Όταν, στις αρχές του 1980 ανέβηκε το έργο της Κάριλ Τσέρτσιλ Top Girls στο Ρόγιαλ Κορτ του Λονδίνου αυτό που έκανε τη συγγραφέα του να ξεχωρίζει από ολόκληρη τη γενιά της ήταν η γραφή της, που μπορούσε να συνδέει τα ρεαλιστικά περιστατικά της πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας με το περιβάλλον μιας ονειρικής ενατένισης της ιστορίας και των μορφών της. Με πρωταγωνίστριες μόνο γυναίκες, το Top Girls εκπλήσσει τον θεατή που περιμένει κανείς να δει ένα έργο φεμινιστικό, ειδικά αν υπολογίσουμε την εποχή της κυριαρχίας της Θάτσερ και την ενσωμάτωση των γυναικών σε ένα κυριαρχικό σύστημα του καπιταλισμού και των πολυεθνικών μέσα στην οποία γράφτηκε το έργο.

Είναι η δεκαετία του ’80 που ακόμα και οι μεγάλες βάτες των ρούχων αποτελούν μια δήλωση δύναμης, οι ώμοι των γυναικών είναι σαν τους αντρικούς, μεγάλοι, στιβαροί, δυνατοί. Αλλά η Τσέρτσιλ πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα για να διαφωνήσει με τον φεμινισμό που η εφαρμογή του εργαλειοποιεί στερεότυπα που καθόλου δεν διαφέρουν από αυτά μιας πατριαρχικής κοινωνίας. Η Τσέρτσιλ υπερασπίζεται τις γυναίκες και ως πάσχουσες σε ένα σύστημα που ο φεμινισμός θα μπορούσε να έχει αρετές  όπως η ανθρωπιά και η ενσυναίσθηση. Το ερώτημά της είναι σαφές:

Οι φεμινίστριες θέλουν έναν κόσμο τόσο σκληρό όσο αυτόν από τον οποίο θέλουν να διαφύγουν; Οι γυναίκες για να διακριθούν πρέπει να ακολουθήσουν πρότυπα ή να εφεύρουν το δικό τους νέο μοντέλο;

Η συγγραφέας φέρνει στη σκηνή σε μια άλλη διάσταση διάσημες γυναίκες της ιστορίας από την Νταλ Γκρετ, γνωστής και σαν «Η τρελή Μεγκ», από τους μύθους της Φλάνδρας μέχρι την Πάπισσα Ιωάννα και τη διάσημη εξερευνήτρια, συγγραφέα και φωτογράφο του 19ου αιώνα Ιζαμπέλα Μπερντ. Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, μέλος αυτού του πολυφωνικού συνόλου γυναικών στο θέατρο Πόρτα υποδύεται ένα διπλό ρόλο. Τη σαγηνευτική τρυφερή, ελαφρά αφελή, παλλακίδα του Ιάπωνα Αυτοκράτορα του 13ου αιώνα Φουκακούσα, Λαίδη Νίχο, η οποία αργότερα έγινε βουδίστρια μοναχή και μας άφησε ένα σπάνιο ντοκουμέντο για την εποχή, το ημερολόγιό της, και την Ουίν, μια γυναίκα χειραφετημένη και επιτυχημένη που παγιδευμένη μέσα στο ρόλο της αδυνατεί να διαχειριστεί την ανάγκη της για αγάπη. Πόσο μοιάζουν οι γυναίκες αυτές, οι ηρωίδες άλλων αιώνων και δεκαετιών με τις γυναίκες επί σκηνής και την αληθινή ζωή τους; Συναντήσαμε την Αλεξάνδρα Αϊδίνη και μιλήσαμε μαζί της για το έργο και το πραγματικό κόστος της «επιτυχημένης» ζωής:

Το έργο το θεωρείτε φεμινιστικό;

Θεωρώ ότι στο έργο η ιδέα του φεμινισμού είναι το πρόσχημα για να μιλήσει η συγγραφέας για ανθρώπους, συμβάσεις και στερεότυπα και με ποιο τρόπο εμείς οι ίδιοι τα δημιουργούμε. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα έργο γραμμένο από μια φεμινίστρια της εποχής χωρίς ενοχή, με αυτογνωσία και τόλμη της αυτοκριτικής. Γι’ αυτό τον λόγο βρίσκει κανείς όλες τις πλευρές και τον αντίλογο που χρειάζεται για να εμβαθύνει σε τέτοιου είδους ζητήματα. Ήταν ένα έργο πολύ επίκαιρο στην εποχή του που μπορεί και σήμερα να συνομιλήσει και με το παρελθόν αλλά και με αυτό που ήρθε μετέπειτα στις κοινωνίες μας και επηρεάζει και το σήμερα.

Εσείς ποια επαφή έχετε με τη δεκαετία του ’80;

Η εντύπωση που έχω από αυτή τη δεκαετία είναι ότι οι πρωτοπορίες και οι επαναστάσεις περιέχουν μια μεγάλη ποσότητα θυμού, που οδηγεί σε ακραίες εκφράσεις και μοιραία και σε λάθη. Εγώ είμαι γεννημένη το 1980 και προφανώς διαμορφώθηκα σε ένα τέτοιο περιβάλλον υποσυνείδητα και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι η μητέρα μου. Ένιωθα ότι ήμουν με έναν άνθρωπο με προσωπικότητα που έψαχνε να βρει τη φωνή του, μια γυναίκα που είχε σπουδάσει και γαλουχηθεί σε ένα περιβάλλον που ευνοούσε τη δημιουργία, μια γυναίκα που δούλευε ασταμάτητα και την έχανα ακόμα και μέσα στο σπίτι, ήταν βυθισμένη στη δουλειά της και εγώ την ζητούσα. Αυτή την ανάγκη να παλέψει κάποιος για τη δουλειά του και να διακριθεί δεν μπορώ να την προσδιορίσω μόνο σε γυναίκες που είναι στελέχη, αλλά και σε εκείνες που δουλεύουν σε σούπερ μάρκετ.

Όταν ξεκινήσατε τη δική σας καριέρα θέλατε να γίνετε ένα top girl;

Όταν ξεκίνησα επαγγελματικά, πριν 15 χρόνια την είχα αυτή την επιθυμία δυστυχώς ή ευτυχώς, αλλά αυτό που θυμάμαι είναι κάτι άλλο. Θέατρο είδα για πρώτη φορά στα 15 μου, πριν δεν είχα ιδέα και είπα μέσα μου «θέλω να είμαι εκεί πάνω, αυτό θέλω να κάνω» και είναι πολύ καθαρό ακόμα και σήμερα ότι δεν ήθελα να είμαι πρωταγωνίστρια. Μετά, υποσυνείδητα, ήθελα να είμαι πρώτη.

Αυτός ο αγώνας για την πρωτιά υπήρχε στο σπίτι ή στο σχολείο;

Στο σπίτι δεν υπήρχε, είμαι μοναχοπαίδι. Εκεί υπήρχε «είναι το παιδί μας, είσαι το καλύτερο» και αυτό είναι πάντα ενθαρρυντικό. Στο σχολείο το «καλύτερο» ενεπλάκη με το «καλύτερο παιδί». Ήθελα να είμαι το καλύτερο παιδί και αυτή ήταν η οικεία ζώνη μου για να ξεγλιστράω και από δύσκολες καταστάσεις. Αυτό, πολλές φορές είναι βασανιστικό γιατί τα καλά παιδιά καταπιέζουν πολλά μέσα τους και καταντά βασανιστικό και για τους άλλους. Τελικά, δεν είναι ένα ισορροπημένο σύστημα, δεν εκφράζεσαι σωστά, δεν διαχειρίζεσαι σωστά ειδικά τα σκοτεινά σημεία, δεν τα χειρίζεσαι και παρουσιάζεις μια εικόνα μονοδιάστατη, πολύ μακριά από αυτό που είσαι. Και αφού μιλάμε για το σχολείο θέλω να πω ότι η ανάμνηση του σχολικού περιβάλλοντος έχει να κάνει πολύ με τα top παιδιά, τα γρήγορα, τα καλά, τα έξυπνα, αυτά που τραβούσαν την προσοχή των δασκάλων, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα που είχαν δυσκολίες, που ήταν εντελώς αβοήθητα, παραπεταμένα, επειδή δεν είχαν το πακέτο του λαμπερού παιδιού.

Στη δουλειά σας τι περιβάλλον υπάρχει;

Ένας λόγος που τη διάλεξα είναι ότι μπορώ να βγάλω αδυναμίες και έτσι είχα ένα μεγάλο περιθώριο και μια πολύ ωραία διαδρομή βελτίωσης που η τελειότητα στην απαγορεύει. Έχει τεράστιες ικανοποιήσεις και χαρές, έτσι και το παλέψεις και αντέξει και το στομάχι σου κάτι δικαιώνεται και το έχω δει και σε μένα και σε άλλους γύρω μου.

Ποιο είναι το πιο ζόρικο πράγμα που συμβαίνει μέσα στη δουλειά;

Σε μένα κάπως ήρθαν τα πράγματα και νιώθω πολύ ευνοημένη από την τύχη που πιστεύω να την επαλήθευσα και με τη δουλειά μου. Έχω ζοριστεί πολλές φορές αλλά το θεωρούσα ένα σκαλοπάτι, ένα σταθμό στο ταξίδι μου. Νομίζω τώρα ζορίζομαι περισσότερο, είναι μια περίοδος που έχουν μπει όλα σε ένα δρόμο στη δουλειά, αλλά της έχω δώσει πολύ μεγάλο χώρο σε αντίθεση με την προσωπική μου ζωή. Εκεί νομίζω έχω μείνει πίσω, έχω παραμελήσει πολλά από το να τρώω καλά μέχρι το να μην παραμελώ τις σχέσεις μου. Βρήκα μεγάλο καταφύγιο στη δουλειά, έχω χαθεί σε ένα σύννεφο δημιουργίας και επεξεργασίας πραγμάτων και συνεργασιών όλα αυτά τα χρόνια, αλλά τώρα νιώθω ότι πρέπει να ασχοληθώ και με τη ζωή μου. Η δουλειά μας θέλει προσήλωση και αφοσίωση αλλά βλέπω γύρω μου  καλλιτέχνες που έχουν και παιδιά και οικογένειες και μπορούν να γίνονται και καλύτεροι. Στο μυαλό μου δεν έχω τον μποέμ καλλιτέχνη ή μια κατάσταση αιώνιας εφηβείας, θέλω να έχω μια ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και τη δουλειά μου.

Αυτή η σκέψη έχει να κάνει και με το έργο; Με την κυριαρχία των γυναικών και την απώλεια με έναν τρόπο της προσωπικής ζωής;

Η κυριαρχία των γυναικών είναι και μια παγίδα μέσα στο μυαλό μας. Και μας κάνει να ξεχνάμε τις δικές μας ανάγκες ή να τις περιορίζουμε σε ένα πλαίσιο ρήξης. Οι αλλαγές δεν γίνονται μόνο με ρήξεις, τις γεννούν οι ίδιες οι ανάγκες που ωριμάζουν και μέσα στην κοινωνία. Εμένα μια κοινωνία γυναικών με ανδρικά στερεότυπα είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Έχουμε ανάγκη από ταμπέλες, έχουμε ανάγκη να τις ανατρέψουμε, αλλά περισσότερο νομίζω έχουμε ανάγκη να συνδιαλεγόμαστε με την ανάγκη που έχει ο καθένας μας ξεχωριστά και αυτούσια πέρα από το είδος του για να μη μας κατατροπώσει η πραγματικότητα. Υπάρχει μια φράση στο έργο που μου αρέσει πολύ που συνοψίζει με έναν τρόπο τη μοναδικότητά μας: «οι άγγελοι καθότι άυλοι δεν αποτελούν ξεχωριστά δείγματα κάποιου γενικότερου είδους , παρά ο καθένας συντελεί από μόνος του σε ένα επιμέρους μοναδικό είδος».

Info παράστασης:

Top Girls | 2 Νοεμβρίου 2019 – 31 Ιανουαρίου 2020 | Θέατρο Πόρτα