Από το 2002 όταν έγραψε με τον Α. Φλουράκη και τον Γ. Δούμο την Πίστη, μέχρι το τελευταίο της έργο Με το ένα χέρι κρατούσε τον Καραγάτση και με το άλλο το τσιγάρο που είναι και το τελευταίο διήγημα στο βιβλίο της Ακούω την καρδιά του παίχτη, η Βίλια Χατζοπούλου έχει κάνει ένα μεγάλο και περιπετειώδες ταξίδι στον κόσμο της συγγραφής. Οι ιστορίες της σε αυτό το βιβλίο που έχουν εκδοθεί από τη «θράκα» είναι πολύ διαφορετικές γι’ αυτό είναι και πολύ ενδιαφέρουσες. Δεν υπάρχει ούτε στο ελάχιστο, κάτι που να θυμίζει το σκηνικό της προηγούμενης αφήγησης. Κάθε διήγημα είναι ένας εντελώς διαφορετικός, πλήρης, σε εικόνες και αισθήματα, κόσμος, ο οποίος συνδέεται με τον επόμενο εξαιτίας του ύφους, που είναι προσωπικό, ιδιαίτερο και αντλεί από τη μεγάλη λογοτεχνία και την εξαντλητική παρατήρηση των αδιόρατων λεπτομερειών του κόσμου γύρω της.

Στο πρώτο διήγημα, υπάρχει ο σκηνοθέτης και η Μάγια, η πρωταγωνίστρια, ο καλλιτέχνης και η μούσα και ένα σαιξπηρικό έργο που φτιάχνουν τον καμβά της ιστορίας, μιας ιστορίας που σε όλους όσους έχουν σχέση με το θέατρο έχει να πει πολλά και σε όσους δεν έχουν σχέση με το θέατρο, λέει πολύ περισσότερο για τον ψυχισμό των ανθρώπων που δουλεύουν σε αυτό το πεδίο, είναι κάτι σαν το κρυφό ημερολόγιο που θα ήθελαν να διαβάσουν. Είναι πολύ ειλικρινής η Βίλια σε αυτή την ιστορία γιατί τέχνη χωρίς ναρκισσισμό δεν γίνεται και ας τον αρνούνται όλοι. Αλλά είναι πολύ τρυφερή απέναντι σε αυτό τον κόσμο, γιατί μέσα σε ένα διήγημα μπορεί και περικλείει τη μοναξιά, την αναζήτηση της επιτυχίας, το λειψό ενός ανθρώπου που το περίφημο timing, που είναι ουσιώδες στην τέχνη, δεν βρήκε καμία θέση στη ζωή του πρωταγωνιστή της. Είναι μια ταινία μικρού ή μεγάλου μήκους αυτή η ιστορία που διαβάζεται απνευστί.

Στο δεύτερο διήγημα πρωταγωνιστεί μια άνεργη τυφλή τηλεφωνήτρια που γίνεται βοηθός τζογαδόρου και μαθαίνει να διαβάζει παίκτες και χαρτιά της τράπουλας μόνο με την ακοή. Αυτό το διήγημα  έχει δώσει και τον τίτλο στο βιβλίο το «Ακούω την καρδιά του παίκτη». Η χαρισματική τυφλή της ιστορίας μαθαίνει να αναγνωρίζει και την παραμικρή ανάσα, τον άηχο ψίθυρο των παικτών στο τραπέζι του τζόγου τη μπλόφα και την αλήθεια τους, ακούει την ίδια τους την καρδιά. Είναι αυτή που ειδοποιεί τον συνεργό της παίκτη και κερδίζουν κάθε κόλπο και κάθε παιχνίδι. Αυτή η γυναίκα, η αόρατη σε όλους μας, ορατή όπως γράφει η Βίλια μόνο με την ιδιότητα της τυφλής, θα χάσει το παιχνίδι ή θα το εγκαταλείψει, μόνο όταν αρχίσει εκτός από την καρδιά και τις κινήσεις των άλλων να ακούει και τη δική της καρδιά με ό,τι σημαίνει αυτό. Υπάρχει η ιστορία του Εμμανουήλ Στέφου και του Μάνθου Μανδηλάκη, ενός εργάτη και ενός κουρέα στο Φωταέριο, στο εργοστάσιο που οι περισσότεροι δεν έχουμε προλάβει και σήμερα είναι η Τεχνόπολη, στη διάρκεια μιας απεργίας, η πραγματικά καταραμένη ζωή των εργατών, με την πείνα, τη φυματίωση,  η απόπειρα να ξεφύγει κάποιος από τη μοίρα του και η αλήθεια που είναι πάντα σκληρή και σπαρακτική. Εδώ, εκτός από τον πρωταγωνιστή, μάλλον τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, η περιγραφή του εργοστασίου, των συνθηκών είναι από τις πιο σημαντικές που έχω διαβάσει, είναι ρεαλιστικές και ποιητικές μαζί με έναν πολύ προσωπικό τρόπο. Υπάρχει η συνάντηση ενός γιατρού και ενός άστεγου, που κάνουν μια παράξενη συμφωνία για να επιβιώσουν και οι δυο μια πολύ παγωμένη νύχτα του χειμώνα, κάνουν μια ανταλλαγή επιβίωσης, ζωής, πολύ απρόσμενη και σε αυτό το διήγημα ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ψύχος όχι του άστεγου αλλά του στεγασμένου ανθρώπου, του εύπορου, που και εκείνος δεν έχει τόπο να σταθεί και δεν χωράει πουθενά έστω και μόνο για μια νύχτα.

Υπάρχει η πολύ σουρεαλιστική ιστορία μιας ηθοποιού που φυλακίζεται τυχαία ηθελημένα σε ένα θέατρο και ζει μια περιπετειώδη υπαρξιακή αγωνία με άλλη πρωταγωνίστρια, μια άγνωστη και τέλος υπάρχει και η ιστορία της δασκάλας από την Κοζάνη που διορίζεται στις Κυκλάδες, μοιράζεται σε δυο νησιά και ζει έναν απρόσμενο χειμώνα, πολύ τραυματικό, στην ελληνική επαρχία του ’50,  λίγο ως πολύ και εξαιτίας της επίδρασης του Καραγάτση και της ανάγνωσης των βιβλίων του από έναν έφηβο του νησιού.

Η φράση του τίτλου του βιβλίου της Βίλιας Χατζοπούλου, «ακούω την καρδιά του παίκτη» είναι σαν να αφορά τη δική της σχέση με κάθε ήρωά της ξεχωριστά. Για να γράψει γι’ αυτούς, έχει δει και έχει ακούσει την καρδιά τους, την αδυναμία τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, τα κρυφά θέλω τους, τον πανικό και την καταστροφή τους ή τη σωτηρία τους. Έχει σταθεί δίπλα τους και τους έχει παρατηρήσει συμπονετικά, αλλά και τους έχει κρίνει ηθικά και η θέση του συγγραφέα εκφράζεται πολύ οριστικά αλλά και αδιόρατα, όπως συμβαίνει στην πολύ καλή λογοτεχνία. Είναι κρίμα που τις περισσότερες φορές οι συγγραφείς μας εγκαταλείπουν τη μικρή φόρμα προς χάριν του μυθιστορήματος. Έχουμε μια σοβαρή παράδοση καλού διηγήματος και εξαιρετικών διηγηματογράφων στην Ελλάδα και αυτή η συλλογή αποδεικνύει για ακόμα μια φορά τη σοβαρή παράδοση που έχουμε σε αυτό το είδος.