«Ακίνητο Ποτάμι» είναι ο τίτλος της νέας ταινίας του Άγγελου Φραντζή, η οποία εντάχθηκε κιόλας στο “playlist” του HBO Europe, ενός από τα μεγαλύτερα συνδρομητικά τηλεοπτικά δίκτυα του κόσμου, με παρουσία σε 14 χώρες. Η ταινία θα κάνει την έξοδό της στις ελληνικές αίθουσες στις 21 Μαρτίου από τη Danaos Films, λίγους μήνες μετά τη βράβευσή της από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών στο 59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο Άγγελος Φραντζής δημιούργησε ένα  ατμοσφαιρικό δράμα μυστηρίου με διεθνές καστ και πρωταγωνιστές την Κάτια Γκουλιώνη και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου (βραβευμένοι και οι δυο με τα Βραβεία Α’ Γυναικείου και Ανδρικού Ρόλου αντίστοιχα στα περσινά ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου), γυρισμένο εξολοκλήρου στη Ρωσία και τη Λετονία.

Η υπόθεση της ταινίας περιστρέφεται γύρω από ένα ζευγάρι, την Άννα και τον Πέτρο, που μετακόμισε πρόσφατα από την Ελλάδα στη Σιβηρία λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του Πέτρου. Με έκπληξη ανακαλύπτουν ότι η Άννα είναι έγκυος, παρότι για μήνες δεν έχουν ολοκληρωμένες σεξουαλικές επαφές. Ο μέχρι πρότινος αδιάρρηκτος δεσμός τους κλονίζεται. Τι έχει συμβεί; Τον απάτησε; Έχουν πέσει θύματα συνωμοσίας; Ή μήπως ευλογήθηκαν με ένα θαύμα; Αναζητώντας μια εξήγηση, οι δυο τους στρέφονται προς αντίθετες κατευθύνσεις και η σχέση τους μετατρέπεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στο ορθολογικό και το πνευματικό. Με φόντο τα σχεδόν αποκαλυπτικά παγωμένα τοπία της Σιβηρίας, το «Ακίνητο Ποτάμι» είναι μια ταινία πάνω στα όρια του ανθρώπινου και ταυτόχρονα μια ταινία για την αγάπη, την εμπιστοσύνη και την πίστη που αγωνίζονται αέναα απέναντι στην αμφιβολία.

Πριν την πρεμιέρα της ταινίας Ακίνητο ποτάμι στις ελληνικές αίθουσες συναντήσαμε τον Άγγελο Φραντζή:

Πώς ξεκίνησε η ιδέα για το «Ακίνητο ποτάμι» και από πού εμπνεύστηκες αυτή την ιστορία;

Το αρχικό σενάριο γράφτηκε μαζί με τον Σπύρο Κρίμπαλη, το 2010. Στην αρχή δηλαδή της κρίσης. Κάτι που σίγουρα επηρέασε τον αρχικό προβληματισμό που έθετε ένα βασικό ερώτημα. Πώς αντιδρά η ανθρώπινη φύση απέναντι σε ένα γεγονός που αρχικά τουλάχιστον μοιάζει μη εξηγήσιμο; Ποιος είναι ο ανθρώπινος μηχανισμός που μπαίνει σε λειτουργία; Ο καθένας μας απέναντι στο παράλογο θέλει να βρει ένα πλαίσιο νοήματος. Η πιο συχνή και ανθρώπινη κουβέντα που ακούς όταν κάτι πάει στραβά είναι «όλα για κάποιο λόγο γίνονται». Σαν να θέλει κανείς να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα σε ένα σχέδιο αφήγησης με αρχή, μέση και τέλος. Σαν να θέλει να πει, η ζωή δεν είναι χωρίς σκοπό. Υπάρχει νόημα. Η ιστορία της ταινίας αντιμετωπίζει λοιπόν τον τρόπο που ένα ζευγάρι στέκεται απέναντι σε ένα μη εξηγήσιμο γεγονός. Μια εγκυμοσύνη χωρίς προηγούμενη σεξουαλική επαφή. Μιλάμε για ένα γεγονός χαρμόσυνο, όπως η άφιξη ενός παιδιού, που εδώ γίνεται η σκοτεινή αιτία μιας κρίσης σε ένα ζευγάρι με ολέθριες συνέπειες. Το αρχικό σάστισμα που έχει το ζευγάρι είναι ανάλογο σχεδόν με το σάστισμα που θα μπορούσε να έχει ένα ζευγάρι απέναντι στον αιφνίδιο θάνατο ενός παιδιού. Από αυτή την αφορμή ξεκινά μια ιστορία μυστηρίου. Το «Ακίνητο Ποτάμι» είναι μια ταινία πάνω στα όρια του ανθρώπινου. Το «ανεξήγητο» του συμβάντος, θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Πού τελειώνει το ανθρώπινο και πού αρχίζει το «Άλλο», θεϊκό, υπερβατικό, φυσικό – ή όπως αλλιώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κάποιος. Πώς βιώνεται η πίστη; Τι γεννά η σύγκρουση του ορθολογιστικού υλισμού με το υπερβατικά ανεξήγητο;

Η δράση τοποθετείται σε ένα άγνωστο σε εμάς μέρος, τη Σιβηρία, πώς μοιάζει αυτός ο τόπος στα μάτια ενός σκηνοθέτη;

Οι πόλεις της Σιβηρίας είναι τόποι σχεδόν «αποκαλυπτικοί». Γεννούν αυτήν την υπερβατική ατμόσφαιρα για την οποία μιλούσαμε. Δοκιμάζουν τα ανθρώπινα όρια. Εκπέμπουν το συναίσθημα του δέους που δημιουργείται από το συνδυασμό της ιστορίας, του πολιτισμού, της θρησκείας και των ακραίων συνθηκών ζωής. Η ρωσική κουλτούρα και ψυχή, με όλες τις συγκρούσεις και αντιφάσεις της, μοιάζει να αναρωτιέται συνέχεια για την κρυφή φύση των πραγμάτων. Η βαθύτητα του βλέμματος μοιάζει να ψάχνει σπαρακτικά στο εσωτερικό του είναι.

«Οι πόλεις της Σιβηρίας είναι τόποι σχεδόν “αποκαλυπτικοί”»

Αυτό το αλλόκοτο συναίσθημα των δαιμόνων και των θεών της Ρωσίας, που τόσο διεισδυτικά έχει περιγράψει η ρωσική λογοτεχνία (από τον Ντοστογιέφσκι ως τον  Μπερντιάεφ, κι απ’ τον Σαλάμωφ ως τον Μακάνιν), αποτυπώνεται σε κάθε σπιθαμή αυτών των τόπων και αποτελεί το πιο κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτυχθεί η ιστορία της ταινίας. Το χιόνι ήταν επίσης απαραίτητο συστατικό της αίσθησης της ιστορίας. Το λευκό του χιονιού μοιάζει με άγραφο χαρτί ή με λευκό καμβά. Με μια άδεια επιφάνεια που καλείσαι να την γεμίσεις ή να την ερμηνεύσεις. Φέρει πάνω του τον τρόμο απέναντι στο κενό, το άδειο. Και το κενό, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κενό νοήματος. Είναι το κενό και το άδειασμα που δημιουργεί το ανεξήγητο γεγονός, το οποίο δεν ξέρεις πώς να το αντιμετωπίσεις: η πιθανότητα δηλαδή μιας άμωμου σύλληψης. Ταυτόχρονα, το λευκό, σαν αρχετυπικό σύμβολο της παρθενίας και της αγνότητας, συνδέεται ακριβώς με αυτήν την ιστορία. Η υπερβολικά χαμηλή θερμοκρασία και το παγωμένο ποτάμι, η ροή του οποίου πρέπει να αλλάξει, αντανακλά το πάγωμα της ψυχής του Πέτρου αλλά, ταυτόχρονα, σε ψυχαναλυτικό επίπεδο, και την ψυχρότητα της Άννας. Το υγρό στοιχείο παγωμένο. Η ροή σταματημένη τουλάχιστον στην επιφάνεια, μιας και ο βυθός (δηλαδή το βάθος) κινείται. Η ίδια η ατμόσφαιρα της ταινίας έχει αυτήν την επιφανειακή ηρεμία ενώ πάντα στο βάθος αιωρείται μια απειλή. Κάτι που μπορεί να σπάσει τον πάγο και να κάνει το ποτάμι να κυλίσει με όλη τη δύναμη της ορμής του.

Η ιστορία μιλά για ένα γεγονός που είναι λογικά παράλογο. Πες μας τις δυο πλευρές του.

Απέναντι στο παράλογο, έχουμε δυο μηχανισμούς. Ο πρώτος είναι η μη αποδοχή του. Η άρνηση του. Είναι σαν να λέμε, δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορούμε να εξηγήσουμε. Θα ψάξουμε και θα βρούμε τις αιτίες. Θα κάνουμε τα πάντα για να βρούμε την αλήθεια. Η αλήθεια δηλαδή γίνεται η υπέρτατη αξία. Είναι ένας δρόμος απόλυτα ευγενής αλλά ταυτόχρονα επικίνδυνος μια και κρύβει μέσα του ένα στοιχείο ναρκισσισμού. Το Εγώ έρχεται μπροστά. Ο άνθρωπος γίνεται το μέτρο της αλήθειας. Είναι ο δρόμος του διαφωτισμού και των συνεπειών του. Από την άλλη, υπάρχει ο δρόμος που λέει, είναι θέλημα Θεού. Δηλαδή ο άνθρωπος υποτάσσεται σε κάτι ανώτερο του. Σκοπός δεν είναι η αλήθεια αλλά η πίστη. Και αυτός ο δρόμος είναι ευγενής και επικίνδυνος. Εδώ δεν είναι η αλήθεια που γίνεται η υπέρτατη αξία, αλλά η αρετή. Η συνέπεια στους θρησκευτικούς κανόνες μέσα από τους οποίους θα υποταχθώ. Εδώ ο κίνδυνος δεν είναι βέβαια ο ναρκισσισμός αλλά η τυφλή υποταγή που οδηγεί στον απόλυτο φανατισμό. Η ταινία μιλάει για αυτά τα δίπολα που κατά τη γνώμη μου είναι ψευδή και οδηγούν σε τραγικές συγκρούσεις, με όρους μιας πλοκής σχεδόν θρίλερ. Αυτό ήταν άλλωστε και το κινηματογραφικό στοίχημα. Πώς να μιλήσεις για πράγματα αυτού του μεγέθους μέσα όμως από μια ιστορία. Μέσα από μια κλασική αφήγηση.

Εξετάζεται η πίστη και ο ορθολογισμός και όλα τα άλλα σενάρια. Πώς τα προσεγγίζεις;

Oι δυο ήρωες, η Άννα και ο Πέτρος, έρχονται αντιμέτωποι με το ανεξήγητο αναζητώντας ένα σχέδιο σωτηρίας, ένα σχέδιο νοήματος. Ανεξάρτητα απ’ τις αγαθές τους προθέσεις, οι πεποιθήσεις τους αναδεικνύονται τελικά σημαντικότερες απ’ την ανάγκη να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, μετατρέποντάς τους σε δυο υποκειμενικότητες που πολεμούν για τις απόψεις τους. Είναι ένας «πόλεμος αντιλήψεων» που καταστρέφει ό,τι πιο πολύτιμο είχαν στη ζωή τους: την ίδια τη σχέση τους. Δηλαδή τη συνθήκη συνύπαρξης των αντιθέσεων. Είναι ο ίδιος πόλεμος που μπορεί να καταστρέψει ολόκληρους πληθυσμούς. Η παγκόσμια ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα, όπου η πίστη στη θρησκεία, την επιστήμη ή την ιδεολογία, οδήγησε λαούς σε πράξεις απόλυτης βαρβαρότητας.

Από  αυτή την ιστορία μυστηρίου τι θα ήθελες ιδανικά να κρατήσει ένας θεατής;

Δεν θα ήθελα να επιβάλω σε κανέναν τη θέση μου για οτιδήποτε. Το να ορίσω τι θα ήθελα να κρατήσει ένας θεατής από μια ολόκληρη ταινία, είναι σαν να έλεγα ότι το νόημα είναι ένα και μοναδικό και είναι αυτό που εγώ σου λέω. Αυτό θα ερχόταν σε πλήρη ρήξη με όσα διαπραγματεύεται η ταινία αλλά δεν είναι και ο ρόλος της τέχνης. Τα έργα τέχνης υπάρχουν για να γεννούν ερωτήματα, να δημιουργούν αισθήσεις και συναισθήματα που μόνο η τέχνη μπορεί να δημιουργήσει. Αν μπορούσαμε να τα συνοψίσουμε με δυο τρία λόγια, θα τα γράφαμε και δεν θα παλεύαμε να δημιουργήσουμε λεπτούς χειρισμούς εικόνων, ήχων, βλεμμάτων και διαλόγων  που να μιλούν από μόνα τους.