Παρίσι, 1962. Μεσήλικος μεγαλοαστός ζει σε ιδιόκτητη παλιά πολυκατοικία μαζί με την γυναίκα του, την υπηρέτριά τους και όχι και τόσο με τους δύο εφήβους γιους του, που είναι εσωτερικοί σε σχολείο. «Εδώ έμενα πάντα», εξηγεί. «Ταξίδεψα μόνο στον μήνα του μέλιτος. Τα καλοκαίρια πάμε πάντα στο εξοχικό. Ο πατέρας μου μια φορά που αναγκάστηκε να ταξιδέψει αρρώστησε». Ακινησία – σταθερότητα – συνέχεια: κληρονομημένο το σπίτι όπου έχει ζήσει όλη του τη ζωή, κληρονομημένη και η επιχείρηση όπου δουλεύει όλη του τη ζωή. Πρόκειται για μια χρηματιστηριακή εταιρία. Όταν μια πελάτισσα του λέει πως μια φίλη της τριπλασίασε τα λεφτά της σε ένα χρόνο, εκείνος της απαντάει πως αν ενδιαφέρεται για κερδοσκοπία να απευθυνθεί αλλού. Ο χρόνος δηλαδή κυλά αργά, σταθερά και σίγουρα ακόμη και για όσους του εμπιστεύονται τα χαρτοφυλάκιά τους. Ο χρόνος κυλά υπέρ των πελατών του, ο δικός του όμως χρόνος κυλά αν όχι ακριβώς εις βάρος του, πάντως μέσα στην φορμόλη της ρουτίνας. Μεγάλο τμήμα της απόλαυσής του στη ζωή εξαρτάται από το αν το πρωί το αυγό του θα είναι όσο μελάτο το θέλει. Αν είναι σφιχτό ή άβραστο του χάλασε το κέφι της μέρας. Όταν αναγκάζεται να απολύσει την υπηρέτρια που έχουν επί δεκαετίες, έχει μεγαλώσει τα παιδιά του κλπ, επειδή τσακώνεται διαρκώς με τη γυναίκα του, η γυναίκα του προσλαμβάνει Ισπανίδα, όπως ήταν τότε της μόδας στη Γαλλία («Είναι δουλευταρούδες, δεν απαιτούν να παίρνουν ρεπό την Κυριακή όπως οι Γαλλίδες» της εξηγούν οι φίλες της). Εκείνος εξηγεί στη νέα υπηρέτρια την ιεροτελεστία του αυγού. Πρέπει να το βγάλει ακριβώς στα 3 1/2 λεπτά. Εκείνη του το κάνει τέλειο, οπότε λίγο το αυγό, λίγο ότι είναι νέα, όμορφη, καλόκαρδη, πολύ θέλει ο άνθρωπος -και δη ένας άνθρωπος στην μέση ηλικία- να αρχίσει αργά και διακριτικά να την ερωτεύεται και να ονειρεύεται ότι μια μέρα αντί για αυγά ίσως εκείνη του καθαρίζει τις αυγές του;

Τα μάτια του όμως δεν ανοίγουν μόνο ερωτικά απέναντι στη νέα υπηρέτρια, αλλά και ευρύτερα ως προν τον κόσμο της. Κι αυτή και οι υπηρέτριες όλων των γύρω σπιτιών ζουν στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας. Είναι όλες Ισπανίδες. Άλλες έχουν έρθει για να μαζέψουν λεφτά και να γυρίσουν πίσω να φτιάξουν τα δικά τους σπίτια, άλλες έχουν έρθει όχι μόνο λόγω φτώχειας αλλά και επειδή δεν αντέχουν να ζουν στη χώρα του Φράνκο. Μολονότι ζει μια ζωή εκεί, πρώτη φορά πηγαίνει στον όροφο αυτό να δει πως ζούνε. Διαπιστώνει ότι δεν έχουν χώρο να κάνουν μπάνιο παρά μόνο έναν νιπτήρα, ότι δεν έχουν ζεστό νερό, ότι η τουαλέτα τους είναι βουλωμένη, ότι οι άντρες τους τις χτυπάνε. Μετατρέπεται στο αφεντικό με τη χρυσή καρδιά και αρχίζει να τους βελτιώνει τις συνθήκες διαβίωσης και να τις βοηθά. Αρχίζει να μαθαίνει ισπανικά, αρχίζει τρόπον τινά να ισπανοποιείται. Όταν η γυναίκα του έρχεται αντιμέτωπη με το ανησυχητικά απροσδόκητο φαινόμενο της ευτυχίας του του το λέει ευθέως: «Νομίζεις ότι είμαι τυφλή; Τους τελευταίους μήνες σε βλέπω τόσο καλοδιάθετο και χαρούμενο. Νομίζεις ότι δεν κατάλαβα πως κάτι τρέχει;». Είναι όμως τυφλή και σε ένα καυγά του λέει να φύγει από το σπίτι. Εκείνος άλλο που δεν θέλει. Χωρίς δεύτερη σκέψη αποφασίζει να εγκατασταθεί στον τελευταίο όροφο μαζί τους. Ακόμη και όταν τον διώχνουν από το σπίτι του λοιπόν, μένει σε αυτό, μόνο τώρα σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Όλη του η ζωή ήταν φυλακισμένος κάπου στις υποχρεώσεις και τώρα νιώθει επιτέλους ανεξάρτητος. Ενθουσιάζεται με το όλο περιβάλλον, με τη ζωντάνια των γυναικών. Αποκτά μια αίσθηση του ανήκειν σε μια νέα οικογένεια. Μόνο που δεν πρόκειται τόσο για ταξική συνείδηση, όσο για τη λαχτάρα για μια στερημένη μποέμ ζωή. Σαν να κάνει πικ νικ στην εργατική τάξη.

«Οι γυναίκες του τελευταίου ορόφου» του Φιλίπ Λε Γκε δικαιώνουν το κλισέ που λέει πως μερικές ταινίες είναι «ό,τι πρέπει για θερινό σινεμά». Γιατί αν τα βάλεις κάτω και τα αξιολογήσεις λίγο ψύχραιμα, την ταινία μέχρι «συμπαθητική» μπορείς να τη χαρακτηρίσεις. Αλλά υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσες να την πεις και αντιπαθητική, να κοιτάξεις με δυσπιστία τα ίδια στοιχεία (την κάπως υπερβολικά feelgood διάθεσή της ας πούμε, το ότι ρέπει προς το γλυκερό), που τώρα δεν σε ενοχλούν. Ωστόσο δεν σου ‘ρχεται να το κάνεις, όχι επειδή καταπιέζεις αυτολογοκριτικά τον εαυτό σου, αλλά επειδή την είδες ενταγμένη σε ένα πλαίσιο. Το βλέπεις και γύρω σου ότι οι θεατές δεν έχουν έρθει τόσο πολύ για να δουν ένα έργο όσο για να πάνε θερινό. Ενώ στο χειμερινό σινεμά πας για να δεις ταινία, στο θερινό σινεμά πολύ συχνά η ταινία αρκεί να μην σε ενοχλεί. Είναι το όλο περιβάλλον που την υποδέχεται διαφορετικά και σε καθιστά λιγότερο απαιτητικό απέναντί της. Στο θερινό η ταινία δεν είναι η αρχή και το τέλος του κόσμου σου, υπάρχει από πάνω σου ο ουρανός που την μετριάζει και την βάζει στις σωστές προοπτικές της, υπάρχουν δυο γάτες που περιφέρονται διαρκώς και αδιαφορούν για την προβολή αφού το μόνο που φαίνεται να τις νοιάζει εκείνη την ώρα είναι αυτό που τρέχει μεταξύ τους, υπάρχει ίσως ο κόσμος ως μια ευρύτερη ταινία αγνώστου σκηνοθέτη και εσύ μέσα της να αναρωτιέσαι για το είδος της, για το ρόλο σου μέσα σε αυτή, για το κάστινγκ, για ρόλους που αλλάζουν και εξελίσσονται, αφού δεν αλλάζουν και εξελίσσονται μόνο οι πρωταγωνιστές στην μεγάλη οθόνη. Τι άλλο είναι άλλωστε οι κινηματογραφικοί ήρωες από προβολές της δικής μας επιθυμίας για αλλαγή και εξέλιξη;