Με κλειστούς χειμερινούς κινηματογράφους για τουλάχιστον δύο εβδομάδες στην Αττική, με το ενδεχόμενο ενός νέου lockdown στην Αττική να μοιάζει ολοένα και λιγότερο μακρινό, ο ιός (αλλά και οι πολιτικές αποφάσεις αντιμετώπισής του) μοιάζει να παίρνει και πάλι το πάνω χέρι, όχι μόνο απέναντι στο σινεμά αλλά και γενικότερα στη ζωή μας. Με το μέλλον της κινηματογραφικής συνθήκης για τους επόμενους μήνες να είναι αβέβαιο, ας περιοριστούμε σε αυτό που μπορούμε να κάνουμε από εδώ, στο να μιλήσουμε για ταινίες που πρόλαβαν να γυριστούν και που πρόλαβαν να αρχίσουν να προβάλλονται.

Ο Τζον Στιούαρτ με το “The Daily Show” έκανε τομή στην αμερικάνικη τηλεόραση και μέσω του σατιρικού του προγράμματος παρήγαγε ουσιαστικό πολιτικό λόγο, καταφέρνοντας να δείξει ξανά και ξανά ότι ο βασιλιάς είναι και γυμνός και φαιδρός, είναι και για γέλια και για κλάματα, είναι και για να μας απελπίζει και να μας εξοργίζει. Το 2015, έπειτα από 16 χρόνια και 22 βραβεία Εmmy, αποχώρησε από την εκπομπή και έστρεψε τη δημιουργικότητά του προς άλλες κατευθύνσεις. Ο «Ακαματάχητος» είναι η δεύτερη ταινία που γράφει και σκηνοθετεί. Προηγήθηκε το “Rosewater”, βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, στα οποία είχε και ο ίδιος άθελά του μια μικρή εμπλοκή. Δεν ήταν και το πιο ελπιδοφόρο κινηματογραφικό ντεμπούτο και δε θα μπορούσε εξ ορισμού να ήταν, αν σκεφτούμε ότι σε μεγάλο μέρος της ταινίας ένας Δανός ηθοποιός βασάνιζε και ανέκρινε στα αγγλικά έναν Μεξικάνο, υποδυόμενοι και οι δύο τους Ιρανούς.

Στον «Ακαταμάχητο» έχουμε ευτυχώς να κάνουμε μόνο με Αμερικάνους. Όπως όμως έχουμε εμπεδώσει πια, δεν υπάρχει μόνο μια Αμερική. Και ανάμεσα στην προοδευτική ιδεολογικά ελίτ των μεγαλουπόλεων των ΗΠΑ και τους συντηρητικούς κατοίκους της αγροτικής ενδοχώρας υπάρχει μια διχοτόμηση όχι μόνο ιδεολογική αλλά και πολιτισμική, τόσο ισχυρή ώστε οι μεν να φαντάζουν στα μάτια των δε και οι δε στα μάτια των μεν ξένοι, εξωτικοί, προϊόντα μιας άλλης κουλτούρας, μιας άλλης αντίληψης για τα πράγματα, ενός ολότελα διαφορετικού τρόπου ζωής. Και με την Προεδρία Τραμπ να έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον πόλωσης πρωτοφανούς τοξικότητας, ο Στιούαρτ επιλέγει να φύγει από το μονοπάτι της πολεμικής εναντίον του και του μεγάλου κομματιού των ΗΠΑ που έφτασε να εκπροσωπεί, βάζοντας τον πρωταγωνιστή του, έναν κορυφαίο πολιτικό σύμβουλο – spin doctor των Δημοκρατικών να μεταβαίνει στο «πεδίο» (για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη της μόδας), στην “Heartland” των ΗΠΑ, προσπαθώντας να προσεταιριστεί τους κατοίκους μιας μικρής πόλης που κανονικά θα ψήφιζε Ρεπουμπλικάνους μέχρι να σβήσει ο ήλιος.

Υπέπεσε στην αντίληψή του όμως ένα βιντεάκι από το ΥοuTube, όπου σε μια συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου της πόλης ένας αγρότης παίρνει τον λόγο για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των μεταναστών που ζουν εκεί, τα οποία το συμβούλιο αποφασίζει να περικόψει. Ο Στιβ Καρέλ είναι ο πολιτικός σύμβουλος, ο Κρις Κούπερ είναι ο αγρότης και ο Καρέλ βρίσκει στα λόγια του Κούπερ μια ευκαιρία για τους Δημοκρατικούς να πετύχουν μια σύνδεση με μια πολύ μεγάλη εκλογική μάζα, την οποία θεωρούν εκ των προτέρων χαμένη. Πηγαίνει λοιπόν εκεί προκειμένου να πείσει τον Κούπερ να κατέβει για υποψήφιος Δήμαρχος. Μολονότι το μέρος είναι πολύ μικρό για να έχει οποιαδήποτε άλλη σημασία, η κίνηση έχει έναν έντονο συμβολισμό: μπορούμε ως Δημοκρατικοί να αρχίσουμε να μιλάμε λίγο περισσότερο τη γλώσσα σας, μπορούμε να βρούμε έναν κοινό τόπο, μπορούμε να έρθουμε λίγο πιο κοντά σε αυτό που πρεσβεύετε αντί να το απεχθανόμαστε και να το κοιτάμε αφ’ υψηλού. Εννοείται πως όσο κι αν ο Καρέλ προσπαθεί να έρθει κοντά στους κατοίκους της αγροτικής αυτής περιοχής, το βλέμμα του και η στάση του είναι φουλ στο πατρονάρισμα, στη συγκατάβαση, το βλέμμα του και η στάση του είναι φουλ επηρεασμένα από στερεότυπα για το τι είδους ανθρώπους έχει απέναντί του. Και στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ο θεατής θεωρεί ότι η πολιτική κριτική του Στιούαρτ εκεί θέλει να εστιάσει, σε αυτή την ειρωνική διάσταση λόγων και πράξης.

Ο Καρέλ λέει στον Κούπερ ότι τον κέρδισε πως στο βιντεάκι μιλούσε για αξίες και όχι για ταυτότητα. Η πολιτική στις ΗΠΑ (αλλά όχι μόνο εκεί) έχει γίνει τόσο πολύ ζήτημα ταυτότητας, όπου με έναν τρόπο η ιδεολογία σου γίνεται η ταυτότητά σου και η ταυτότητά σου η ιδεολογία σου, όπου ίσως πιο σημαντικό από το τι πιστεύεις για κάθε συγκεκριμένο πρόβλημα, να είναι το να μην αφήνεις την τυχόν αποκλίνουσα γνώμη σου για κάθε συγκεκριμένο πρόβλημα να έρθει σε σύγκρουση με την ιδεολογία σου, άρα με την ταυτότητά σου. Είμαι αυτός, ανήκω εδώ, οι δικοί μου είναι από εδώ και οι άλλοι είναι απέναντι, γιατί αυτή είναι η ταυτότητα και η δική μας και η δική τους.

Όπως και να ‘χει, το συμβολικό εκλογικό πείραμα των Δημοκρατικών κάνει και τους Ρεπουμπλικάνους να τσιμπήσουν. Το alter ego του Καρέλ, η γυναίκα που κάνει την δουλειά που κάνει ο ίδιος αλλά για το αντίπαλο δέος, η Ρόουζ Μπερν μεταβαίνει κι αυτή στην περιοχή και η μικρή πόλη μετατρέπεται σε κέντρο μεγάλης εκλογικής μάχης, με τα επιτελεία των δύο κομμάτων να την αντιμετωπίζουν σαν να κρίνεται απ’ αυτή κάτι πολύ σημαντικότερο. Μέσω του ανταγωνισμού που θα δημιουργηθεί, ο Στιούαρτ βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τα τεράστια ποσά που διακινούνται γύρω από την «εκλογική οικονομία», για τον νομότυπα αλλά σκανδαλωδώς αφανή τρόπο διακίνησης τεράστιων κονδυλίων από δωρεές και χορηγίες.

Όταν πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, ακολουθεί μια πολύ μικρή αλλά και πολύ διαφωτιστική συνέντευξη που έχει πάρει ο ίδιος ο Στιούαρτ σχετικά με το θέμα αυτών των κονδυλίων. Και ένα βασικό πρόβλημα με τον «Ακαταμάχητο» είναι ακριβώς αυτό: ενώ ο Στιούαρτ έχει να πει κάτι αληθινά ενδιαφέρον πολιτικά, η μυθοπλασία και η δραματουργία δεν είναι -ή εν πάση περιπτώσει δεν έχει καταφέρει να γίνουν ακόμα- η κατάλληλη φόρμα μέσω της οποίας θα το πει. Και κάπως έτσι βρισκόμαστε απέναντι στο εξής παράδοξο: ο «Ακαταμάχητος» κάθε άλλο παρά ακαταμάχητος είναι κινηματογραφικά, ωστόσο αξίζει την προσοχή μας, γιατί αν μη τι άλλο δείχνει μια άλλη διαχωριστική γραμμή, στην οποία Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί μαζί είναι από το ίδιο μέρος της γραμμής, τμήματα του ίδιου συστήματος και όψεις του ίδιου νομίσματος, αν μη τι άλλο στον τρόπο που παίζουν το μεταξύ τους παιχνίδι, εις βάρος των προβλημάτων της κοινωνίας που βρίσκεται στο άλλο μέρος της γραμμής.

Και επειδή εκτός από τη μεγάλη εικόνα υπάρχουν και οι επιμέρους μικρότερες, ο Στιούαρτ μιλά και για την ιδέα που έχουν οι μεγαλύτερης ηλικίας επιτυχημένοι και πλούσιοι άντρες για τον εαυτό τους. Μιλά βέβαια για αυτήν με τρόπο που θα ήταν ιδιαίτερα λειτουργικός σε σκετσάκι του Daily Show και που είναι πολύ λιγότερο λειτουργικός σε ταινία μεγάλου μήκους. Αλλά δεν χάλασε κι ο κόσμος. Και τέλος, τι ωραίες, φυσικές και αβίαστες ερμηνείες απ’ όλο το καστ. Και τι ωραία που συνεχίζει να εξελίσσεται και να βρίσκει σε κάθε ρόλο αποχρώσεις ο Στιβ Καρέλ.