Στο “Αd Astra” βλέπουμε επί δύο γεμάτες ώρες και κάτι ψιλά τον Μπραντ Πιτ σε ένα διαστημικό ταξίδι, με εντονότατες -πιο έντονες δεν γίνεται- αλληγορικές διαστάσεις. Στο “Αd Astra” ακούμε επί δύο γεμάτες ώρες και κάτι ψιλά τον Μπραντ Πιτ σε voice over να μας μιλά για το ταξίδι, αλλά εκείνο που στην πραγματικότητα κάνει είναι να μας μιλά για τις αλληγορικές διαστάσεις του ταξιδιού. Και είναι ένα voice over που ξεκινά σε τόνο -προφανέστατα επιβεβλημένο σκηνοθετικά- βαρύ κι ασήκωτα σοβαροφανή, σε τόνο «καθήστε καλά και δώστε βάση τώρα, θα σας μιλήσω για πράγματα πολύ βαθιά», σε έναν τόνο που όσο περνά η ταινία γίνεται όλο και πιο αφόρητος, αφού είναι ξεκάθαρο ότι το “Ad Astra” πάσχει από αγιάτρευτο ναρκισσισμό, όντας εντελώς ερωτευμένο με τον εαυτό του. Και το κυρίως πρόβλημα δεν είναι πως ενώ θα μπορούσες να κουμπώσεις κάπου με την ταινία και να παρασυρθείς, ο ναρκισσισμός της σου βάζει τρικλοποδιά. Το κυρίως πρόβλημα είναι πως ο ναρκισσισμός της δεν αντιστοιχεί σε καμία περίπτωση σε αυτό που διαδραματίζεται στην οθόνη επί δύο γεμάτες ώρες και κάτι ψιλά, το οποίο είναι γεμάτο από καταστάσεις και εξελίξεις που άλλοτε φλερτάρουν αυτοτελώς με το ό,τι να ‘ναι και άλλοτε είναι εμφανώς μπαλώματα για να γεμίσει ο χρόνος.

Γιατί ο δημιουργός του “Αd Astra” Τζέιμς Γκρέι (ταινίες του οποίου όπως το “The Yards” και το “Τwo Lovers” προσωπικά πολύ αγαπώ και ένθερμα συστήνω) αναφέρει ότι είχε κατά νου τη νουβέλα “Ηeart of Darkness” του Τζόζεφ Κόνραντ, η οποία ήταν πηγή έμπνευσης και αναφορά και για ένα από τα σημαντικότερα φιλμ στην ιστορία του κινηματογράφου, την «Αποκάλυψη Τώρα» του Κόπολα. Αλλά στο «Αποκάλυψη Τώρα» ό,τι μεσολαβεί μέχρι να συναντήσει στο τέλος ο Μάρτιν Σιν τον Μάρλον Μπράντο είναι ένα πραγματικό ταξίδι, κάθε στάση του οποίου συντελεί στο να ζωγραφιστεί παραστατικά η μεγαλύτερη εικόνα της εξίσωσης «πόλεμος ίσον όχι μόνο φρίκη, αλλά εξίσου και παράνοια», κάθε στάση του οποίου απομακρύνει ακόμη περισσότερο τον ήρωα από το σημείο εκκίνησής του -κι ας ήταν ήδη το σημείο εκκίνησής του, το πιο οριακό-, κάθε στάση του οποίου βυθίζει τον ήρωα όλο και πιο μέσα στην καρδιά του σκοταδιού. Αντίθετα, ό,τι μεσολαβεί στο διαστημικό ταξίδι του Μπραντ Πιτ μέχρι να συναντήσει στο τέλος ο Μπραντ Πιτ τον Τόμι Λι Τζόουνς, είναι η κινηματογράφηση μιας αμηχανίας, είναι η κινηματογράφηση της αποτυχίας να βρεθεί κάτι που να συνδεθεί οργανικά με την κεντρική ιδέα πίσω από το “Αd Astra”.

Και η κεντρική ιδέα είναι ότι ο Μπραντ Πιτ είναι ο γιος του Τόμι Λι Τζόουνς. Και η αποστολή εύρεσης του Τόμι Λι Τζόουνς δεν είναι απλά η αποστολή εύρεσης ενός αστροναύτη που, όπως ο Μάρλον Μπράντο στα βάθη της ζούγκλας, κάπου στα βάθη του διαστήματος επαναστάτησε, αποστάτησε, ξέφυγε εντελώς, και που η δράση του πρέπει να τερματιστεί με ακραία προκατάληψη, η αποστολή εύρεσης του Τόμι Λι Τζόουνς είναι ταυτόχρονα η αποστολή εύρεσης του πατέρα που δεν δίνει πια σημεία ζωής. Αστροναύτης και ο ίδιος ο Μπραντ Πιτ, είχε μείνει με την ιδέα ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει ηρωικά πριν πολλά πολλά χρόνια, σε μια εμβληματική αποστολή, με την οποία ένα διαστημόπλοιο ταξίδεψε στα άκρα του ηλιακού συστήματος με τον σκοπό να ανακαλύψει αν υπάρχει ζωή και άλλα πλάσματα με νοημοσύνη εκτός από τους ανθρώπους.

Τώρα όμως αποδεικνύεται ότι η εξιδανικευμένη εικόνα που είχε για τον πατέρα του ήταν πλαστή. Τώρα όμως αποδεικνύεται πως όχι μόνο δεν ήταν ήρωας, αλλά ξαφνικά η ίδια η ζωή στον πλανήτη γη και όλη η ανθρωπότητα κινδυνεύει εξαιτίας του πατέρα του. Τι είπες τώρα. Ποιος λοιπόν είναι ο καλύτερος υποψήφιος για να έρθει σε επαφή με τον αποτρελαμένο αποστάτη από τον ίδιο του τον γιο; Ένας γιος που έχει περάσει μια ζωή τόσο αφοσιωμένη στον σκοπό του, στη δουλειά του, στα ταξίδια του, που έχασε τη γυναίκα του, η οποία (η Λιβ Τάιλερ σε έναν από τους πιο διακοσμητικούς ρόλους που έπαιξε ποτέ γυναίκα πρωταγωνίστρια) του λέει ότι «Ακόμα κι όταν είσαι εδώ, δεν είσαι παρών, βρε μαναράκι μου» και του αφήνει τη βέρα στο κομοδίνο.

Έχει πρόβλημα με τη σύνδεση με άλλους ανθρώπους η οικογένεια ΜακΜπράιντ. Ο γιος έγινε σχεδόν πιστό αντίγραφο του πατέρα, που μην αντέχοντας τη διαπροσωπική επαφή καβάλησε διαστημόπλοιο για να πάει όσο πιο μακριά πήγε ποτέ άνθρωπος, μπας και βρει την επαφή που του έλειπε σπίτι σε εξωγήινους πολιτισμούς. Τέτοια πράγματα. Τι θα συμβεί όταν βρει ο γιος τον πατέρα στις εσχατιές του διαστήματος; Προλαβαίνουν να γίνουν συναισθηματικά σοφότεροι ή είναι πια πολύ αργά και για τους δύο; Υπάρχει ζωή εκεί έξω ή είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν; Θα σωθεί ο κόσμος; Θα σωθεί η σχέση τους; Θα σωθεί ο ψυχικός τους κόσμος; Δηλαδή μια ολόκληρη ζωή ο Μπραντ Πιτ περνούσε ψυχολογικά τεστ και ποτέ δεν ταραζόταν, παρέμενε πάντα εκπληκτικά ψύχραιμος, παρέμενε πάντα επίσης εξαιρετικά ειλικρινής μιλώντας για τα τραύματά του και το πως τα αντιμετώπιζε. Αλλά άνθρωπος είναι κι αυτός, δεν θα σπάσει κάπου;

Ούτε πλοιάρια που διασχίζουν ποταμούς, ούτε διαστημόπλοια που διασχίζουν το ηλιακό μας σύστημα. Σε ένα ντιβάνι πάνω ο Μπραντ Πιτ διασχίζει τα έγκατα του εαυτού του μέχρι να συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο το καταγωγικό του τραύμα. Ποιο ήταν όμως αυτό; Ότι ο πατέρας του τον εγκατέλειψε ή ότι ο πατέρας του δεν ήταν παρών κι όταν ήταν εκεί;

Από το “Contact” του Ζεμέκις ως το “Ιnterstellar” του Νόλαν, αποδείχτηκε ότι δεν είναι καθόλου ασύμβατο και καθόλου παράταιρο να υπάρχουν προσωπικά τραύματα στην καρδιά μιας ταινίας για το διάστημα. Αλλά σε αυτά τα παραδείγματα, όπως και στο “First Man” του Nτάμιεν Σαζέλ που η αφοσίωση για τη δουλειά έκλεινε συναισθηματικά τον ήρωα απέναντι στην οικογένειά του, η καρδιά των ταινιών ήταν ένα πράγμα και το σώμα τους ένα άλλο, εξίσου φροντισμένο, εξίσου σημαντικό, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι ακριβώς η οργανική ενότητα σώματος – καρδιάς. Ο Τζέιμς Γκρέι χρησιμοποίησε το genre όχι ως σώμα με καρδιά, αλλά ως πρόσχημα για ψυχαναλύσεις και αλληγορίες.