Είναι νύχτα. Ο Υπουργός Μεταφορών της Γαλλίας βλέπει ένα περίεργο όνειρο. Την ίδια ώρα οι επιτελείς του έχουν μείνει στο γραφείο του και χαλαρώνουν, πίνουν, ακούν δυνατά μουσική. Το τηλεφώνημα που ενημερώνει για πολύνεκρο δυστύχημα με πούλμαν που μετέφερε παιδιά, κινητοποιεί άμεσα όλο το μηχανισμό. Ο Υπουργός ξυπνάει, το ελικόπτερο που θα τον πάει στον τόπο του δυστυχήματος απογειώνεται, η σύμβουλος επικοινωνίας ετοιμάζει μέσα στο ελικόπτερο το λόγο του, ο Υπουργός τον τσεκάρει και τον τροποποιεί, η σύμβουλος τσεκάρει με τη σειρά της τι γραβάτα θα φορέσει εκείνος για να γράφει στην κάμερα. Είναι μακριά από τις κάμερες που ο Υπουργός θα κάνει εμετό. Η επικοινωνιακή αντιμετώπιση του συμβάντος μπορεί να συνυπάρχει με την υπαρκτή προσωπική φρίκη για το συμβάν. Απλώς η δεύτερη δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πρώτης: ο Υπουργός μπορεί να νιώθει όπως θέλει ως άνθρωπος, αλλά ως Υπουργός θα πει ούτως ή άλλως αυτά που πρέπει να πει. Ένα κράτος που -όπως θα δούμε και στη συνέχεια- αποψιλώνεται διαρκώς, εκποιεί συνεχώς κομμάτια του εαυτού του και απεκδύεται τμήματα της δύναμής του, και παράλληλα ένα κράτος επικοινωνιακού χαρακτήρα. Γιατί θα έπρεπε ντε και καλά να μεταβεί και να τον δουν να κάνει δηλώσεις εκεί; Για να δηλώσει το κράτος την επικοινωνιακή παρουσία του.

Όσο κυλάει η ταινία προσπαθείς να καταλάβεις τι ρόλο παίζει το δυστύχημα. Στο τέλος θα καταλάβεις -και θα σε ξενίσει- ότι δεν παίζει άμεσο ρόλο. Η ταινία δεν είναι σχηματισμένη σαν παζλ όπου όλα έχουν τη θέση και την σημασία τους. Θα συμβούν βέβαια πράγματα που θα σου επιτρέψουν να επανεξετάσεις και τη στάση του στο δυστύχημα, αλλά κι αυτό μάλλον αφήνεται στη διακριτική σου ευχέρεια. Έτσι μολονότι η ταινία έχει μερικές αβανταδόρικες σκηνές (μια εξ αυτών μάλιστα αληθινά εντυπωσιακή), η ίδια η ταινία δεν είναι αβανταδόρικη και πιθανόν να αφήσει ανικανοποίητο τμήμα των θεατών της που άλλα έχει συνηθίσει να περιμένει από ένα πολιτικό φιλμ. Στο “The Ides of March” ας πούμε όλα είναι φωνακτά και ξεκάθαρα: τα διλήμματα των πρωταγωνιστών, οι μανούβρες τους, τι τους κάνει να αλλάζουν στάση, o χαρακτήρας τους. Ό,τι συμβαίνει έχει μια δραματικότητα και είναι πειθήνιο κομμάτι της πλοκής. Αντίθετα «Ο Υπουργός» είναι φτιαγμένος πολύ λιγότερο συμβατικά, γεγονός που προσωπικά το προτιμώ. Και νομίζω εδώ κολλάει μια χαρά αυτό που λέει σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Πιερ Σελέρ: θεωρεί, όπως ο Μισέλ Φουκό, ότι η αληθινή εξουσία δεν είναι ποτέ ορατή και αυτό ήθελε να δείξει στην ταινία. Και πράγματι το δείχνει, αφού όλες οι σημαντικές αποφάσεις ανακοινώνονται στον Υπουργό, σαν να έχουν έρθει από κάπου αλλού και χωρίς να βλέπουμε πώς ακριβώς ελήφθησαν.

—-

O σαραντάρης – σαρανταπεντάρης Υπουργός, είναι ανερχόμενο αστέρι της πολιτικής ζωής. Ιδιωτικοποίησε ένα λιμάνι, έκλεισε θέματα της αρμοδιότητάς του για δρομολόγια σε χρόνο ρεκόρ, εγκαινιάζει αυτοκινητόδρομους. Σε συνέντευξη για το δυστύχημα θα τον ρωτήσουν και για γενικότερα θέματα της αρμοδιότητάς του. «Θα ιδιωτικοποιήσετε και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς;». «Όχι. Κατηγορηματικά. Θα ήταν μεγάλο σφάλμα αν κάναμε τώρα κάτι τέτοιο. Για αυτούς και αυτούς τους λόγους». Ο Υπουργός Οικονομικών έχει όμως διαφορετική γνώμη. Τον αδειάζει δημόσια. «Όλα υπό εξέταση είναι. Εδώ έχουμε ελλείμματα, κύριε. Τη Γαλλία των ελλειμμάτων πρέπει να την ξεχάσουμε». Η Κυβέρνηση προσωρινά θα καλύψει τον Υπουργό Μεταφορών. Μέχρι που λαμβάνεται η στρατηγική απόφαση: προχωράμε τώρα σε ιδιωτικοποιήσεις. Τις προχωράς ή φεύγεις. Και ο Υπουργός πρέπει να αποφασίσει αν θα μεταμορφωθεί στον Υπουργό των μεταρρυθμίσεων ή αν θα αποσυρθεί από την πρώτη γραμμή της κούρσας, παύοντας να είναι δυνατός πολιτικός παίκτης. Είναι τερατώδεις οι αναλογίες με την Ελλάδα (από την οποία μάλιστα θα παρακολουθήσουμε σκηνές από αντιμνημονιακές διαδηλώσεις και επεισόδια). Όχι μόνο στο ότι η ατζέντα των ιδιωτικοποιήσεων είναι πανευρωπαϊκή ή στο ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα γίνεται το πρωταρχικό επιχείρημα. Όχι μόνο στον πουλημένο -ή έστω εντελώς συμβιβασμένο- αρχισυνδικαλιστή που θα συναινέσει ουσιαστικά στις «μεταρρυθμίσεις». Όσο στο ότι οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι μπορούν σε ένα επεισόδιο να παίζουν τους κρατιστές και στο επόμενο εκείνους που ζητούν λιγότερο κράτος. Στο ότι οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι μπορούν στο ένα επεισόδιο να είναι κοινωνικά ευαίσθητοι και στο επόμενο πραγματιστές. Στο ότι οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι μπορούν στο ένα επεισόδιο να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους και στο επόμενο να τα ξαναμοντάρουν, παρουσιάζοντας μας τα ως ολοκαίνουρια. Στο ότι η βασική ποιότητα του πολιτικού των κομμάτων εξουσίας είναι αυτή: πρέπει να είναι πρόθυμος να παίζει άνευ όρων το παιχνίδι της συμμόρφωσης και της υπακοής στην κεντρική γραμμή, πρέπει να ελίσσεται ασταμάτητα, να προσαρμόζεται διαρκώς, να καταπίνει αξιοπρέπεια και δημόσιες δεσμεύσεις, να φοράει ανά πάσα στιγμή το πολιτικό προσωπείο που θα του υπαγορευθεί από τις συνθήκες. Πώς αν θες να έχεις το περιθώριο να είσαι αληθινός ιδεολόγος σημαίνει πως είσαι και εκτός εξουσίας. Είτε σε κόμμα που ακριβώς επειδή έχει μια συνεπή ιδεολογία δύσκολα βλέπει εξουσία, είτε να είσαι στο παρασκήνιο της εξουσίας σαν τον επιτελάρχη του Υπουργού. Αυτός έχει την πολυτέλεια να ακούει στον ελεύθερο χρόνο του λόγους του Αντρέ Μαλρό ή την πολυτέλεια να μην χρειάζεται να γίνει απόλυτος χαμαιλέοντας.

—-

Το όνειρο που βλέπει ο Υπουργός στην αρχή της ταινίας δείχνει μια γυμνή γυναίκα να μπαίνει μπουσουλώντας στο στόμα ενός κροκόδειλου. Είναι εμπνευσμένο από τον μύθο της παρθενίας του Χέλμουτ Νιούτον (για να μην κάνω τον έξυπνο, δεν το ήξερα, το έμαθα από την κριτική του mftm). Bλέποντάς το όνειρο έχει στύση. Η απώλεια της αθωότητας ως αφροδισιακό. Η σύμβουλος επικοινωνίας έχει πει στον Υπουργό ότι είναι φλου, ότι είναι θολός, ότι δεν έχει ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα. Προτιμώ λοιπόν να διαβάσω την ταινία όχι ως την απώλεια της πολιτικής του αθωότητας, όχι ως την προδοσία των αρχών του, αλλά ως την εκ των προτέρων θολούρα αυτών των αρχών. Ως πεποιθήσεις υπαρκτές μεν, αλλά όχι και τόσο καλά κτισμένες. Ιδιωτικοποιούμε ας πούμε το λιμάνι, αλλά γιατί όχι και τους σταθμούς; Όχι ότι όλα είναι ίδια, όχι ότι δεν μπορούν να υπάρξουν διακρίσεις, αλλά πρόκειται για διακρίσεις εκ των προτέρων χαλαρές, για διακρίσεις που αν παραστεί ανάγκη μπορείς να τις προσπεράσεις και να αρχίσεις να υποστηρίζεις το αντίθετο από ό,τι υποστήριζες.

Ταυτόχρονα όμως -και αυτό είναι βασικό προσόν της ταινίας- το πολιτικό αυτό ζώο που ελίσσεται χωρίς αιδώ, διατηρεί σε ατομικό ηθικό επίπεδο αντισώματα αιδούς. Ένα σωρό σωματικές εκφάνσεις δείχνουν ότι δεν τα έχει και τόσο καλά με τον εαυτό του, ενώ λέει στη γυναίκα του ότι αν ήξερε ποιός στα αλήθεια είναι, δεν θα τον αγαπούσε. Ο Σελέρ χρωματίζει τον ήρωά του με διάφορα χρώματα και υπό πολλές οπτικές γωνίες. Φτιάχνει αληθινό άνθρωπο και όχι καρικατούρα ή όχημα ιδεών. Και ο Ολιβιέ Γκουρμέ στον πρωταγωνιστικό ρόλο βοηθά και με το παραπάνω να δοθεί αυτή η ποικιλία.

—-

Ο οδηγός του Υπουργού γίνεται πατέρας. Ο Υπουργός του δίνει γενναιόδωρη άδεια ενός μηνός και παίρνει στη θέση του έναν με σταζ (στέιτζ). Βλέπουμε μερικές δεκάδες σταζιερ να φωτογραφίζονται στα σκαλιά ενός δημοσίου κτιρίου, τρόπον τινά σαν τρόπαια, σύμβολα μετεξελιγμένων εργατικών σχέσεων, ευκαιριακοί, χωρίς διακαιώματα, ευέλικτοι. Πρέπει να είναι ευγνώμονες που θα έχουν απολαβές για λίγο καιρό. Μου δημιουργείται ο περίεργος συνειρμός με τις φώτο των οροθετικών γυναικών, σαν να πρόκειται για κομμάτι της ίδιας τελικά ατζέντας, της ίδιας γενικότερης αφήγησης, παιδιά ενός κατώτερου Θεού και οι μεν και οι δε, απλά οι σταζίερ όχι τόσο κατώτερου από τον Θεό των οροθετικών εκδιδομένων γυναικών.