Ο Χρήστος Αγγελάκος ορμώμενος από δύο δημοσιεύματα, σχετικά με τον ξεριζωμό και την καταπάτηση μιας δασικής έκτασης, συλλαμβάνει την κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος και στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας ιστορίες φίλων του ή πιο σωστά κλέβοντάς τες, και στη συνέχεια αφήνοντας τη φαντασία του ελεύθερη, ξεκινάει τη συγγραφή του δεύτερου μυθιστορήματός του, το Δάσος των Παιδιών.

Το Δάσος των Παιδιών είναι ένα μυθιστόρημα για τη ζωή της Λουκίας από το 1940 έως το 2007.
Η ζωή της παράλληλη με το δάσος ξεκινάει κάτω από το σπίτι της, κοινά τα όνειρά τους, κοινός ο δρόμος του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.
Στο δάσος αυτό τα πρόσωπα και οι ζωές τους μπλέκονται σαν τα κλαδιά των δέντρων, μπλέκονται ο χρόνος και ο τόπος. Μοιάζει με λογοτεχνικό μοντάζ η αρετή του δημιουργού να πηδά από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο αφήγησης, να μεταφέρει την ιστορία από το τότε στο τώρα και πάλι πίσω στο τότε, από παράγραφο σε παράγραφο. Ένα δάσος που λειτουργεί ως καταφύγιο του ψυχικού κόσμου της ηρωίδας. Μπλέκονται φυσικά και φανταστικά πρόσωπα, καταστάσεις που είχε ζήσει η Λουκία και καταστάσεις που δεν κατάφερε να ζήσει. Σε αυτόν τον χώρο βιώνονται και αναβιώνουν τα ψυχικά φορτία της ζωής της, τα πάθη, τα πένθη, οι έρωτες, οι επιθυμίες, ένας χώρος όπου τελούνται τα στάδια ενηλικίωσης της ηρωίδας.

Το δάσος φέρνει στην επιφάνεια τις αναμνήσεις της Λουκίας από την παιδική έως την ενήλικη πια ζωή της. Την εγκλωβίζει στους τοίχους του και την μπλέκει στα κλαδιά της ίδιας της ύπαρξής της.
Το μυαλό πάντα κολλάει σε αυτά που του τρώνε την ψυχή, αγαπάει το παράνομο και το ανέφικτο, λυγίζει κάθε φορά στα βήματα της καρδιάς και παίρνει πνοή από τους τσακισμένους και από εκείνους που τους κορόιδεψε η αγάπη.

Η Λουκία είχε αδυναμία στο δάσος, όλη η ζωή της ήταν συνυφασμένη με το δάσος. Ακόμα και τα παιδιά αγάπησαν το δάσος. Έφτιαχναν τη δική τους ιστορία, χάραζαν τα χνάρια τους κάτω από τις λάσπες του αληθινού κόσμου. Το δάσος μπορούσε και έκρυβε τα μυστικά τους, μπορούσε και τα τρύπωνε, και τα καταχώνιαζε στα άδυτα της ασυνειδησίας τους.
Το σπίτι με θέα στο δάσος είναι για τη Λουκία ευλογία και συγχρόνως κατάρα, διότι φανερώνει τα μυστικά, τα λάθη, τα πάθη, τους έρωτες που πάσχιζε τόσο να μείνουν θαμμένα. Ήξερε η Λουκία ότι ήταν εκτεθειμένη σε αυτό το μέρος, βλέποντας μέρα με τη μέρα να χάνει την γοητεία της και να γίνεται θνητή μπροστά στα μάτια του <<σφαγέα>> της.

Η ερωτική επιθυμία συμβαδίζει με την ματαίωση, με τον πόθο προς το ίδιο και το αντίθετο φύλο. Η Λουκία βιώνει την απόρριψη προσκρούοντας στον τοίχο του ίδιου του αντικειμένου του πόθου της. Ο έρωτας είναι πάντα γεμάτος αποκλειστικότητες και αποκλεισμούς, είτε προς το ίδιο είτε προς το άλλο φύλο. Αυτό είναι και το μοτίβο της ζωής της ηρωίδας, να σκοντάφτει πάντοτε σε αποκλεισμούς. Η πραγματικότητα γι’αυτήν είναι αδύνατη. Θέλει να σβήσει αυτή τη φράση προτού μπλεχτεί στο κουβάρι του νοήματος, θέλει να πορευτεί στο τέλμα με οδηγό τη γνώση της.
Πως μπορείς να σκοτώσεις τον παράνομο, τον ανέφικτο έρωτα, μα φυσικά σκοτώνοντας τον ίδιο σου τον εαυτό, κοιτώντας με τα φωτεινά σου μάτια τα φωτεινά μάτια του άλλου.
Γιατί πάντα αυτό που θέλεις και αυτό που δεν θέλεις συνθέτουν μία όψη και στις δύο πλευρές του νομίσματος.

Το Δάσος των παιδιών του Χρήστου Αγγελάκου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και κέρδισε το βραβείο ‘The Athens Prize for Literature’ για το καλύτερο ελληνικό μυθιστόρημα του 2011.