Το βιβλίο της καθηγήτριας Συγκριτικής Λογοτεχνίας, Τζίνας Πολίτη, Η δοκιμασία της ανάγνωσης ασχολείται με την ερμηνεία λογοτεχνικών κειμένων.

Ο τίτλος αυτού του βιβλίου δεν άφορα τα περιεχόμενα του αλλά την εργασία που προϋποθέτει η συγγραφή του. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια έμμεση απάντηση σ’ εκείνη την τάξη των αναγνωστών που θεωρούν ότι η έρευνα και η επιστημονική ενασχόληση με τα λογοτεχνικά κείμενα δεν αποτελεί σοβαρή δουλειά αλλά ένα ευχάριστο, ιδιωτικό “παιχνίδι”[…] Οι άγρυπνοι εργάτες και εργάτριες της γραμματολογικής έρευνας, αυτή την άλλη μεριά της σιωπής των λογοτεχνικών έργων και της ιστορίας τους προσπαθούν να αφουγκραστούν, έχοντας πλήρη επίγνωση, όπως και οι συγγραφείς στις ερμηνείες τους για την ανθρώπινη ζωή, της μωρίας τους.

Τα δοκίμια που περιλαμβάνονται στον τόμο αυτό, επιχειρούν να θέσουν νέα ερμηνευτικά ερωτήματα που αφορούν τόσο στη συνάρτηση των λογοτεχνικών κειμένων με τον ιστορικό και θεωρητικό λόγο, όσο και στη συνάρτηση των ίδιων αυτών λόγων με τα λογοτεχνικά κείμενα. Τα λογοτεχνικά κείμενα, πάνω στα οποία βασίζεται η αναγνωστική εργασία, προέρχονται από την αρχαία ελληνική τραγωδία, τη νεοελληνική και την αγγλική λογοτεχνία, καταλήγουν δε στο σύγχρονο είδος του πανεπιστημιακού μυθιστορήματος.
Το«ύφος» αυτών των δοκιμίων δεν συμμορφώνεται πάντα με τις κανονιστικές προδιαγραφές του ακαδημαϊκού λόγου. Γιατί, κάθε ερμηνευτικό ερώτημα που απευθύνεται στα κείμενα, προϋποθέτει ταυτόχρονα και έναν αυτόνομο, ιδιόμορφο ύφος. Η αναζήτηση και έκφραση αυτού του « ύφους», μαζί με την επίπονη, αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν για την ερευνήτρια αυτό που αποκαλεί: Η δοκιμασία της ανάγνωσης.

Στο Μικρό φορητό Πάνθεον του Alain Badiou πρόκειται για φιλοσοφικά κείμενα. Ο γάλλος φιλόσοφος Μπαντιού γράφει για τους φιλοσόφους που τον γοήτευσαν.

Κάπου γύρω στα 1965 όσοι ήσαν μεταξύ είκοσι και τριάντα χρόνων γνώρισαν έναν εξαίρετο αριθμό δασκάλων στο πεδίο της φιλοσοφίας. Οι παλαιοί, όπως ο ΣΑΡΤΡ, ο ΛΑΚΑΝ ή ο ΚΑΝΓΚΙΛΕΜ, ήσαν ακόμη σε πλήρη δραστηριότητα – κάποιοι άλλοι που ήσαν λίγο νεότεροι, όπως ο ΑΛΤΟΥΣΣΕΡ, ανέπτυσσαν το έργο τους, ενώ μια ολόκληρη γενιά– οι ΝΤΕΛΕΖ, ΦΟΥΚΩ, ΝΤΕΡΡΙΝΤΑ– εισερχόταν στην αρένα.
Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι, σήμερα, είναι νεκροί. Η φιλοσοφική σκηνή, κατειλημμένη ευρέως από απατεώνες, συγκροτείται διαφορετικά αντλώντας τη συνεκτικότητα της μόνον από εκείνους, νέους και λιγότερο νέους, οι οποίοι μπορούν να μείνουν πιστοί στα ερωτήματα που μας ενέπνεαν πριν από σαράντα χρόνια, μέσω της αναδιατύπωσης στην προσίδια γλώσσα τους αυτών των ερωτημάτων. Πιστεύω ότι είναι σωστό vα συγκεντρώσω εδω τις αναλύσεις και τις αποτίσεις φόρου τιμής που αφιέρωσα –για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάθε φορά που εξέλιπαν– σε εκείνους που τους οφείλω τη σημασία, πάντοτε ανθρώπινη αλλά εξίσου αρχοντική και μαχητική, της λέξης «φιλοσοφία». Οι σχέσεις που είχαμε αυτούς τους κεφαλαιώδεις συγκαιρινούς μας δεν ήσαν πάντοτε απλές και γαλήνιες: η φιλοσοφία, όπως λέει ο Κάντ, είναι πεδίο μάχης. Ωστόσο, κοιτάζοντας σήμερα τους αναρίθμητους μηντιακούς «φιλοσόφους», μπορώ να πω ότι αγαπώ όλους εκείνους για τους οποίους μιλώ σε τούτο το βιβλίο.

Δυο βιβλία γεμάτα κριτική σκέψη είναι μάλλον απαραίτητα σε καιρούς κρίσης…