καταλύει όλες σου τις άμυνες, κάτι που σε κάνει να νιώθεις απροστάτευτος, αδύναμος, χτυπημένος, μια εισβολή, μια αδικία, μια ανισότητα, μια ταπείνωση, μια χυδαιότητα.

«Το Κυνήγι» χαρακτηρίζεται από κινηματογραφική λιτότητα. Δεν μπορείς να πεις ότι διηγείται μια πρωτότυπη ιστορία, δεν μπορείς να πεις ότι λέει πράγματα που δεν έχουν ξαναειπωθεί, η γραμμή της αφήγησής παραμένει από την αρχή ως το τέλος της απλή και χωρίς ιδιαίτερες παρεκκλίσεις ή συνθέσεις. Ωστόσο είναι μια ταινία που παίρνει έντονο χρώμα από τον τόπο στον οποίο είναι γυρισμένη, είναι μια ταινία με ισχυρό κέντρο βάρους, καθαρή στόχευση και διαυγές βλέμμα. Είναι ίσως περισσότερο από ιστορία του συγκεκριμένου ήρωα, μια γενικότερη παραβολή: πόσο εύκολα μπορεί μια κοινότητα να στοχοποιεί ένα μέλος της και να ενώνεται εναντίον του, πόσο από την μια στιγμή στην άλλη μπορείς να γίνεις αποσυνάγωγος και να σου φερθούν με βαναυσότητα άνθρωποι που ξέρεις μια ζωή, πόσο πιο δύσκολα μετά μπορείς, ακόμα κι αν επιστρέψεις στην κοινότητα, να απαλλαγείς από το στάτους του υπόπτου.