Yπάρχουν δυο τρόποι να δεις το «Άκοπο Διαμάντι» και τη φρενήρη πορεία του ήρωά του, του σαρανταοκτάχρονου Χάουαρντ Ράτνερ: ο ένας είναι εστιάζοντας στο πόσο διαφορετική από τη δική σου ζωή και τη δική σου καθημερινότητα είναι εκείνη ενός εβραϊκής καταγωγής κοσμηματοπώλη πολυτελείας στο Μανχάταν, ο οποίος βρίσκεται μέσα σε ένα διαρκές νταραβέρι με μπούκις, ενεχυροδανειστές, οίκους δημοπρασιών, τοκογλύφους, γορίλες τοκογλύφων, μεγάλους σταρ του NBA, ράπερ. Ο άλλος είναι αναρωτώμενος μήπως ο Χάουαρντ σού μοιάζει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι αρχικά φαίνεται, όχι επειδή τυχαίνει εσύ να έχεις τελικά κάποια κοινά χαρακτηριστικά μαζί του, αλλά ακριβώς επειδή ζεις σε μια εποχή, μια κουλτούρα και γιατί όχι κι ένα οικονομικό σύστημα, που δημιουργεί έναν συγκεκριμένο ανθρωπότυπο.

O Xάουαρντ που ανάμεσα στους μπράβους που τον κυνηγούν για παλιά χρέη και στα τεράστια στοιχήματα που παίζει για να ρεφάρει τα παλιά ή να δημιουργήσει νέα, ανάμεσα στους μπούκις που έχει φεσώσει και τον κυνηγούν, στους πελάτες που έχει λαμογιάρει και τον κυνηγούν, στους συνεργάτες που έχει λαμογιάρει και τον κυνηγούν, έχει να προλάβει κάθε βράδυ και τον μικρό του γιο πριν κοιμηθεί ώστε να τον πάρει ο ύπνος μαζί του, έχει να πάει και στη σχολική παράσταση της μεγάλης του κόρης, έχει να περιμένει και τα αποτελέσματα της κολονοσκόπησης του, έχει να ρυθμίσει με τη γυναίκα του πότε θα ανακοινώσουν στα παιδιά ότι θα φύγει από το σπίτι, έχει να αποφασίσει αν πρέπει να εμπιστευτεί ξανά τη φίλη του που την έπιασε κλειδωμένη σε μια τουαλέτα με έναν ράπερ, έχει να αντιμετωπίσει υπαλλήλους του που λένε ότι παραιτούνται γιατί δεν αντέχουν άλλο, έχει να αντιμετωπίσει αυτή τη γαμώπορτα ασφαλείας που όλο μπλοκάρει και που κανείς εκτός από τον ίδιο δεν μπορεί να τη φτιάξει.

Ο Χάουαρντ λέει διαρκώς ψέματα, είναι σε ένα διαρκές πάρε δώσε, είναι σε μια διαρκή συναλλαγή, σε μια διαρκή διαπραγμάτευση, σε μια διαρκή εκκρεμότητα, σε ένα διαρκές κυνηγητό, τον κυνηγούν και αυτός κυνηγά. Τι κυνηγά όμως; Στο συνταρακτικό “Gambler” του Κάρελ Ράιζ σε σενάριο Τζέιμς Τόμπακ, φιλοτεχνείται ένα πορτρέτο της ψυχολογίας του παθολογικού τζογαδόρου: ο ήρωας του Τζέιμς Κάαν δεν παίζει για να κερδίσει, δεν παίζει καν για την έξαψη του παιχνιδιού, παίζει για να χάσει, παίζει για να καταστραφεί.

Μολονότι όμως κι ο Χάουαρντ φλερτάρει προφανέστατα με την αυτοκαταστροφικότητα, ο χαρακτήρας του δεν μπορεί να συνοψιστεί σε αυτήν και θα ήταν πολύ περιοριστική η τελική αναγωγή του σε αυτήν, αφού θεωρώ ότι ο Χάουαρντ αντανακλά κάτι πολύ ευρύτερο. Ακόμη κι έτσι όμως, αξίζει να σημειωθεί ως λίαν χαρακτηριστικό, ότι ενώ σε κάποια στιγμή τζογάρει σχεδόν τα πάντα πάνω σε μια πίστη που έχει ότι θα κυλήσει με έναν τρόπο ένας συγκεκριμένος αγώνας και θα έχει εξαιρετική επίδοση ένας συγκεκριμένος παίκτης, ενώ ποντάρει σε μια διαίσθηση η οποία εν πάση περιπτώσει πατάει σε μια εσωτερική πληροφορία που έχει, ενώ βγάζει και λογύδριο όπου ιδεολογικοποιεί αυτή του την πίστη και διαίσθηση, δεν αρκείται να παίξει στη νίκη της ομάδας και στις επιδόσεις του παίκτη, παίζει ταυτόχρονα και ποια ομάδα θα κερδίσει το τζάμπολ. Για να μεγιστοποιήσει τα πιθανά κέρδη; Για να τα χάσει όλα; Ποιος ξέρει.

Αλλά οι ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του δεν αναιρούν ότι πρόκειται για έναν ανθρωπότυπο τον οποίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε, με έναν ανθρωπότυπο που δεν είναι και τόσο δύσκολο να μας θυμίσει κάτι. Δεν είναι είναι τόσο δύσκολο να μας θυμίσει κάτι το πρέπει να ρυθμίσω δέκα διαφορετικά πράγματα την ίδια μέρα και κάθε μέρα, το ότι είμαι ανοιχτός σε δέκα διαφορετικά μέτωπα, το ότι πρέπει να κρατήσω δέκα διαφορετικές μπάλες στον αέρα σαν ζογκλέρ. Η συνθήκη της εποχής είναι η διαρκής εγρήγορση, η πολυδιάσπαση, το multitasking, πολλές φορές η κίνηση για την κίνηση. Παλιότερα οι άνθρωποι είχαν σταθερές δουλειές, με σταθερά ωράρια, σταθερά τηλέφωνα, σταθερές οικογένειες, παλιότερα υπήρχε πολύ λιγότερη φούρια, πολύ λιγότερη κινητικότητα, πολύ λιγότερη βοή, παλιότερα η λέξη δραστηριότητες δεν ήταν συνώνυμη της λέξης παιδιά.

Αν δεν σε κυνηγούν οι μπράβοι του τοκογλύφου, μπορεί να σε κυνηγά η ΔΕΗ ή η τράπεζα. Αν δεν κινδυνεύεις από απειλές σωματικής βίας, κινδυνεύεις από απειλές εισπρακτικών. Αν δεν τζογάρεις ό,τι έχεις και δεν έχεις σε έναν αγώνα και τα τερτίπια μιας μπάλας, μπορεί να τζογάρεις ό,τι έχεις και δεν έχεις σε εσωτερικά στοιχήματα. Αλλά -κι αυτό είναι νομίζω το κρίσιμο- όλη αυτή η κινητικότητα δεν είναι μόνο βραχνάς. Είναι σαν να αποτελεί εκτός από βραχνά και ανάγκη. Είναι ένας τρόπος ζωής που ενώ είναι βασανιστικός, μοιάζει να είναι και αυτός που μας κρατά με έναν ημιυστερικό τρόπο ζωντανούς. Ακόμη κι όταν δεν αναγκάζονται να τρέχουν, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να τρέχουν.

Οι αδελφοί Σάφντι φτιάχνουν μια ταινία που θεωρώ ότι θα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια παροδική αίσθηση που αύριο θα ξεχαστεί. Η χορωδία των φωνών που ακούει ο Χάουαρντ Ράτνερ αφορά μόνο τον ίδιο ως προς τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της. Αφορά όμως και τη συνολικότερη βαβούρα μιας εποχής, αφορά και τη συνεχή μας εκκρεμότητα. Δεν τρέχουμε ούτε απαραίτητα για να σωθούμε, ούτε απαραίτητα για να καταστραφούμε. Τρέχουμε γιατί θεωρούμε οτιδήποτε άλλο καθήλωση και μιζέρια, τρέχουμε για να προλάβουμε να γεμίσουμε τη ζωή μας, τρέχουμε από μια διαρκή δίψα, στα όρια ενίοτε της απληστίας, για να μας συμβαίνουν πράγματα, πράγματα ευχάριστα, πράγματα δυσάρεστα, πράγματα πάντως, όνειρα και άγχη, προσδοκίες και τρόμοι αξεδιάλυτα. Κανείς δεν θέλει να ηρεμήσει στα αλήθεια, κανείς δεν θέλει να τακτοποιηθεί στα αλήθεια, κανείς δεν θέλει να σβήσει τη φωτιά στα αλήθεια, κι ας είναι στα μπατζάκια μας, φωτιά είναι πάλι. 

Στην ερμηνεία της ζωής του ο Άνταμ Σάντλερ μπαίνει βαθιά μέσα στο πετσί του Χάουαρντ, κι όσο εντυπωσιακό είναι ότι δεν προτάθηκε για όσκαρ, εν τέλει κι άλλο τόσο ασήμαντο είναι. Είναι όμως και συνολικά το καστ που τον πλαισιώνει καίριας σημασίας, ο Έρικ Μπογκοσιάν έχει αποδώσει τον τοκογλύφο με μια διαρκή απορία και συμπόνια στο βλέμμα, ο Κέβιν Γκαρνέτ που υποδύεται τον εαυτό του τον υποδύεται με φυσικότητα και αυτό χρειάζεται ταλέντο για να το κάνεις, ο αρχιμπράβος του Μπογκοσιάν φαίνεται ότι έχει όντως τέτοιες εμπειρίες, επίσης φιγούρες σαν αυτές των ενεχυροδανειστών ή κάποιων από τους ανθρώπους που λαμόγιαρε ο Χάουαρντ φέρνουν έναν αέρα αυθεντικότητας, είναι πολύ κρίμα και μαζί απορίας άξιον που το «Άκοπο Διαμάντι» δεν βρήκε διανομή στις αίθουσες, είναι πολύ κρίμα που δεν μπορέσαμε να ζήσουμε αυτή την εμπειρία στο σινεμά, αλλά ακόμη και έτσι ο Χάουαρντ νομίζω θα στέκεται κάπου απέναντί μας κάθε μέρα που θα αντιμετωπίζουμε τη ζωή ως κάτι το οποίο μας κυνηγά και το κυνηγάμε και όχι ως κάτι το οποίο είναι όπου βρισκόμαστε κι εμείς, ακόμη κι αν είμαστε ακίνητοι, ακόμη και αν δεν είμαστε εκκρεμείς, ακόμη κι αν απλά είμαστε.