Η «Αίσθηση Αμαρτίας» δεν παρουσιάζει μία αλλά τέσσερις διαφορετικές ιστορίες, συνδεδεμένες μεταξύ τους εξαιρετικά χαλαρά έως προσχηματικά. Είναι ανεξάρτητες μεν η μία από την άλλη, έχουν όμως έναν κοινό άξονα: τη βία. Έχουν επίσης όλες τους ως αφετηρία αληθινά περιστατικά που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στην Κίνα, τα οποία ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ζια Ζανγκέ τα πρωτοπληροφορήθηκε από τα κινέζικα social media. Διόλου τυχαία διαδραματίζονται από τον βορρά ως το νότο της επαρχιακής Κίνας, καθώς πρόθεση του Ζανγκέ είναι να μας μιλήσει για ένα φαινόμενο που δεν του φαίνεται καθόλου μεμονωμένο ή περιπτωσιολογικό ή αρμοδιότητας αστυνομικού δελτίου. Αντίθετα, η ταινία χαρακτηρίζεται ακριβώς από το ότι εντοπίζει σε αυτά τα ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα την αντανάκλαση μιας χώρας στην οποία οι ταξικές ανισότητες γιγαντώνονται κι όπου η διαφθορά, η εκμετάλλευση και η αλλοτρίωση δίνουν και παίρνουν, με τη βία να λειτουργεί ως βαλβίδα που απασφαλίζει μέσα σε ένα καζάνι που ούτως ή άλλως βράζει. Μας παρουσιάζει μια κοινωνία με στοιχεία ίσως όχι ακριβώς αποσύνθεσης, αλλά μια κοινωνία όπου πάντως αρχίζει και παρουσιάζει συμπτώματα φαρ ουέστ, όπου ο καθένας προσπαθεί να πάρει το νόμο με τα χέρια του (π.χ. με επιβολή ιδιωτικών διοδίων) και όπου το ο καθένας για τον εαυτό του γίνεται κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Πρόκειται σίγουρα για ένα πορτρέτο της σύγχρονης Κίνας εντελώς άγριο και καθόλου κολακευτικό.

Τέσσερις ιστορίες, τέσσερις βίαιοι πρωταγωνιστές, τέσσερα διαφορετικά είδη βίας:

Oρυχείο που μέχρι πριν μερικά χρόνια αποτελούσε συλλογική ιδιοκτησία της τοπικής κοινότητας έχει ιδιωτικοποιηθεί. Στα λίγα αυτά χρόνια ο νέος ιδιοκτήτης έχει προλάβει να αποκτήσει Μαζεράτι παρκαρισμένη που χρησιμοποιεί μόνο όποτε κάνει επισκέψεις εκεί. Ο κοινοτάρχης που υπέγραψε τη σύμβαση εκχώρησης έχει ΑUDI A6. Οι δε χωρικοί θα πάρουν φέτος ως δώρο προϊόν της γενναιοδωρίας του ιδιοκτήτη ένα σακί αλεύρι. Ο ιδιοκτήτης μόλις απέκτησε και ιδιωτικό αεροπλάνο. Η κοινότητα πάει να τον υποδεχθεί στην προσγείωση με παράτες, στολές και λουλούδια. Μόνο ένας χωρικός, παλιός συμμαθητής του ιδιοκτήτη, αντί να αποδέχεται τη νέα τάξη πραγμάτων επιμένει να σκαλίζει το θέμα και να αγανακτεί: πόσα βγάζει, γιατί δεν μοιράζονται μερίσματα στην κοινότητα κλπ. Όταν ξεσπάσει η βία, θα ξεσπάσει εναντίον αδίκων και δικαίων και απλώς άτυχων αυτοπτών μαρτύρων. Μια βία με κοινωνικά αίτια, μια βία προϊόν κοινωνικής αδικίας και θεσμικής διαφθοράς. Θα πυροδοτηθεί βέβαια και από τις προσωπικές προσβολές, αλλά η κύρια αιτία είναι η αίσθηση της έλλειψης δικαιοσύνης. Με μακριά καπαρντίνα και μακρύκανη καραμπίνα ο ήρωας είναι σαν να βγήκε από ταινία του Σέρτζιο Λεόνε.

– Στη δεύτερη ιστορία ο πρωταγωνιστής χρησιμοποιεί τη βία όχι ως έσχατο καταφύγιο, όχι για να αποδώσει δικαιοσύνη, όχι κινούμενος από κάποιο υψηλό ιδανικό, αντίθετα το περίστροφό του είναι ένα καταφύγιο που κάνει τη ζωή του μη βαρετή. Σκοτώνει γιατί -όπως δηλώνει στη γυναίκα του την οποία επισκέπτεται για λίγες μέρες μέχρι να ξαναφύγει- τα όπλα δεν είναι βαρετά, σκοτώνει γιατί έτσι βρίσκει ενδιαφέρον στη ζωή του, το οποίο δεν μπορούσε να βρει στη ζωή του χωριού του. Είναι ένας περιπλανώμενος που ζει από το όπλο του. Φοράει διαρκώς ένα καπέλο των Chicago Bulls και στην τελευταία σκηνή που τον βλέπουμε είναι με την μηχανή του πίσω από ένα φορτηγό που μεταφέρει ταύρους. Σε όλη την ταινία εμφανίζονται ζώα με συμβολικό χαρακτήρα και σύνδεση με τους ήρωες. Ο ταύρος είναι το δικό του ζώο, η δική του μεταφορά, καθώς είναι επιθετικός και τον τραβά το κόκκινο του αίματος. Στην προηγούμενη ιστορία ο ήρωας είναι η κοιμισμένη τίγρης που είχε στο χαλί του σπιτιού του και θα ξυπνήσει και θα τη δέσει γύρω από την καραμπίνα μέχρι να αρχίσει το φονικό σερί του. Είναι όμως και το άλογο που μαστιγωνόταν από τον αφέντη του μέχρι το φόνο του αφέντη, όταν θα πάρει μόνο του το δρόμο του, χωρίς καμτσίκια στην πλάτη.

– Στην τρίτη ιστορία η ηρωίδα είναι μια ρεσεψιονίστ σε σάουνα. Διατηρεί μια μακροχρόνια εξωσυζυγική σχέση και ζητά από τον φίλο της να αποφασίσει επιτέλους τι θέλει. Στην αρχή θα υποστεί βία από τη γυναίκα του που θα έρθει στη σάουνα και θα αρχίσει να την αποκαλεί τσούλα. Και στη συνέχεια ένα ζευγάρι πλούσιων πελατών θα της ζητήσει να τους κάνει μασάζ. Όταν εκείνη αρνηθεί και ξανααρνηθεί λέγοντας ότι δεν είναι πόρνη, ένας από αυτούς θα αρχίσει να την χαστουκίζει με ένα πάκο χαρτονομίσματα. Θα αρχίσει να τη χαστουκίζει διαρκώς και χορογραφημένα σε μια εξόφθαλμα συμβολική σκηνή επαναλαμβάνοντάς της πως το χρήμα μπορεί να αγοράσει τα πάντα. Εκείνη τότε τον χτυπά εξίσου χορογραφημένα με μαχαίρι σαν να βγήκε από ταινία πολεμικών τεχνών και από κινέζικη όπερα, αστραπιαία κι αιφνιδιαστικά σαν φίδι που είναι το δικό της ζώο. Aντίστροφα με την πρώτη ιστορία εδώ το αίτιο είναι κυρίως προσωπικό και δευτερευόντως κοινωνικό, είναι το θέμα της προσωπικής της αξιοπρέπειας, της προσωπικής της ταπείνωσης, που όμως δεν είναι σκέτα και εντελώς προσωπική, καθώς το έγκλημά της έχει αυτό το συμβολικό ρόλο κατά της νέας τάξης ολιγαρχών που νομίζουν ότι μπορούν να αγοράσουν τα πάντα.

– Στην τέταρτη ιστορία ο πρωταγωνιστής είναι ένας νεαρός που αντιμετωπίζει τις πτυχές της εργασιακής πραγματικότητας. Δουλειές ναι, υπάρχουν, η Κίνα συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά οι όροι τους δεν είναι και οι ιδανικότεροι. Όταν ένας φίλος του τραυματιστεί στο χέρι από εργατικό ατύχημα, το αφεντικό θα κατηγορήσει εκείνον που μιλούσε μαζί του ενώ απαγορευόταν εν ώρα εργασίας και θα του πει πως μέχρι να γίνει καλά ο μισθός του θα πηγαίνει στον τραυματία. Αποφασίζει τότε να γίνει εσωτερικός μετανάστης και να ψάξει δουλειά σε άλλη πόλη. Οι επιλογές είναι να γίνει σερβιτόρος σε υπερπολυτελή και υπερσύγχρονο οίκο ανοχής ή εργάτης σε τοπικό εργοστάσιο. Σύντομα θα δει τον ψυχικό του κόσμο να στενεύει και να ασφυκτιά. Η βία θα είναι και εδώ η διέξοδος, η τραγικότερη δυνατή διέξοδος.

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η βία παρέχεται σε μεγαδόσεις με τρόπο αρκετά ενοχλητικό. Και μια βασική ένσταση που έχω είναι στον τρόπο που την κινηματογραφεί. Σαν ο σκηνοθέτης να αποφασίζει τις στιγμές των σκοτωμών πως η στυλιζαρισμένη απεικόνισή της είναι προτιμότερη από τη ρεαλιστική. Από την άλλη ίσως ακριβώς το ότι οι σκηνές ενοχλούν να είναι ένδειξη ότι καλά το πήγε, ίσως το πρόβλημα θα ήταν αν δεν ενοχλούσαν. Νομίζω όμως πως με ενοχλούν με τον λάθος τρόπο, με ένα σπλάτερ τρόπο.

Βασικό προσόν της «Αίσθησης Αμαρτίας» είναι πως για πάνω από δύο ώρες μεταφέρεσαι σε έναν άλλο κόσμο. Ο Ζια Ζανγκέ κινηματογραφεί με την κάμερά του πλουσιοπάροχα εικόνες της σύγχρονης επαρχιακής Κίνας. Όσο και αν προφανώς βλέπουμε ταινία και όχι ταξιδιωτικό οδηγό, όσο και αν ακριβώς το τι πλάνα της Κίνας θα μας δείξει είναι κεντρική σκηνοθετική επιλογή, η επιλογή αυτή έχει το όριο της. Επιλέγει μεν τι θα μας δείξει, αλλά αυτό που μας δείχνει δεν παύει να υπάρχει γύρω του, να αποτελεί την χώρα στην οποία ζει, τον κόσμο στον οποίο ζει, έναν κόσμο εν πολλοίς άγνωστο σε μας, έναν κόσμο που μας γίνεται έτσι λίγο λιγότερο γνωστός.