Όπως σε όλες τις ταινίες με μυστικό, έτσι και για «Το δέρμα που κατοικώ» είσαι αναγκασμένος να μιλήσεις κρατώντας το μυστικό του -τι άλλο;- μυστικό. Το πρόβλημα όμως είναι πως δεν είναι το μόνο που κρατάς, αφού μαζί του κρατάς κρυμμένα και τα πιο ερεθιστικά ζητήματα που θέτει η ταινία. Υπ’ αυτήν την έννοια υπάρχει μια θεμελιώδης δυσαρμονία στη συνθήκη κάθε κινηματογραφικής κριτικής (και αυτό δεν είναι μυστικό). Επειδή δε αυτήν την εποχή έχω φτάσει να αποφεύγω μέχρι και τα τρέιλερ, προσπαθώντας να αντιμετωπίζω όσο το δυνατόν πιο γυμνός από πληροφορίες το κάθε έργο που βλέπω στην οθόνη, δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι γενικότερα πόσο έξυπνη ιδέα είναι να διαβάζει κανείς ένα κείμενο για μια ταινία πριν παει να τη δει. Ίσως θα ήταν καλύτερα να αλλάξω ρότα, να βάλω μια συνολική προειδοποίηση του στυλ: «Κείμενα γραμμένα για όσους έχουν ήδη δει τις ταινίες ή για όσους δεν πρόκειται να τις δουν ποτέ», να λέω κι εγώ εντελώς ελεύθερα και χωρίς μεσοβέζικες λύσεις όσα θέλω (και τα οποία ούτως ή άλλως δεν είναι κριτικές με την κλασική έννοια του όρου), να μην έχεις κι εσύ την έγνοια μήπως διαβάσεις κάτι που δεν πρέπει.

Μέχρι να αλλάξει όμως η ρότα, ας συμβιβαστούμε για μια ακόμη φορά αμοιβαία καταπιεζόμενοι, εγώ με μισόλογα και υπαινιγμούληδες, εσύ με το φόβο μην πιάσεις το υπονοούμενο και σου καταστρέψω το έργο. O Mπαντέρας είναι πλαστικός χειρουργός λοιπόν. Η γυναίκα του κάηκε ζωντανή πριν από χρόνια σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Σε ένα δωμάτιο της βίλας του, απομονωμένη από το υπηρετικό προσωπικό, μένει μια νέα γυναίκα. Πειραματίζεται πάνω της με τρόπο απαγορευμένο από τη βιοηθική και τους νόμους. Φτιάχνει σε αυτή τη γυναίκα ένα νέο δέρμα, ένα δέρμα πανίσχυρο, ένα δέρμα που καίγεται πολύ πιο δύσκολα. Αυτή η γυναίκα όμως ποιά ακριβώς είναι; Με ποιό δικαίωμα πειραματίζεται πάνω της; Είχε πάθει κάτι και ήθελε και η ίδια να έχει νέο δέρμα; Πόσο την έχει αλλάξει αυτό το νέο δέρμα; Πόσο ίδια παραμένει κάτω από το δέρμα στο οποίο τώρα κατοικεί;

Η ιστορία βασίζεται σε μια μεγάλη απιθανότητα· όχι απαραίτητα επιστημονική. Ακόμα και αν δεν μπορούν να γίνουν σήμερα αυτά που της κάνει ο Μπαντέρας, θα μπορούν ίσως να γίνουν στο μέλλον. Πρόκειται βασικά για μυθοπλαστική απιθανότητα. Είναι ψιλοαπίθανο αυτό που παρακολουθούμε να συμβαίνει. Ωστόσο πρόκειται για ένα πρόβλημα που θα μπορούσες κάλλιστα να ξεπεράσεις ως θεατής, αν ο Αλμοδόβαρ χρησιμοποιούσε αυτήν την απιθανότητα ως όχημα για να οδηγηθεί σε μια κατάσταση όπου θα επικεντρωνόταν στην ασθενή και το γιατρό, στο πλάσμα και στο δημιουργό του. Ένας διαφορετικός χειρισμός του κεντρικού ευρήματος θα μπορούσε να δώσει μια ταινία που θα μιλούσε για πράγματα συναρπαστικά, εστιάζοντας στους δύο αυτούς χαρακτήρες, στην αλληλεπίδρασή τους, στην πάλη μέσα τους, στο τι νιώθει ο ένας για τον άλλο, στο τι νιώθει ο καθένας για τον εαυτό του, στο πώς άλλαξε ο ένας τον άλλον, στο τι εκπροσωπεί ο ένας στα μάτια του άλλου. Ακριβώς επειδή είναι απίθανο αυτό που έχει προηγηθεί, είναι και τόσο σεναριακά πρωτότυπη η σχέση τους, συνεπώς θα ήταν και τόσο γόνιμη η εξερεύνηση της κατάστασής τους και της μεταξύ τους δυναμικής. Ο χειρισμός και η εστίαση όμως αστοχούν εντυπωσιακά. Αντί μέσω του εξτρίμ και του αναληθοφανούς να οδηγηθεί στο βαθιά ουσιαστικό και στο επώδυνα αληθινό, ο Αλμοδόβαρ τα προσπερνάει σχεδόν τελείως, προτιμώντας να μείνει στην επιφάνεια, στα επεισόδια, στην πλοκή. Κι είναι λάθος σε μια ταινία με τόσο ακραία γεγονότα να μένεις προσκολλημενος στην πλοκή, γιατί τότε η ταινία σου κινδυνεύει να θυμίζει Β movie (γυρισμένη βέβαια από έναν μεγάλο δημιουργό, με τη δική του πανίσχυρη αισθητική σφραγίδα, που δεν μπορεί παρά να σε αποζημιώνει ως ένα βαθμό).

Κι όμως έστω και για λίγο, υπάρχουν οι εικόνες, υπάρχουν τα σπέρματα εκείνης της άλλης ταινίας που θα μπορούσε να είναι όχι απλώς καλή, αλλά να φτάνει ίσως μέχρι και το αριστούργημα. Όταν επιτέλους το μυστικό αποκαλύπτεται, ο Αλμοδόβαρ κάνει ένα σύντομο αλλά εντυπωσιακό πέρασμα από τον ψυχισμό της ηρωίδας: οι γραμμένοι τοίχοι, η ζωγραφιά με το γυναικείο ακρωτηριασμένο σώμα και ένα σπίτι στη θέση του κεφαλιού, τα φορέματα που έσκιζε σε πολύ μικρά κομματάκια πριν τα ρουφήξει με την ηλεκτρική σκούπα, το γιόγκα ως καταφυγή σε έναν απροσπέλαστο εσωτερικό κόσμο. Το διάλειμμα κρατάει λίγο. Την μεγαλύτερη ανταμοιβή της ταινίας διαδέχεται η μεγαλύτερη απογοήτευσή της: το φινάλε της. Ένα φινάλε σαπουνόπερας ή παρωδίας· όπως το δει κανείς.