Για την αφρικανική τέχνη στην Ελλάδα γνωρίζουμε τα στοιχειώδη, κυρίως όσα επιτρέπει η ταξιδιωτική μας εμπειρία σε εθνογραφικά μουσεία της Ευρώπης. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η συζήτηση περί αφρικανικής τέχνης αφορούσε μόνο τα μουσεία και θησαυρούς από τη Βόρεια Αφρική, για τους οποίους σήμερα γίνεται εκτενής συζήτηση που αφορά κυρίως την επιστροφή τους στα μητρικά μουσεία των χωρών από τις οποίες προέρχονται. Η δραστηριοποίηση του ISIS στην Αφρική και ο κίνδυνος της καταστροφής των πολιτιστικών αγαθών έφερε σε πρώτο πλάνο και σε κοινή θέα θησαυρούς από άλλες αφρικανικές χώρες που μέχρι σήμερα μάς ήταν σχεδόν άγνωστοι.

Η αφρικανική τέχνη επηρέασε δυτικούς καλλιτέχνες όπως ο Αντρέ Ντερέν, ο Μορίς ντε Βλαμένκ, ο Ζωρζ Μπρακ και ο Ανρί Ματίς, που ήταν και μανιώδεις συλλέκτες της αφρικανικής τέχνης. Ο Πικάσο δούλευε στο στούντιό του κυκλωμένος από αφρικανικές μάσκες και αγάλματα και μια σειρά έργων του -όπως οι Δεσποινίδες της Αβινιόν- επηρεάστηκαν από το «μικρόβιο» της αφρικανικής τέχνης που όπως έλεγε ο ίδιος, «έμεινε μαζί του για πάντα». Σε μια έκθεση που έγινε το 2006, τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, στη «Στάνταρντ Μπανκ Γκάλερι» του Γιοχάνεσμπουργκ, αποδείκνυε πως ο Πικάσο όπως και οι άλλοι φίλοι του της αβάν-γκαρντ, αναζητούσαν τρόπους για να βγουν από τις στείρες συμβάσεις του παρελθόντος και λαχταρώντας να δημιουργήσουν μια νέα καλλιτεχνική γλώσσα, βρέθηκαν πρόθυμα εκτεθειμένοι στην τόσο πλούσια σε σύμβολα αφρικανική τέχνη. Σε όλο αυτό «βοήθησε» η αποικιοκρατική επέκταση της Γαλλίας και της Ευρώπης στην Αφρική, στις αρχές του 20ού αιώνα, μια επέκταση που έθρεψε το ενδιαφέρον για τις ιστορίες και τα αντικείμενα τα προερχόμενα από μακρινούς, εξωτικούς τόπους που έφταναν στις μητροπόλεις με στρατιωτικούς, εμπόρους και ιεραπόστολους.

Ο νεαρός Πικάσο με αφρικανικές μάσκες στο στούντιο.

Έργο του Man Ray, Noire et Blanche, 1924

Στην Ελλάδα καθώς δεν έχουμε αντίστοιχες με τις ευρωπαϊκές, ιστορίες αποικιοκρατίας, ούτε πολυπληθείς και οργανωμένες αφρικανικές κοινότητες ενσωματωμένες και στην πολιτιστική μας ζωή, η γνώση μας για την αφρικανική τέχνη έχει θαφτεί κάτω από τόνους φολκλόρ αντικειμένων, κακών ξυλόγλυπτων, μπατίκ πανιών και φτηνών κοσμημάτων. Η μεγάλη, σπουδαία και εξαιρετικά επιδραστική τέχνη της Αφρικής, μας είναι σχεδόν άγνωστη και αυτό σχετίζεται κυρίως με την πολιτικοοικονομική μας σχέση με την ήπειρο που είναι πολύ χαλαρή. Η Αφρική μάς απασχολεί ελάχιστα, όμως αυτή η σχεδόν ανύπαρκτη σχέση μπορεί να μας κάνει να δούμε με λιγότερη προκατάληψη και χωρίς τις επιβαρύνσεις του παρελθόντος τη δουλειά των σύγχρονων καλλιτεχνών της ηπείρου πέρα από τις στερεοτυπικές αφηγήσεις και ιστορίες με ζουλού, καθρεφτάκια και ματωμένα διαμάντια. Η σύγχρονη αφρικανική τέχνη μάς δοκιμάζει. Πόσο ισότιμα μπορούμε να δούμε τους καλλιτέχνες της δίπλα στους δυτικούς ομοτέχνους τους; Και κατά πόσο μπορούμε να απαλλαγούμε από τις αγκυλώσεις μας που δεν αφορούν μόνο την ίδια την ήπειρο αλλά και το χρώμα των καλλιτεχνών;

Ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή. Ως σύγχρονη αφρικανική τέχνη σήμερα θεωρούμε αυτή που γίνεται από Αφρικανούς καλλιτέχνες τόσο στην Αφρική όσο και στη διασπορά. Επιμελητές, μελετητές και καλλιτέχνες που εργάζονται στο πεδίο από τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 έχουν επιχειρήσει να κατηγοριοποιήσουν την αφρικανική τέχνη, προκαλώντας πολλές συζητήσεις και διαφωνίες. Η συζήτηση αυτή συμπίπτει με την εμφάνιση της αφρικανικής τέχνης ειδικά από τη δεκαετία του ‘80 και μετά, σε μουσεία και δημοπρασίες. Παράλληλα, δημοσιεύονται δεκάδες αναλύσεις που μιλούν για επένδυση σε μια τέχνη που είναι ακόμα «φθηνή» και για μια διαρκώς ανερχόμενη αγορά που ενδιαφέρει όλο και περισσότερους συλλέκτες.

Anton Kannemeyer

Εν μέσω αυτής της συζήτησης οι οίκοι δημοπρασιών έρχονται να παίξουν το δικό τους ρόλο με τον οίκο Bonhams, που άρχισε να ειδικεύεται στη σύγχρονη αφρικανική τέχνη το 2007, να δηλώνει ότι οι μέσες τιμές σε δημοπρασίες έργων σύγχρονης αφρικανικής αυξήθηκαν 5 φορές και τους Sotheby’s να σχεδιάζουν εξειδικευμένες δημοπρασίες μόνο για την αφρικανική τέχνη. Η Art House Contemporary Limited, που εδρεύει στο Λάγος της Νιγηρίας, μέρος που ανθούν οι γκαλερί με έργα αφρικανικής τέχνης, δηλώνει πως τα κομμάτια που αγοράστηκαν στην πρώτη δημοπρασία τους, το 2008, έχουν σχεδόν δεκαπλάσια αξία σήμερα.

Πολλοί πιστεύουν ότι οι δημοπρασίες έχουν αποτελέσει μια μεγάλη πλατφόρμα για την προβολή της αφρικανικής τέχνης στον κόσμο, ειδικά οι on-line δημοπρασίες που μέσα σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης του κόσμου της τέχνης, δημιούργησαν χώρο ώστε να συνηθίσουμε να βλέπουμε την τέχνη άλλων πολιτισμών. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους συλλέκτες, αλλά και όσους έχουν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή για πρώτη φορά με τα έργα των Αφρικανών καλλιτεχνών, κάτι που συντελεί τόσο στη διάδοση ενός σύγχρονου πολιτισμού, όσο και στη δημιουργία μιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Greetings from South Africa 2013

Η παγκόσμια παρουσία και εμπλοκή της Αφρικής και των σύγχρονων καλλιτεχνών της έχει γίνει ένα ευρέως αναγνωρισμένο γεγονός στις μεγάλες εικαστικές διοργανώσεις, όπως η Biennale και η Documenta. Και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν πολλές ερμηνείες και συζητήσεις καθώς η παρουσία των καλλιτεχνών σχετίζεται και με πολιτικές θέσεις κατά της αποικιοκρατίας και των φυλετικών διακρίσεων. Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό. Οι Αφρικανοί, όπως οι γυναίκες, οι γκέι, οι διεμφυλικοί και άλλες τόσες «κατηγορίες καλλιτεχνών» χρειάζονται «ειδικό χώρο» ή ενσωμάτωση; Ο πρώτος που επιχείρησε να «διορθώσει» την αδικία, του «εκατό τοις εκατό των εκθέσεων που αγνοούν το 80 τοις εκατό της γης», ήταν ο επιμελητής Jean-Hubert Martin, όταν το 1989 οργάνωσε στο Κέντρο Georges Pompidou και το Grande halle de la Villette στο Παρίσι την έκθεση Magiciens de la Terre, μια διεθνή έκθεση σύγχρονης τέχνης που περιλάμβανε 50% δυτικούς και 50% μη-δυτικούς καλλιτέχνες. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, πολλά μουσεία επιχειρούν να κάνουν ανάλογες «διορθώσεις» ως προς το φύλο και τη «φυλή» των καλλιτεχνών, όχι πολύ επιτυχημένα, αφού στην ουσία με εκθέσεις αφιερωμένες μόνο σε γυναίκες, για παράδειγμα ή Αφρικανούς κάνουν μια νέα και νέου είδους «διάκριση». Αυτή η θέση δεν αφορά μόνο την τέχνη, αφορά τη μόδα, την κοινωνία, την κατανάλωση. Πρόσφατα, η Ναόμι Κάμπελ αρνήθηκε να πάρει μέρος σε επίδειξη μόδας, μόνο με μαύρα μοντέλα, θεωρώντας το υποκριτικό, αφού η ίδια υποστηρίζει εδώ και πολύ καιρό την ισορροπημένη συμπερίληψη και ισορροπημένη συμμετοχή όλων στη βιομηχανία της μόδας.

Chioma Ebinama

Τη δεκαετία αυτή, αργά αλλά σταθερά, η φυλετική τέχνη απαλείφεται σαν όρος, κάτι που υπαγορεύει η διεθνής αποδοχή τόσο της αφρικανικής, όσο και κάθε άλλης μη δυτικής τέχνης. Όσο δύσκολο και αν μοιάζει ένα σύστημα κατηγοριοποίησης που να αντικατοπτρίζει το φάσμα της σύγχρονης αφρικανικής τέχνης, η ίδια η παρουσία Αφρικανών καλλιτεχνών και η καλλιτεχνική τους παραγωγή που έχει εξαπλωθεί στη διεθνή αγορά τέχνης τα τελευταία 30 χρόνια μιλά με καθαρότητα για τα ζητήματα που την απασχολούν. Τα θέματα που απασχολούν τους καλλιτέχνες που δεν έχουν απομακρυνθεί από την ήπειρο σχετίζονται με τις “ρίζες” τους, αντανακλούν την εικόνα και την επίδραση της αποικιοκρατίας και τη μετα-αποικιακή εμπειρία, ενώ οι γεννημένοι και μεγαλωμένοι δεύτερης γενιάς Αφρικανοί των ΗΠΑ και της Δύσης επεξεργάζονται την ταυτότητά τους ως μετανάστες, τις φυλετικές διαφορές και τις διακρίσεις φύλου. Κάποιοι καλλιτέχνες υιοθετούν τρόπους της δυτικής τέχνης, κάποιοι αρνούνται τις εξωτερικές επιρροές, ενώ άλλοι συγχωνεύουν στοιχεία από τις κουλτούρες που βιώνουν ή από τις οποίες προέρχονται. Το πορτραίτο των σύγχρονων Αφρικανών καλλιτεχνών είναι και αυτό εξαιρετικά περίπλοκο, όσο η πολιτική και η οικονομία της πιο πλούσιας ηπείρου.

Το βιβλίο “Σύγχρονη Αφρικανική Τέχνη μετά το 1980” που γράφτηκε από τον Νιγηριανό κορυφαίο επιμελητή και μελετητή της σύγχρονης τέχνης Okwui Enwezor και τον επίσης Νιγηριανό καλλιτέχνη, επιμελητή και καθηγητή του Πρίνστον Chika Okeke-Agulu αποτελεί την πρώτη μεγάλη έρευνα για το έργο των σύγχρονων Αφρικανών καλλιτεχνών που προέρχονται από διαφορετικές τοποθεσίες και γενιές, εργάζονται είτε μέσα ή έξω από την Αφρική. Στο βιβλίο περιγράφονται οι πρακτικές τους που αφορούν τις κοινωνικές και πολιτισμικές πολυπλοκότητες της ηπείρου τα τελευταία 30 χρόνια παράλληλα με τις ιστορικές μεταβάσεις της. Το θορυβώδες τοπίο της σύγχρονης Αφρικής, τα ορόσημα και οι αφηγήσεις του, επηρεάζουν τους καλλιτέχνες σήμερα με διάφορους τρόπους. Με τα καλλιτεχνικά μέσα που χρησιμοποιούν, εξερευνούν τις αλλαγές και ενσωματώνουν νέες αισθητικές αρχές και καλλιτεχνικές αντιλήψεις, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την πρόκληση του παρόντος και να συμπεριληφθούν στη διαμόρφωση μιας εννοιολογικής ταυτότητας  σε ένα διεθνές και παγκόσμιο πλαίσιο.

Make a Wish 2012, Cameron Platter

Η σύγχρονη αφρικανική τέχνη μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή όταν γνωρίσουμε την ένταση και τις περιόδους των μεγάλων πολιτικών αλλαγών, μαζί με τις φιλόδοξες και σημαντικές εργασίες που παρουσίασαν εκατοντάδες Αφρικανοί καλλιτέχνες τα τελευταία 30 χρόνια όταν επιχείρησαν να δημιουργήσουν μια νέα πολιτιστική κληρονομιά για να δείξουν ότι η πλουσιότερη πηγή πλούτου της ηπείρου αυτής είναι οι άνθρωποί της. Ένας πληθυσμός που δρα εντός και εκτός της ηπείρου με σύγχρονη νοοτροπία, πιστός στις αφρικανικές ρίζες, τις οποίες εκθέτει με γενναιότητα και ειλικρίνεια ανατρέχοντας στο παρελθόν, ενώ αντιμετωπίζει την εξίσου σύνθετη ιστορία του παρόντος σε κάθε τόπο στον οποίο δραστηριοποιείται.

Οι Αφρικανοί καλλιτέχνες σήμερα δημιουργούν ένα πανοραμικό και σύνθετο τοπίο, μάχονται προκειμένου να ξεπεραστούν εσφαλμένα στερεότυπα που έχουν προκύψει μέσα από την άγνοια και τον ρατσισμό και διεκδικούν τη φωνή τους, τη θέση τους στη σύγχρονη ιστορία της τέχνης, χωρίς να ζητούν τη δική μας «σωτηρία» και «βοήθεια» και αυτό εκφράζεται σε κάθε απόχρωση της τέχνης τους.

Fertile Land 2008, Anton Kannemeyer

Η έκθεση AMBRA NERA [Μαύρο Κεχριμπάρι] στην γκαλερί The Breeder από τις 19 Δεκεμβρίου, μέχρι τον Μάρτιο του 2020, είναι η πρώτη που διοργανώνεται στην Αθήνα και βασίζεται αποκλειστικά σε έργα καλλιτεχνών με αφρικανική προέλευση. Οι πέντε καλλιτέχνες που συμμετέχουν εργάζονται στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αφρική και στα έργα τους ασχολούνται με τα ζητήματα της εξέλιξης της ηπείρου τους, τα ζητήματα της φυλής, του φύλου, της κατανάλωσης, της παράδοσης και της σύνδεσής της με τη σύγχρονη ζωή.

Daydreaming Together, 2019, Basil Kincaid

Ο Basil Kincaid ζει στο Μιζούρι, εκεί που ο Dred Scott, ένας σκλάβος του 19ου αιώνα, πρώτος, διεκδίκησε δικαστικά την ελευθερία του. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ όπου προσέφυγε απέρριψε το αίτημά του, έκανε πολύ περισσότερο εμφανείς τις διαφορές Βορρά και Νότου και συνέβαλλε καθοριστικά στο ξεκίνημα του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου.

Ο Kincaid φτιάχνει έργα με την πρακτική του quilting, της παραδοσιακής αμερικάνικης τεχνικής με την οποία έφτιαχναν παπλώματα και αφηγούνταν θρησκευτικές, πολιτικές και οικογενειακές ιστορίες οι πρόγονοί του. Στη δική του δουλειά θέλει να ενσωματώσει την προγονική αυτή παράδοση σε έργα φτιαγμένα από ευτελή υλικά καθημερινής χρήσης, απορρίμματα που επαναχρησιμοποιεί και στα οποία δίνει νέα ζωή ως γλυπτά, σχέδια, παπλώματα και ταπισερί. Υιοθέτησε το quilting ως αισθητική τεχνική, προκειμένου να κατανοήσουμε τη δική του κληρονομιά που εκτείνεται στο χρόνο τόσο στο παρελθόν όσο και το μέλλον, δημιουργώντας νέες εμπειρίες. Με την καλλιτεχνική του πρακτική διεξάγει μια ιστορική έρευνα που αφορά την πολιτισμική ταυτότητα ενός Αφρικανού της διασποράς εν μέσω της αμερικανικής εμπειρίας, ενώ επιχειρεί να επουλώσει σε προσωπικό και πολιτιστικό επίπεδο το μετατραυματικό σύνδρομο του σκλάβου.

Η Chioma Ebinama γεννήθηκε στο Μέριλαντ από Νιγηριανούς γονείς, ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη. Το μαύρο θηλυκό σώμα και ο ρόλος του στη δυτική κουλτούρα, πρωταγωνιστεί σε πολλά έργα της είτε αυτά είναι ακουαρέλες, είτε κολάζ. Οι αρχετυπικές θηλυκές φιγούρες, τα φανταστικά θηρία και η παράξενη χλωρίδα μέσα από τη ρευστότητα της ακουαρέλας συνδέονται με την καταγωγή της από τη Δυτική Αφρική, ενώ επιχειρεί να διερευνήσει το πώς η οπτική αφήγηση και οι χειροτεχνίες της, μαλακές μάσκες από υλικό σαν δίχτυ, ως συνέχεια της παράδοσης της αφρικανικής μάσκας, αναδημιουργούν την κατακερματισμένη ταυτότητά της, τη διαιρεμένη σε δυο χώρες και επηρεασμένη από την αμερικανική και την ευρωπαϊκή ηγεμονία στην αφρικανική ιστορία.

Kalup Linzy, “Fire & Desire”, 2011

Ο Anton Kannemeyer, γεννημένος στο Κέιπ Τάουν είναι ένας ανατρεπτικός δημιουργός κόμικς και χρησιμοποιεί συχνά το ψευδώνυμο “Joe Dog”. Χρησιμοποιεί το μαύρο χιούμορ και τη σάτιρα, τους δικούς του κώδικες και αστεία στιγμιότυπα για να αφηγηθεί σε έργα ή σε stripes ιστορίες που αμφισβητούν την άκαμπτη εικόνα των Afrikaners, ενώ σε άλλα ασχολείται με τα ζητήματα των φυλετικών σχέσεων και της αποικιοκρατίας. Έχει ιδιοποιηθεί το στιλ των κόμικς του Ερζέ με πρωταγωνιστή τον Tin tin, τον οποίο εμφανίζει είτε ως λευκό Afrikaner, είτε ως ρατσιστή λευκό ιμπεριαλιστή στην Αφρική. Στη σάτιρά του οι λευκοί είναι ανώτεροι, μορφωμένοι και πολιτισμένοι, και οι μαύροι είναι άγριοι και χαζοί. Εξετάζει τη συνεχιζόμενη ύπαρξη ρατσισμού και των διπλών προτύπων στην Αφρική και ενδιαφέρεται να εκθέσει την υποκρισία του λευκού φιλελεύθερου στη Νότια Αφρική. Με τις συγκρουσιακές του εικόνες και το χιούμορ, εστιάζει στις προκαταλήψεις και τις κοσμοθεωρίες που μπορούν να αντιμετωπιστούν κάποτε και -όπως ελπίζει- να απομακρυνθούν από την ήπειρο. Έχει επικριθεί για τη χρήση των “προσβλητικών, ρατσιστικών εικόνων” και λαμβάνει πολλά μηνύματα μίσους από λευκούς Afrikaners” για το έργο του.

Color Blind (Vivid Raw) Vol I, 2009, Cameron Platter

Ο Cameron Platter ένας σύγχρονος εικαστικός καλλιτέχνης γεννημένος στο Γιοχάνεσμπουργκ, στο έργο του εξετάζει ζητήματα κατανάλωσης, ταυτότητας και βίας μέσα σε μια κατακερματισμένη κοινωνία και μια δυσλειτουργική πραγματικότητα. Αντλεί από την καθημερινή εμπειρία και πολλές φορές από ζητήματα που παραβλέπονται ή θεωρούνται περιθωριακά, από έννοιες της επαναστατικής λαϊκής κουλτούρας της Νότιας Αφρικής, για να εκφράσει τις ανησυχίες του για το σεξ, την αγάπη, την ομορφιά, τη διαφήμιση, την πορνογραφία, τη θρησκεία, τη λαγνεία και την απληστία της σύγχρονης ζωής. Φτιάχνει ιστορίες με την αισθητική του γκράφιτι που μπορεί να διαβάσει κάποιος και να ανακαλύψει τα πολλά στρώματα της σύγχρονης ηθικής, της επίδρασης της αποικιοκρατίας και της σύγχρονης ζωής στη Νότια Αφρική.

Ο Kalup Linzy ζει και εργάζεται στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Είναι γνωστός για τις live εμφανίσεις του και ως περφόρμερ ασχολείται συχνά με τα θέματα της κοινωνικοποίησης, της οικογένειας, της εκκλησίας, της σεξουαλικότητας και της ομοφυλοφιλίας. Οι σατιρικές του αφηγήσεις είναι εμπνευσμένες και περιλαμβάνουν συχνά στερεότυπα γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα, τη φυλή και το φύλο όπως εμφανίζονταν σε σαπουνόπερες και μελοδράματα του Χόλιγουντ που αποτελούσαν ένα βασικό κοινωνικό στοιχείο για την οικογένεια και την κοινότητά του και μέρος της καθημερινής του ζωής όταν ήταν μικρός. Με χιούμορ και αναπάντεχες συνδέσεις ασχολείται με ένα πλήθος χαρακτήρων που συσχετίζονται περιστασιακά και αποτελούν μέρος ενός παζλ μιας εξωφρενικής πραγματικότητας. Η πολιτισμική ταυτότητα και η αναζήτησή της αποτελεί μέρος του έργου του, όπως και η αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας, η εξερεύνηση των ορίων του φύλου μέσω της τέχνης του Drag όπου εμφανίζεται ή ντύνει άλλους χαρακτήρες με γυναικεία ρούχα. Στο έργο του συνεργάζεται με μουσικούς, καλλιτέχνες και σχεδιαστές μόδας.