Όταν στην παρουσίαση του προγράμματος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών ανακοινώθηκε η νέα παράσταση των Vasistas με τα «Αίματα», το πρώτο θεατρικό έργο του Ευθύμη Φιλίππου, δύο σημεία ήταν τα ερεθιστικότερα: το γεγονός ότι η ομάδα θα βασιζόταν, για πρώτη φορά στη δεκάχρονη σχεδόν ιστορία της, σε θεατρικό έργο, καθώς και η ταυτότητα του δραματουργού: του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από το σενάριο του «Κυνόδοντα» (και των «Άλπεων» και του «Lobster» και του «Chevalier»).

Οι Vasistas αποτελούν από το 2005 έναν τους βασικότερους εκφραστές του devised theatre (θέατρο της επινόησης) στην Ελλάδα, εκείνου του θεατρικού είδους δηλαδή που ως ελάχιστο ορισμό μπορεί να υιοθετήσει το γεγονός πως δεν είναι κειμενοκεντρικό και δεν στηρίζεται στην «καθιερωμένη» διαδικασία της σκηνικής αναβίβασης ενός ήδη καταγεγραμμένου θεατρικού έργου. Στο θέατρο της επινόησης, η παράσταση δημιουργείται μέσα από μια συλλογική διαδικασία γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα/ερέθισμα, συνήθως χρησιμοποιούνται πολλά, διαφορετικού είδους και ύφους, κείμενα (λογοτεχνικά/θεατρικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά κ.ά.), αλλά και κείμενα των ίδιων των συντελεστών που έχουν προκύψει κατά τη διαδικασία των δοκιμών, ώσπου συντίθεται το τελικό κείμενο της παράστασης. Οι ίδιοι οι Vasistas έχουν περιγράψει τη δουλειά τους ως εξής: «η δραματουργία μας ως επί το πλείστον δεν καθορίζεται από μια λογική κειμένου ή ιστορίας, χρησιμοποιούμε […] υλικά από την προσωπική μας εμπειρία, ώστε να ενορχηστρώσουμε σε κάθε λεπτομέρεια “κινούμενες εικόνες”, δημιουργώντας το ρυθμό της ιστορίας μας, σαν μια μουσική χορογραφία σε παρόντα χρόνο». Έως τώρα, για τις ανάγκες των παραστάσεών τους έχουν χρησιμοποιήσει ευρεία γκάμα κειμένων, τα οποία εμπλουτίζονται και από τις δικές τους συγγραφικές απόπειρες, ενώ σχεδόν αποκλειστικά, η δραματουργία τους υπογράφεται «από την ομάδα».

Η ενασχόλησή τους, λοιπόν, με ένα θεατρικό έργο, γραμμένο μάλιστα από κάποιον συντελεστή εκτός ομάδας, δεν περνάει απαρατήρητη, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι σηματοδοτεί και μία τομή στον έως τώρα τρόπο δουλειάς τους. Βέβαια, το γεγονός ότι τα «Αίματα» δεν ήταν ένα ήδη γραμμένο έργο, αλλά κάτι που δημιουργήθηκε ειδικά γι’ αυτούς και διαμορφώθηκε, σε μεγάλο βαθμό, κατά τη διάρκεια των δοκιμών αλλάζει κάπως τα πράγματα. Όπως τα αλλάζει και η φύση του ίδιου του έργου· γιατί τα «Αίματα» δεν αποτελούν ένα «παραδοσιακό» θεατρικό έργο με χαρακτήρες, πλοκή και εξέλιξη, αλλά μία διαδοχική αλληλουχία μονολόγων, υπό τη μορφή επιστολών. Πρόκειται μάλλον για ένα είδος δραματουργίας που περισσότερο εξυπηρετεί το θεατρικό στυλ της ομάδας παρά τη βάζει σε νέα μονοπάτια. Δεν παύει πάντως να αποτελεί μία «πρωτιά» στην ιστορία τους.

Το έργο παραθέτει την αλληλογραφία δύο επιστήθιων φίλων, που θα διακοπεί απότομα και αναίτια, μαζί με τη φιλία τους, μετά το πέρας τριών χρόνων. Στις επιστολές αυτές, που έναυσμα έχουν την ασταμάτητα αιμορραγούσα πληγή του ενός -εξού και ο τίτλος-, οι δύο φίλοι αναλώνονται κατά κύριο λόγο στην ανταλλαγή ανούσιων, τετριμμένων πληροφοριών για την καθημερινότητά τους. Παρόν επί σκηνής το στενό περιβάλλον τους (σύζυγοι, μητέρα, ερωμένη), μαζί και ένας ιδιότυπος «χορός» που λειτουργεί ως ηχώ ή αντανάκλασή τους. Η γραφή του Φιλίππου είναι δυνατή και άμεση, από το έργο όμως φαίνεται να λείπει το ουσιαστικότερο: το κέντρο βάρους – το οποίο κάπως πάει να βρεθεί με το κεντρικό εύρημα της αιμορραγίας, αλλά μένει τελικά ανεκμετάλλευτο. Αν τα «Αίματα» κάτι προσπαθούν να πουν για την ελληνική οικογένεια και τον νεοέλληνα, χάνονται τελικά μες στον σωρό του τετριμμένου και της ασημαντότητας. Βέβαια, είναι πολύ πιθανόν αυτός να είναι ο συγγραφικός στόχος, όμως η βασική μου ένσταση έγκειται στο ότι χρειάζεται να διανυθεί πολλή απόσταση ώστε αυτή η «εξύμνηση της ασημαντότητας» να εξυπηρετήσει ό,τι ευαγγελίζεται το δελτίο τύπου: «το έργο γίνεται ένα μακροσκελές ερωτικό τραγούδι για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’90, για τα προσωπικά και συλλογικά τραύματα και, εν τέλει, για το παράλογο του να ζεις σε έναν κόσμο στοιχειωμένο από τις ανοιχτές πληγές και τα ζωτικά ψεύδη». Το έργο, τουλάχιστον όπως το εισέπραξα στη σκηνοθεσία της Αργυρώς Χιώτη, μένει αυστηρά στη σφαίρα της ιδιωτικότητας. Και ενώ, όπως προείπα, η γραφή του Φιλίππου δεν στερείται ενδιαφέροντος και προθέσεων, και μαρτυρά και ταλέντο, το ίδιο το έργο μάλλον πάσχει σε επίπεδο δραματουργικών κανόνων· οι επινοημένες επιστολές παραθέτουν γεγονότα που ελάχιστα επιζούν μετά την εκφώνησή τους, δημιουργούν κλίμα όχι όμως ένα δραματουργικό σύμπαν.

Από εκεί και πέρα, το έργο δεν βοηθήθηκε από τη σκηνοθεσία, καθώς η δουλειά της Χιώτη επικεντρώθηκε κυρίως στο στήσιμό του, στο ντύσιμο με μια γνωστή πια συνταγή (μη ρεαλιστικό, «αποστασιοποιημένο» και μετωπικό παίξιμο, δημιουργία «εφετζίδικης» ατμόσφαιρας), παρά στην οποιαδήποτε ερμηνεία του, δημιουργώντας -και αυτή- περισσότερο ατμόσφαιρα παρά ένα δραματικό σύμπαν. Το αισθητικό αποτέλεσμα της παράστασης μπορεί να αρέσει ή όχι (στα συν η όψη και, κυρίως, η μουσική), αλλά δεν νομίζω ότι αφήνει ένα καθαρό ιδεολογικό στίγμα, πέρα από το επίπεδο των προθέσεων.

Info: Η παράσταση «Αίματα» παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Απόλλων στις 23, 24, 25 και 26 Απριλίου